
Μαρτυρία π. Παύλου Τσουκνίδα: «Μία φορά εἶχα πάει νά μείνω λίγες μέρες πάλι στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, γιά νά ἐξομολογηθῶ καί νά λειτουργηθῶ. Ἐκεῖνον τόν καιρό μέ βασάνιζε κάτι πού εἶχε σχέση μέ τίς προηγούμενες ἐξομολογήσεις. Ὁ Πνευματικός πού εἶχα, εἶχε τεθῆ σέ ἀργία ἀπό τόν οἰκεῖο Μητροπολίτη. Δέν εἶχε ἄδεια πλέον νά ἐξομολογῆ. Ἐγώ σκεφτόμουν, ”μήπως αὐτά πού τοῦ ἐξομολογήθηκα, δέν συγχωρέθηκαν;”. Ὁ γέροντας Ἰάκωβος, ἀφοῦ ἐξομολόγησε ἕναν κληρικό καί ἕναν λαϊκό πρίν ἀπό μένα, ὅταν ἦρθε ἡ σειρά μου καί πέρασα στό Ἱερό Βῆμα, φοροῦσε ὁλόκληρη τήν ἱερατική του στολή –θυμᾶμαι ἦταν κόκκινη– καί μοῦ λέει:
— Ἔλα, παιδί μου Παῦλο, νά τά ποῦμε.
— Τήν εὐχή σας, Γέροντα, τοῦ λέω. Καί ἐκεῖνος μέ τήν σειρά:
— Τοῦ Κυρίου μας.
»Ἀφοῦ ἔκανε μία δέηση, πρίν ἀρχίσει τό Μυστήριο, μοῦ λέει:
— Ἔλα, παιδί μου, νά μοῦ πῆς τίς ἁμαρτίες σου.
— Νά ᾽ναι εὐλογημένο, Γέροντα, τοῦ ἀπαντῶ.
— Θέλεις, παιδί μου, νά τά πῆς ὅλα ἀπ᾽ τήν ἀρχή, ἔτσι δέν εἶναι; μοῦ λέει!
— Ναί, πάτερ, τοῦ λέω ἐγώ.
— Νά ξέρης, οἱ ἐξομολογήσεις πού ἔκανες στόν προηγούμενο Πνευματικό σου πιάστηκαν καί τά ἁμαρτήματά σου συγχωρέθηκαν, ἀλλά, ἐπειδή ἐσύ ἔχεις αὐτό τόν λογισμό καί σέ βασανίζει, ἔλα νά μοῦ τά πῆς ὅλα ἀπ᾽ τήν ἀρχή!
»Ἔτσι καί ἔγινε. Θυμᾶμαι ἐγώ γονάτισα δίπλα ἀπ᾽ τήν Ἁγία Τράπεζα καί τήν ὥρα πού ἄρχισα νά ἐξομολογοῦμαι ὅλα τά ἁμαρτήματά μου ἀπ᾽ τήν ἀρχή, ὁ Γέροντας γονάτισε μέ τήν στολή του δίπλα μου καί μοῦ λέει:
— Ἔλα, παιδί μου Παῦλο, νά τά ποῦμε ἐδῶ κάτω στό δάπεδο, νά ἔχωμε καί λίγη ταπείνωση.
»Ὅταν εἶδα ἐγώ τόν Γέροντα νά εἶναι γονατισμένος καί τό κεφάλι του νά ἀκουμπᾶ στό δάπεδο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, γονάτισα κι ἐγώ μέ τόν ἴδιο τρόπο καί τά εἶπα ὅλα τά ἁμαρτήματά μου, μέ πολλή λεπτομέρεια ἀπ᾽ τήν ἀρχή. Ἔτσι ξαλάφρωσα καί θαύμασα τόν μακαριστό Γέροντα πού γνώριζε τί ἤθελα καί τί μέ βασάνιζε, ἀλλά καί γιά τήν ἀπέραντη ἀγάπη καί τήν ταπείνωσή του!».
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕ
