
»Ὁ Γέροντας ἦταν ἕνας ἄριστος πνευματικός πατέρας. Ἐφάρμοζε τήν ἀρχὴ τῆς ἐξατομικεύσεως καί συμβούλευε ἀνάλογα τόν κάθε ἐξομολογούμενο. Εἶχε καί τό διορατικό χάρισμα καί ὅταν ἔβλεπε τόν ἄλλον, ἀναγνώριζε τό πρόβλημά του καί τήν ἁμαρτία πού εἶχε κάνει, χωρίς ἐκεῖνος νά προλάβη κἄν νά τοῦ μιλήση σχετικά μ᾽ αὐτά. Ἔφερνε σέ συναίσθηση τόν ἄλλον μέ πάρα πολύ διακριτικό τρόπο καί συχνά ἀνέφερε ἕνα γεγονός ἀπό τήν ζωή συγγενῶν του ἤ τήν δική του ἤ ἄλλων ἀνθρώπων, ἔτσι ὥστε αὐτός πού ἄκουγε τήν ἱστορία, καταλάβαινε τό μήνυμα πού ἤθελε νά τοῦ δώση ὁ Γέροντας, χωρίς αὐτοί πού ἦταν γύρω του νά καταλάβουν τίποτα.
»Καθημερινά, πολλοί ἄνθρωποι πήγαιναν στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ γιά νά ἐξομολογηθοῦν στόν γέροντα Ἰάκωβο. Ὁ Γέροντας πονοῦσε μέ τόν πόνο τοῦ ἄλλου καί ἔκλαιγε καί προσευχόταν καί παρακαλοῦσε γιά τήν σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς. Σάν Πνευματικός, δέν ἔβαζε αὐστηρούς κανόνες. Πόσοι ἄνθρωποι πήγαιναν ἐκεῖ πικραμένοι καί ἀπογοητευμένοι καί ἔφευγαν μέ λαμπερά πρόσωπα, μέ ἀνακουφισμένη πράγματι καί ἀναγεννημένη τήν ψυχή. Πολλές ψυχές θεραπεύονταν καί σώζονταν καί ὁδηγήθηκαν στήν μετάνοια καί στήν γνήσια μεταστροφή πρός τόν Κύριο. Ἡ διάκριση, ἡ πραότης καί ἡ γαλήνη πού εἶχε ὁ Γέροντας χωρίς ποτέ νά εἶναι φορτικός ἤ πιεστικός, ἄφηνε τέτοια ἄνεση στόν ἐξομολογούμενο, πού εὔκολα ἄνοιγε τήν καρδιά του καί ἔλεγε τίς ἁμαρτίες του. Ἀλλά καί ὅσους δίσταζαν ἤ ντρέπονταν νά ὁμολογήσουν κάποιο σοβαρό ἁμάρτημά τους, ὅπως προαναφέραμε, τούς τό ἔλεγε ὁ Γέροντας πού λόγῳ τοῦ διορατικοῦ χαρίσματός του τό ἔβλεπε, καί ἔτσι μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο τούς βοηθοῦσε νά ἐξομολογηθοῦν σωστά. Ὁ γέροντας Ἰάκωβος τόνιζε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νά φεύγη ἀπό τήν Ἐκκλησία θεραπευμένος. Εἶχε παρακαλέσει καί τόν ὅσιο Δαυΐδ μετά τήν ἐξομολόγηση νά ξεχνάη ὅσα δέν χρειάζονται καί νά θυμᾶται αὐτά μόνον πού πρέπει, γιά νά προσεύχεται. Καί τούς περίμενε νά ξαναπᾶνε γιά ἐξομολόγηση. Ὅσους ἔβλεπε νά μήν μετανοοῦν, ἔλεγε ὅτι δέν εἶχε τό δικαίωμα νά τούς διαβάζη τήν συγχωρητική εὐχή. Ἔτσι ἐπετέλεσε ὁ Γέροντας μέ τόση ἐπιμέλεια καί ἀφάνεια ἕνα τεράστιο πνευματικό ἔργο.
»Ὅλη ἡ ζωή τοῦ γέροντος Ἰακώβου ἦταν μία ζῶσα μαρτυρία τοῦ ζῶντος Ἰησοῦ. Εἶχε μεγάλα πνευματικά χαρίσματα. Εἶχε πάντα σωστή κρίση. Κατόρθωνε νά εἰσχωρῆ πάντα στό βάθος τῶν πραγμάτων, τῶν γεγονότων καί τῶν καταστάσεων καί ἀτένιζε μέ σταθερότητα τά ὑψηλά.
»Εἶχε μεγάλη ἀγαθότητα καί ἀρχοντιά. Εἶχε μεγάλη φωτεινότητα καί σεμνότητα. Ἦταν ἕνας ἐπίγειος Ἄγγελος. Ὁ τρόπος πού ἐκινεῖτο, πού περπατοῦσε, πού μιλοῦσε, ἦταν χαριτωμένος. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση πού ἀποκαλοῦσε τούς ἄλλους μέ τά μικρά τους ὀνόματα. Ὑπῆρχε ἔτσι μία οἰκειότητα καί μία τρυφερότητα μεταξύ τοῦ Γέροντα καί τῶν προσκυνητῶν. Χαίρονταν ὅλοι νά τόν ἀκοῦν. Ἔνοιωθαν ἀσφάλεια κοντά του. Εἶχε ἕνα λόγο ἀγάπης καί παρηγοριᾶς γιά ὅλους. Ὁ λόγος του ἦταν εὐχάριστος καί ποτέ δέν κούραζε κανέναν. Ἔλεγε στόν κάθε προσκυνητή αὐτό τό ὁποῖο ἔπρεπε νά ἀκούση ἤ γιά νά λύση κάποιο πρόβλημα πού τόν ἀπασχολοῦσε ἤ νά τόν βοηθήση νά σώση τήν ψυχή του. Ὁ Γέροντας ἐπειδή ἦταν δοχεῖο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μεταλαμπάδευε καί στούς ἄλλους τό φῶς πού εἶχε ζήσει ὁ ἴδιος. Εἶχε χαρακτῆρα εὐθύν, εἰλικρινῆ καί ἀνυπόκριτον.
»Ἦταν λεπτός καί εὐγενικός πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους καί πρός αὐτούς ἀκόμη πού τόν στενοχωροῦσαν. Ὁ ἴδιος ὑπέφερε, χωρίς νά δημιουργῆ πρόβλημα στούς ἄλλους. Σήκωνε πάνω του τήν πικρία, χωρίς νά θελήση ποτέ νά δείξη στούς ἄλλους ὅτι τόν πίκραναν. Φερόταν καί σ᾽ αὐτούς μέ εὐγένεια. Βέβαια, δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι στήν ζωή του δέχτηκε πολλές δοκιμασίες καί πικρίες. Τίς σήκωσε μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ἡ λεπτότητά του ἦταν δεῖγμα μεγάλης ψυχικῆς προόδου καί πνευματικῆς κατάκτησης.
»Συνεχῶς καθώς μιλοῦσε, κάθε λίγο ἔλεγε ”μέ συγχωρεῖτε”. Συνεχῶς ζητοῦσε αὐτήν τήν συγγνώμη ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἐπειδή εἶχε πάρα πολύ μεγάλη ταπείνωση. Μέ τήν ταπείνωση αὐτή ἐμιμεῖτο τόν ἴδιο τόν Χριστό.
»Ἕνα δεῖγμα ἀκόμη τῆς ταπείνωσης πού εἶχε ὁ Γέροντας ἦταν ὅτι, ὁ,τιδήποτε καλό γινόταν στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ ἔλεγε ὅτι δέν ἦταν δικό του ἔργο, ἀλλά ἔργο τοῦ ὁσίου Δαυΐδ. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὅτι ἡγούμενος στό Μοναστήρι δέν εἶναι ὁ ἴδιος, ἀλλά ὁ ὅσιος Δαυΐδ.
»Ἐπίσης δεῖγμα τῆς μεγάλης πνευματικότητάς του ἦταν ἡ εὐχαριστία καί ἡ εὐγνωμοσύνη πρός τούς ἄλλους. Ἡ λέξη ”εὐχαριστῶ” δέν ἔλειπε ποτέ ἀπό τά χείλη του. Εὐχαριστοῦσε συνεχῶς τόν Θεό γιά τίς εὐεργεσίες Του καί τόν ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο τόν θεωροῦσε εὐεργέτη του.
»Ὁ γέροντας Ἰάκωβος εἶχε ψυχικά χαρίσματα πού τόν δρόσιζαν μέ τήν γλυκειά αὔρα τῆς Χάριτος καί τόν γέμιζαν μέ τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἦταν ἀφιλάργυρος, ἀφιλοχρήματος, φτωχός. Πολλά χρήματα πέρασαν ἀπ᾽ τά χέρια του ὅλα αὐτά τά χρόνια πού ὑπηρετοῦσε στήν Ἱερά Μονή τοῦ ὁσίου Δαυΐδ. Τίποτα ὅμως δέν κράτησε γιά τόν ἑαυτό του. Ὅσα χρήματα τοῦ ἔδιναν, τά μοίραζε ὅλα στούς ἀνθρώπους πού εἶχαν ἀνάγκη. Ὁ ἴδιος φοροῦσε ἕνα τριμμένο ἀλλά πάντα καθαρό ράσο. Εἶχε μεγάλη ἁπλότητα.
»Ἐπίσης ἦταν πολύ ἐργατικός. Ὅταν πῆγε στό Μοναστήρι, ὑπέφερε τήν ζέστη καί τό κρύο, τήν φτώχεια καί τήν ἀνέχεια. Ἔμενε σ᾽ ἕνα κελλί ἐρείπιο. Μέ χαλασμένη σκεπή καί μέ σπασμένη πόρτα. Ἐργάστηκε πάρα πολύ ὁ δόκιμος Ἰάκωβος νά καθαρίση τό κελλί του καί τά γύρω. Προσπάθησε νά ἐπιδιορθώση καί τίς ζημιές πού εἶχαν κάνει οἱ Γερμανοί, πού εἶχαν φτάσει ἕως ἐκεῖ τήν ἐποχή αὐτή τῆς Κατοχῆς.
»Ὁ δόκιμος Ἰάκωβος καλλιεργοῦσε διάφορα προϊόντα καί γιά νά τρέφεται, ἀλλά καί νά πωλῆ στά γύρω χωριά. Ἔτσι μέ αὐτά τά χρήματα ἀγόραζε ροῦχα, παπούτσια ἤ ὅ,τι ἄλλο εἶχε ἀνάγκη. Ὅλα αὐτά τά χρόνια πού ἔμεινε στό Μοναστήρι (σαράντα περίπου χρόνια) μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του ἐργάστηκε πάρα πολύ. Ἦταν πανταχοῦ παρών.
»Στό περιβόλι, στά χωράφια, στά ζῶα, στήν στέρνα, σέ ὅλες τίς δουλειές. Ὅμως δέν παραμελοῦσε τήν ἄσκηση. Ἐμιμεῖτο τήν ζωὴ τῶν Ἁγίων. Κοιμόταν ἐλάχιστα καί μάλιστα καταγῆς (χαμαικοιτία), ὅπως ἔκαναν καί οἱ ἀσκητές. Κάποιο διάστημα τίς νύχτες πήγαινε καί προσευχόταν στήν σπηλιά, πάνω στό βουνό, ὅπου ἔμενε παλιά καί ὁ ὅσιος Δαυΐδ. Ἐπέστρεφε στό Μοναστήρι καί πήγαινε πρῶτος στήν Ἐκκλησία γιά τήν θεία Λειτουργία. Καί γινόταν κάθε μέρα θεία Λειτουργία. Τίς Κυριακές τό πρωΐ, πήγαινε καί στά γύρω χωριά νά λειτουργήση. Ἔφευγε τά χαράματα μέ χιόνια, μέ βροχές καί μέ πολύ κρύα.
»Ὁ γέροντας Ἰάκωβος εἶχε μεγάλη εὐλάβεια στόν ὅσιο Δαυΐδ. Τόν ἔβλεπε ὀφθαλμοφανῶς. Ὅταν πρωτοπῆγε στό Μοναστήρι, τοῦ ἄνοιξε ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Δαυΐδ. Τόν ἀναγνώρισε ἀπό τήν εἰκόνα. Ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας, συχνά τοῦ ἐμφανιζόταν ὁ ὅσιος Δαυΐδ μέ μορφή ἄλλου μοναχοῦ. Τό εἶχε ζητήσει ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας γιά νά μήν φοβᾶται.
»Σατανᾶς ἐπιτέθηκε πολλές φορές στόν γέροντα Ἰάκωβο καί τό ἔτος 1954 πλῆθος δαιμόνων τόν κτύπησαν πολύ. Ἐπίσης τό ἔτος 1958, ὁπότε μετά ἀπό πολλά κτυπήματα τόν ἄφησαν μισολιπόθυμο. Ἄλλες φορές παρουσιάζονταν μπροστά του δαίμονες μέ τήν μορφή σκύλου, γυναίκας ἄσεμνης, γριᾶς κ.λ.π.
»Ἐκτός ἀπό τόν ὅσιο Δαυΐδ ὁ γέροντας Ἰάκωβος εἶχε μεγάλη εὐλάβεια καί στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο, πού τό ἅγιο Λείψανό του εἶναι στό Προκόπι τῆς Εὐβοίας. Κάθε φορά πού πήγαινε στό Προκόπι, ἀπό νέος ἀκόμη, ὅταν λειτουργοῦσε καί ἀργότερα, ὅταν λόγῳ τῶν ἀσθενειῶν του πηγαινοερχόταν στήν Ἀθήνα καί ἔμπαινε στά Νοσοκομεῖα καί περνοῦσε ἀπ᾽ τό Προκόπι, πήγαινε νά προσκυνήση τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο. Τόν ἔβλεπε ζωντανό μέσα στήν λάρνακά του καί συνομιλοῦσαν!
»Πολλές φορές πού ἦταν ἄρρωστος ὁ γέροντας Ἰάκωβος, ζητοῦσε νά ἔλθουν νά τόν βοηθήσουν ὁ ὅσιος Δαυΐδ καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος. Καί αὐτοί πάντα ἐμφανίζονταν καί τόν βοηθοῦσαν! Ἐπίσης ὁ γέροντας Ἰάκωβος εἶχε μεγάλη ἀγάπη καί εὐλάβεια στόν ἅγιο Χαράλαμπο. Ὁ Γέροντας ὄντως ζοῦσε μία ἀγγελική ζωή. Ζοῦσε μαζί μέ τούς Ἁγίους, συνομιλοῦσε μαζί τους, τούς ἔβλεπε, ἔνοιωθε αἰσθητά τήν παρουσία τους.
»Στό Ἅγιον Ὄρος, δέν πῆγε ποτέ. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ὁμολόγησε ὅτι ἡ Παναγία τόν πῆγε “πνευματικῷ τῷ τρόπῳ” στό Ἅγιον Ὄρος καί εἶδε ὅλα τά Μοναστήρια!
»Εἶχε μεγάλη εὐλάβεια καί ἀγάπη πρός τήν Παναγία. Ὁποιοδήποτε πρόβλημα παρουσιαζόταν, πήγαινε καί τήν θερμοπαρακαλοῦσε νά τόν βοηθήση.
»Προγνώρισε τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα ἀκριβῶς τοῦ θανάτου του! Τήν παραμονή τῆς 21ης Νοεμβρίου 1991, ἀγρύπνησε ἀποβραδίς μέ προσευχή, ξημερώνοντας τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Μετά τήν ἀκολουθία, ὅπου ἔψαλλε γονατιστός, πῆγε νά ἐξομολογήση ἀνθρώπους πού τόν περίμεναν. Ἐξομολόγησε τόν διάκονο Γεννάδιο, στόν ὁποῖο εἶπε νά μήν φύγη, ἀλλά νά μείνη γιά νά τόν ἀλλάξη. Ὁ διάκος διαμαρτυρήθηκε, ὅταν ἄκουσε τόν Γέροντα νά τοῦ λέη ὅτι θά φύγη ἐκείνη τήν ἡμέρα, ἀλλά ὁ Γέροντας ἐπέμενε.
»Πῆρε τό διάκο καί γυρίσανε ἐσωτερικά στό Μοναστήρι καί εὐλόγησε ὅλους τούς μοναχούς καί μετά βγῆκαν ἔξω. Ἀνέβηκαν ψηλά καί ἀγνάντεψε γιά τελευταία φορά τό Μοναστήρι. Τό εἶχε βρεῖ ἐρείπιο καί τώρα ἦταν ἀνακαινισμένο μέ πολύ καλούς μοναχούς! Εὐχαρίστησε πολύ τόν Θεό!
»Ὁ Γέροντας μαζί μέ τόν διάκονο Γεννάδιο ἐπέστρεψε πάλι στό κελλί του γιά νά ξεκουραστῆ. Ὅταν ἦλθε ὁ π. Ἀλέξιος γιά νά λάβη ὁδηγίες (ἐπειδή ὁ π. Ἀλέξιος θά πήγαινε σέ κάποια κηδεία γιά τήν νεκρώσιμη ἀκολουθία), ὁ Γέροντας τοῦ ἔδωσε ὁδηγίες καί ἔψαλλαν ὅλη τήν νεκρώσιμη ἀκολουθία μαζί. Ὁ Γέροντας τήν ἔψαλλε μέ χαρά!
»Στήν συνέχεια ἐξομολόγησε τήν Γερασιμούλα καί κατά τήν διάρκεια τῆς ἐξομολόγησης εἶπε στήν ἐξομολογουμένη, ὅτι πρέπει νά σηκωθῆ ἐπάνω, γιατί ἐκείνη τήν ὥρα στό κελλί μπῆκε ἡ Παναγία μαζί μέ τόν ὅσιο Δαυΐδ, τόν ἅγιο Ἰάκωβο καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο. Εἶχαν ἔλθει νά τόν πάρουν μαζί τους γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ὕστερα σάν πουλάκι παρέδωσε τό πνεῦμα του στίς 4.17΄, τό ἀπόγευμα τῆς 21ης Νοεμβρίου 1991».
