
Ἡ διαφύλαξη καὶ ἡ μεταβίβαση τῶν ἀρχαίων κειμένων στοὺς κατοπινοὺς συγκαταλέγονται στὶς πολιτιστικές περγαμηνὲς τῶν Βυζαντινῶν. Χωρίς τοὺς βυζαντινούς φιλολόγους καὶ τὴν ἀκαταπόνητη ἐργασία τους ὡς ἐκδοτῶν καὶ σχολιαστῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἔργων οἱ γνώσεις μας γιὰ τὸν πνευματικὸ κόσμο τῶν ἀρχαίων, ἀλλὰ καὶ κάθε λογῆς ἐκδηλώσεις τοῦ βίου τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ρωμαίων, θὰ ἦταν κατὰ πολύ πενιχρότερες. Γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς Βυζαντινούς ἡ φιλολογία, δηλαδὴ ἡ σπουδὴ τῆς γλώσσας καὶ τῶν ἔργων ποὺ εἶχαν συντεθεῖ στὴ γλώσσα αὐτή, ἦταν πάντα μιὰ ἐθνικὴ καὶ πολιτικά ἀποστολή. Ἡ γλώσσα ἦταν ἐκείνη ποὺ ἀπὸ παλιὰ διέκρινε τὸν “Ελληνα από τὸν βάρβαρο, καὶ στὸ Βυζάντιο τὸν μορφωμένο πολίτη τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὸν ἀμόρφωτο ξένο. “Ὅσο κι ἂν ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἦταν πολύγλωσση, ὅσο κι ἂν στὶς μεγάλες πόλεις της ζοῦσαν ἄνθρωποι ποὺ ἀνῆκαν σὲ διάφορες φυλές καὶ μιλοῦσαν διάφορες γλῶσσες, ἡ ἄψογη γνώση της Ἑλληνικῆς στὴν κλασική της μορφὴ (ἢ τέλος πάντων τοῦ ἰδιώματος ποὺ κατὰ περίπτωση θεωροῦσαν ὡς κλασικὴ ἑλληνική) παρέμενε τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ μορφωμένου ρωμαίου πολίτη. Ὁ σύγχρονος παρατηρητής θεωρεῖ συχνὰ τὴ λατρεία αὐτὴ τῆς ἀρχαίας γλώσσας ὑπερβολική, γιὰ τοὺς Βυζαντινοὺς ὅμως ἦταν οὐσιαστικὸς παράγοντας γιὰ τὴν ἐθνική τους αὐτοσυντήρηση· αὐτὸ ἐπιβεβαιώθηκε στούς ζοφεροὺς αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ καλλιέργεια τῆς γλώσσας καὶ τῆς φιλολογίας -μαζί μὲ τὴν προσήλωση στὴν ὀρθοδοξία- πρόσφερε στὸν ἑλληνικὸ λαὸ τὴ δυνατότητα νὰ ἐπιβιώσει.
Herbert Hunger, ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, Τόμος β΄, ΜΙΕΤ, σσ. 367-368
