
Στὰ χρόνια τῆς μεταφορᾶς τῆς πρωτεύουσας ἡ χριστιανικὴ λειτουργία τελεῖται καὶ ἑλληνικὰ στὴ Δύση, ἐνῶ ἡ μετάφραση τῆς ῾Αγίας Γραφῆς στὰ λατινικὰ δὲν ἔχει ἀκόμα ὁλοκληρωθεῖ. Στὴ Ρώμη ἡ λατινικὴ εἶχε ὑποκαταστήσει προοδευτικὰ τὴν ἑλληνικὴ ὡς γλῶσσα τῆς λειτουργίας, μέχρι ποὺ ὁ πάπας Δαμάσιος ὁ Α΄ (366-384) ἐπέβαλε τὴν ἀποκλειστικὴ χρήση τῆς λατινικῆς στὶς ἐκκλησίες τῆς δικαιοδοσίας του. Ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι (Κικέρων, Ὁράτιος, Οὐάρων) ταξίδευαν στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ ἀντλήσουν φιλοσοφικὲς γνώσεις ἀπὸ τὴν πηγή τους, καὶ οἱ κορυφαῖοι ἱεράρχες τοῦ δυτικοῦ, χριστιανικοῦ, κόσμου, ὁ Ἱερώνυμος (347-420), ὁ ᾿Αμβρόσιος Μεδιολάνων (339-397), ὁ Ρουφῖνος ᾿Ακυιλίας (345-410) ταξιδεύουν στὴν ᾿Ανατολή, γιὰ νὰ μελετήσουν τὶς πηγές τοῦ χριστιανισμοῦ. Γιὰ τοὺς λατινόφωνους χριστιανοὺς ὑπάρχουν τρεῖς ἱερὲς γλῶσσες· ἡ ἑβραϊκή, ἡ ἑλληνική καὶ ἡ λατινική. Σὲ περίπτωση διαφωνίας ἀνατρέχουν γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη στὸ ἑλληνικὸ καὶ γιὰ τὴν Παλαιὰ στὸ ἑβραϊκὸ πρωτότυπο. Καὶ τὸ κείμενο ὅμως τῶν Ο’ θεωρεῖται θεόπνευστο.
Ὁ ἑλληνόφωνος χριστιανισμός, πιστὸς στὸ κήρυγμα τῆς Πεντηκοστῆς, δὲν διακρίνει ἱερὲς γλῶσσες· ὅλες οἱ γλῶσσες εἶναι ἰσάξιες. Ἡ ἑλληνική, κύρια γλώσσα τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Εὐαγγελιστῶν μέχρι τὰ μέσα περίπου τοῦ Δ’ μ.Χ. αἰώνα, δὲν ἔγινε ἡ γλῶσσα τοῦ ἀνατολικοῦ χριστιανισμοῦ, εἶναι ὅμως ἡ γλώσσα τῆς ὀρθοδοξίας· ὄχι μόνο ὡς ἐπικρατέστερο μέσο ὑπερεθνικῆς ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ὡς γλῶσσα κατάλληλη γιὰ τὴ διατύπωση θρησκευτικῶν δογμάτων. Οἱ χριστιανοὶ ἱεράρχες ἀποδίδουν στὴ λατινικὴ πενία καὶ στενότητα, ὅπως καὶ οἱ ἐθνικοὶ λόγιοι. Ἑλληνικὰ γράφονται τὰ πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἑλληνικὰ διατυπώνεται τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἡ διαλεκτικὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀληθινῆς πίστης, διότι ἀσκεῖ τὸ μυαλὸ καὶ χαρίζει εὐγλωττία.
Ἁγνὴ Βασιλακοπούλου, Ἡ κλασικὴ παιδεία στὸ Βυζάντιο, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ , σελ. 327.
