Από τη ΖΩΗ των λέξεων: ”οβελός, οβολός, οβελίας”

ΟΒΕΛΟΣ στην αρχαιότητα ήταν η σούβλα, πβ. α 465 : μίστυλλόν τ’ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ’ ὀβελοῖσιν ἔπειραν
(«έκοψαν το υπόλοιπο κρέας και το έβαλαν στις σούβλες»).
 
Ο ΟΒΕΛΙΑΣ αρχικά ήταν ψωμί ψημένο στη σούβλα (πβ. Φωτίου: Ὀβελίας ἄρτος, ὁ ἐπὶ ὀβελῶν ὀπτώμενος
 
Συνεκδοχικά απέκτησε τη σημασία τού αρνιού που παραδοσιακά σουβλίζουμε το Πάσχα. Από εκεί, το “οβελιστήριο”, η ψησταριά όπου σουβλίζεται κρέας, αλλά και γενικότερα η ψησταριά. Στον Κουμανούδη καταγράφεται επίσης η λέξη “ὀβελοστρεφής” (“ὀβελοστρεφὲς κεμπάπι” «σουβλιστό κεμπάπ»).
 
Από το ουσ. “οβελός” όμως προήλθε και ο “ΟΒΟΛΟΣ”, νόμισμα στην αρχαία Αθήνα αξίας ίσης με το 1/6 τής δραχμής, καθώς φαίνεται ότι κάποτε οι σιδερένιοι ή χάλκινοι οβελοί χρησιμοποιήθηκαν ως μονάδες συναλλαγής.
 
Από το σχήμα τής σούβλας ονομάστηκε στις μέρες μας “οβελός” και η μεταλλική ράβδος που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό τής κάννης τού όπλου στον στρατό. Από εκεί προέκυψε ο “σχοινοβελός”, το αντίστοιχο εργαλείο, που αποτελείται όμως μόνο από σχοινί και ένα βαρίδι (χωρίς δηλαδή καμία ομοιότητα με τη σούβλα).
 
Σε τελείως διαφορετικό σημασιολογικό χώρο βρίσκεται ο φιλολογικός “οβελός”, η μικρή οριζόντια γραμμή που σημείωναν οι φιλόλογοι τής ελληνιστικής εποχής σε ένα κείμενο για να δείξουν ότι είναι νόθο («ἀθετήσεως σύμβολον»), προφανώς λόγω τής ομοιότητας τής γραμμής με οριζόντια ράβδο. Αναφέρει ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης (12ος αι.):ὁ ὀβελός, ὅς ἐστι γραμμή τις εὐθεῖα προτιθεμένη μὲν στίχων ἤτοι ὀρδίνων ἔξω.
 
Από εκεί προήλθε το ρήμα “οβελίζω” «σημειώνω κείμενο με οβελό, για να διαγραφεί» και το σύνθετο ρήμα “ΕΞΟΒΕΛΙΖΩ” «αποβάλλω», που εκτός από τη φιλολογική του σημασία απέκτησε και μεταφορική χρήση στη σύγχρονη γλώσσα (π.χ. εξοβέλισαν από το λεξιλόγιό τους οποιαδήποτε λέξη τούς θύμιζε την καταστροφή τής πόλης).