Η λέξη “θέατρον” ανήκει σε μία από τις πιο εντυπωσιακές λεξιλογικές οικογένειες της Ελληνικής. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα “θεάομαι-ῶμαι” ( = βλέπω, κοιτάζω με προσοχή) και αρχικά σήμαινε τον τόπο θέασης — εκεί από όπου κοιτάζεις…
“Θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ”
