“Ο Εθνομάρτυρας Επίσκοπος Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ”, του Ευάγγελου Θ. Κατσίμπρα

Ευάγγελου Θ. Κατσίμπρα

Ήταν έντονη η επιθυμία μου εδώ και πολλά χρόνια και είχα θέσει σκοπό της ζωής μου να μπορέσω κάποια στιγμή να συμμετέχω σε εκδήλωση που θα τιμηθεί η μνήμη του ιερομάρτυρα Επισκόπου Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ και στα μέρη μας, για τον οποίο άκουγα και διάβαζα ότι είχε μεγάλη θρησκευτική και εθνική δραστηριότητα και ότι θυσιάστηκε κατά την έξοδο του Μεσολογγίου.

Αυτό έγινε πραγματικότητα την περασμένη χρονιά, 2023, όταν διοργανώθηκε με την πρωτοβουλία και τη συμμετοχή μας καθώς και άλλων φορέων, στο Κάστρο των Ρωγών η πετυχημένη εκδήλωση προς τιμήν του, η οποία έγινε μετά από 50 περίπου χρόνια, αφού παρόμοια εκδήλωση είχε γίνει το 1971, με την ευκαιρία του εορτασμού των 150 χρόνων από την επανάσταση του 1821.

Πιστεύω ότι με τη διοργάνωση και της επετειακής εκδήλωσης, που πραγματοποιείται την Κυριακή 7 Απριλίου 2024 και στην οποία συμμετέχω ξανά ως συνδιοργανωτής επικεφαλής του φορέα Εταιρεία Βυζαντινών Μελετών Πρέβεζας, αλλά και όσων εκδηλώσεων θα ακολουθήσουν στο μέλλον, στις οποίες θα λαμβάνω μέρος, ότι εκπληρώνω το μεγάλο σκοπό τον οποίο είχα θέσει για να τιμηθεί η μνήμη του ιερομάρτυρα Επισκόπου Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ.

Ο Επίσκοπος Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ γεννήθηκε στα Αμπελάκια το 1776 ή την Τσαριτσάνη Θεσσαλίας και από πολύ νωρίς διακρίθηκε για την φιλομάθειά του.

Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον τρικαλινό Ιερέα Πολυζώη, τον Εθνομάρτυρα και συνέχισε τις σπουδές του στην περίφημη σχολή της Τσαρίτσανης όπου ήταν μαθητής του δάσκαλου του Γένους και διαφωτιστή Κωνσταντίνου Κούμα.

Σε ηλικία μόλις 14 ετών χειροτονήθηκε Αναγνώστης και στη συνέχεια ασπάστηκε το μοναχικό βίο και χειροτονήθηκε το 1798, σε ηλικία 22 ετών, διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος στην Τσαρίτσανη από τον Επίσκοπο Ελασσόνας Ιωαννίκιο τον Α΄.

Ως κληρικός με τη μεγάλη του εθνική δράση ανησυχεί τον Αλή Πασά ο οποίος δίνει εντολή το 1814 να τον συλλάβουν και να τον μεταφέρουν στα Ιωάννινα όπου τον φυλακίζει με σκοπό να θανατωθεί.

Η ποινή του όμως δεν εκτελείται, αποφυλακίζεται και καταφεύγει στην Άρτα, κοντά στον Μητροπολίτη Άρτης και Ναυπάκτου Πορφύριο με τον οποίο συνδέονταν από παλαιότερα.

Στην Άρτα χειροτονείται Αρχιμανδρίτης, όπου ανέπτυξε σημαντική εκκλησιαστική και εθνική δράση και γνωρίστηκε φιλικά με τον Επίσκοπο Ρωγών και Κοζύλης Μακάριο.

Όταν στη συνέχεια το 1820 ο Μακάριος καταδιώχθηκε από τους Τούρκους και πέρασε στην Κέρκυρα για να γλυτώσει το θάνατο από τον Αλή Πασά, όρισε τον Αρχιμανδρίτη Ιωσήφ αντικαταστάτη του στην Επισκοπή Ρωγών.

Οι Ρωγοί βρίσκονται σε χαμηλό λόφο ανάμεσα από τα χωριά της Πρέβεζας, Πέτρα και Νέα Κερασούντα.

Σήμερα σώζονται ερείπια του κάστρου καθώς και Ιερός Ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μέρος της παλιάς Μονής η οποία δεν σώζεται.

Δίπλα στην είσοδο του Ιερού Ναού υπάρχει επιγραφή που αναγράφει:

«ΕΝ ΤΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙ ΜΟΝΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΡΩΓΩΝ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΣΕ 1820-1826 Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΙΩΣΗΦ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΑΤΑΣ ΠΡΟΣΕΝΕΓΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΗ ΠΑΤΡΙΔΙ ΕΝ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΩ ΑΓΩΝΙΣΘΕΙΣ ΚΑΙ ΘΥΣΑΣΘΕΙΣ 13/04/1826».

Ως Επίσκοπος Ρωγών έμεινε μικρό χρονικό διάστημα αλλά φεύγοντας άφησε σπουδαίο εκκλησιαστικό κα φιλανθρωπικό έργο.

Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, ο Επίσκοπος Ιωσήφ δραστηριοποιήθηκε έντονα για να υποστηρίξει τους σκοπούς του απελευθερωτικού Αγώνα και αργότερα στον τουρκικὸ εμφύλιο πόλεμο, οι Έλληνες της περιοχής με τον Ιωσὴφ πρωταγωνιστή, ύστερα από εντολή της Φιλικής Εταιρείας, πήραν το μέρος του Αλή πασά για να πολεμήσουν τα σουλτανικὰ στρατεύματα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Χουρσὶτ Πασᾶς να συλλάβει πολλοὺς Κληρικοὺς και μεταξύ αυτών και τον Επίσκοπο Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ.

Οι τουρκικές αρχές τον τιμώρησαν με κάθειρξη στην Άρτα, μέχρι το τέλος του 1821, οπότε απελευθερώθηκε όταν τα σουλιώτικα και ρουμελιώτικα σώματα κυρίευσαν για λίγες μέρες την πόλη της Άρτας.

Μετά την απελευθέρωσή του εγκατέλειψε την πόλη της Άρτας και κατέφυγε στο αρματολίκι του Βάλτου Ακαρνανίας όπου συνάντησε τους αγωνιστές, Ανδρέα και Γιάννη Ίσκο και έλαβε μαζί τους μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων στην Επανάσταση που ακολούθησε.

Στη συνέχεια ο Επίσκοπος Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ πήγε τον Φεβρουάριο του 1822 στο δοκιμαζόμενο Μεσολόγγι όπου συνδέθηκε με τον Ελβετό Φιλέλληνα εκδότη των «Ελληνικών χρονικών» Ιωάννη Μάγερ και συνεργάσθηκε μαζί του σε οργανωτικά θέματα του Αγώνα.

Στις 24 Δεκεμβρίου του 1823 διοργάνωσε με απόλυτη επιτυχία την υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα.

Οι αρετές και ο προσωπικός του αγώνας τον ανέδειξαν σε πνευματικό καθοδηγητή των πολιορκημένων αλλά είχε και το θλιβερό προνόμιο να τελέσει τον Αύγουστο του 1823 την κηδεία του Μάρκου Μπότσαρη και τον Μάρτιο του 1825 κήδευσε το Λόρδο Βύρωνα.

Ο Επίσκοπος Ιωσήφ με μεγάλη καρτερία και γενναιότητα κρατώντας στα χέρια του τον Τίμιο Σταυρό εμψύχωνε τους πολιορκημένους, ο δε Μάγερ έγραψε για τη δράση του αυτή στις 19 Δεκεμβρίου του 1825 στα Ελληνικά χρονικά ότι «Από το ρακένδυτο πετραχήλι του κρέμονται οι ψυχές όλων των πολιορκημένων».

Μαζί με τον Πρεβεζάνο Αρχιμανδρίτη Γεράσιμο Ζαλογγίτη γυρνούν στα τείχη, εμψυχώνουν τους Αγωνιστές, περιθάλπουν τους τραυματίες, βοηθούν στη επιδιόρθωση των τειχών και πολεμούν και οι ίδιοι στην «ντάπια».

Μετά από ένα χρόνο πολιορκίας οι πολιορκημένοι, όταν κατάλαβαν πως ήταν αδύνατο πλέον να έρθουν ενισχύσεις, αποφασίζουν τη συγκρότηση μιας Διοικούσας Επιτροπής, ενός συμβουλίου, το οποίο αποτελούνταν από τον Επίσκοπο Ιωσήφ ως πρόεδρο και μέλη τους πρόκριτους και τους οπλαρχηγούς της πόλης, το οποίο ονομάσθηκε «Συμβούλιο Θανάτου».

Η επιτροπή αυτή συνεδρίασε στις 6 Απριλίου του 1826 στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και αποφάσισε ομόφωνα να πραγματοποιηθεί η Έξοδος το Σάββατο του Λαζάρου ξημερώνοντας Κυριακή των Βαΐων, 10 με 11 Απριλίου του 1826.

Το σχέδιο της Εξόδου το οποίο κατέστρωσε ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, όπως μαρτυρεί ο Νικόλαος Κοσομούλης, αποτελούνταν από δεκαεπτά άρθρα με αναφορά στον αγώνα για την Ελευθερία ή τον Θάνατο.

Το κείμενο όριζε ότι η έξοδος θα γινόταν από τρία διαφορετικά σημεία διασχίζοντας το εχθρικό στρατόπεδο με αρχηγούς σε κάθε ένα από τα τρία σώματα τους Νότη Μπότσαρη, Δημήτριο Μακρή και Κίτσο Τζαβέλα.

Ο Επίσκοπος κατά την Έξοδο ήταν επικεφαλής της τρίτης φάλαγγας με τα γυναικόπαιδα, η οποία μέσα στον πανικό αναγκάζεται να επιστρέψει στην πόλη και με λιγοστούς πολεμιστές να ταμπουρωθεί στο νησάκι του Ανεμόμυλου.

Στον Ανεμόμυλο αντιστέκονται επί τρείς μέρες αλλά δεν άντεξαν και στο τέλος ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχθηκε μαζί με την ομάδα του για να μην πέσουν ζωντανοί στα χέρια των τούρκων εισβολέων.

Ανάμεσα στα συντρίμμια οι εισβολείς βρήκαν μισοζώντανο τον Επίσκοπο και αφού τον βασάνισαν, τον κρέμασαν πάνω στα ερείπια του Ανεμόμυλου όπου ξεψύχησε μαρτυρικά στις 13 Απριλίου 1826.

Η ταφή του έγινε δίπλα από τον Ιερό Ναό του Αγίου Παντελεήμονα στην πόλη του Μεσολογγίου, όπου είχε τελέσει και την τελευταία Θεία Λειτουργία.

Ο Εθνομάρτυρας Επίσκοπος Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ είναι ένα σύμβολο της Μεγάλης Επανάστασης και η θυσία του πρέπει να γίνει παράδειγμα για τις νέες γενιές.

Ο Εκκλησιαστικός αυτός Ηγέτης, με τους αγώνες και τη θυσία του δόξασε το Μεσολόγγι και δοξάστηκε ταυτόχρονα ως ένας μεγάλος Ιερομάρτυρας.

 

Αιωνία η μνήμη του Επισκόπου Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ.