(Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη, Ἡ Θεοτόκος στὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, σελ. 74 καὶ ἑξ.)
Τὸ Συναξάρι ὡς μέρος τῆς Παραδόσεως ἀποτελεῖ πυλῶνα καὶ ἀσφαλῆ ὁδηγὸ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας[1]. Σύμφωνα μὲ τὸν Νέο Συναξαριστὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποτελεῖ ἐπαυξημένη, συμπληρωμένη καὶ διορθωμένη ἔκδοση τῶν προηγούμενων συναξαριστῶν[2], τὰ γεγονότα σχετικὰ μὲ τὴν κοίμηση ἔχουν ἐν περιλήψει ὡς ἀκολούθως: Ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς θέλησε νὰ παραλάβῃ ἀπό Αὐτὸν τόν ἴδιο τὴν Μητέρα Του, ἀπέστειλε ἕναν ἄγγελο[3], τρεῖς ἡμέρες πρίν, γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλῃ τὴν εἴδηση. Ἀκούγοντας μὲ μεγάλη χαρὰ τὴν εἴδηση, ἡ Θεοτόκος, ἐπιθυμῶντας σφόδρα νὰ ὑψωθῇ πρὸς τὸν Υἱό Της, μετέβη στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν[4] γιὰ νὰ προσευχηθῇ. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ Παναγία ἔφτανε στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου, τὰ δένδρα ποὺ φύτρωναν ἐκεῖ ἔκλιναν τὰ κλαδιά τους προσκυνῶντας καὶ ἀποδίδοντας σέβας καὶ τιμὴ στὴν Κυρία τοῦ Κόσμου[5]. Ἀφοῦ προσευχήθηκε, ἡ Παναγία ἐπέστρεψε στὸ σπίτι Της, στὸ ὄρος Σιών, ποὺ σείστηκε ὁλόκληρο καθὼς ἔμπαινε. Εὐχαριστῶντας τὸν Θεὸ ἄναψε φῶτα καὶ κάλεσε τὶς συγγενεῖς καὶ τὶς γειτόνισσες. Στὶς γυναῖκες ποὺ ἦλθαν μετὰ τὸ κάλεσμα ἀπεκάλυψε τὴν εἴδηση τῆς ἐκδημίας Της στὸν Οὐρανό. Τοὺς ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ συνέχιζε νὰ τὶς προστατεύῃ, ὄχι μόνον αὐτές, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὴν προσευχή Της. Ἡ Παναγία ἄφησε ἐπίσης παραγγελία νὰ δώσουν δύο φορέματα[6] ποὺ εἶχε σὲ δύο φτωχὲς χῆρες. Τὴν ὥρα ποὺ ἔλεγε αὐτά, μιὰ βοὴ σὰν βροντὴ[7] ἔσεισε πάλι τὸ σπίτι, ποὺ γέμισε μὲ σύννεφα τὰ ὁποῖα ἔφεραν τοὺς Ἀποστόλους[8] ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου. Ἔτσι στὰ πρόσωπά τους συνήχθη μυστικὰ ὅλη ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ κηδεύσῃ τὴν Κυρία Της. Στὸν χορὸ τῶν Ἀποστόλων προσετέθη ἐκεῖνος τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν, ὅπως ὁ ἅγιος Ἱερόθεος[9], ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ ἅγιος Τιμόθεος. Ἔπειτα ἔφτασε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος[10]. Ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε γιὰ τελευταία φορὰ ὅλους τοὺς παρόντες, ἡ Πανάμωμος ξάπλωσε μόνη Της στὸ νεκρικὸ κρεβάτι, τοποθετῶντας τὸ σῶμα Της, ὅπως Ἐκείνη ἀγαποῦσε καὶ ἀνέπεμψε φλογερὲς προσευχὲς στὸν Υἱό Της γιὰ τὴν διατήρηση καὶ τὴν εἰρήνη ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔπειτα, ἀφοῦ εὐλόγησε[11] τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Ἱεράρχες, μὲ πρόσωπο χαμογελαστὸ παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν πάναγνη καὶ ὁλόφωτη ψυχή Της[12] στὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ Της ποὺ ἐμφανίστηκε συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ καὶ χορὸ ἀγγέλων[13].
[1] Νικολάου Ξεξάκη, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ. Α΄: Προλεγόμενα εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Δογματικήν, ἐκδ. Ἔννοια, Ἀθήνα 2006, σελ. 86: «Τὸ περιεχόμενον τῆς ὑπερφυσικῆς θείας Ἀποκαλύψεως ἐμπεριέχεται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ Ἱερὰν Παράδοσιν. Τὰ δύο αὐτὰ θεολογικὰ μνημεῖα συνιστοῦν τὸν χῶρον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου παρέχεται ἡ Ἀποκάλυψις. Τοιουτοτρόπως Ἁγία Γραφὴ καὶ Ἱερὰ Παράδοσις δὲν ἀποτελοῦν πηγὰς (ἢ πηγὴν) τῆς θείας Ἀποκαλύψεως ἐν τῇ κυρίᾳ, ἀλλὰ φορεῖς αὐτῆς». Ἐντὸς τοῦ εὐρέος κύκλου τῆς Παραδόσεως ἀνήκει ἀσφαλῶς καὶ τὸ Συναξάρι. Μαρίνας Κολοβοπούλου, Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τ. Α΄, ἐκδ. Ἔννοια, Ἀθήνα 2019, σελ. 50, 65, 66.
[2] Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2009, τ. 12ος, σελ. 150-153 καὶ Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τ. Α΄, Β΄, Γ΄, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 22005, σελ. 469-473: Ὁ Νέος Συναξαριστὴς στηρίζεται στὸν Συναξαριστὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Συναξαριστὴς περιγράφει μὲ λεπτομέρειες τὰ τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου: τὴν ἀποστολὴ τοῦ Ἀγγέλου, τὴν ἐπιθυμία τῆς Θεοτόκου νὰ μεταβῇ στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, τὴν προσκύνηση τῶν δένδρων, τὸν σεισμὸ στὸ ὄρος Σιών, τὶς τελευταῖες στιγμὲς μὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ τὶς γειτόνισσες, τὸν εὐτρεπισμὸ τῆς νεκρικῆς κλίνης, τοὺς κοπετοὺς τῶν οἰκείων Της, τὴν παραμυθία Της, τὴν ὑπόσχεση γιὰ τὴν μετὰ θάνατον ἀντιλήψη πρὸς τὸν κόσμο, τὴν μεταφορὰ μὲ νεφέλη τῶν Ἀποστόλων καὶ ἁγίων Ἱεραρχῶν στὴν οἰκία Της ἐκ περάτων τῆς γῆς, τὴν συνομιλία Της μὲ τοὺς Ἀποστόλους, τὴν παράδοση τῆς ψυχῆς Της, τὴν τιμωρία καὶ τὴν μετάνοια τοῦ Ἰεφονία, τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ θεομητορικοῦ σώματος, τὴν ἀπουσία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, τὴν μετάστασή Της στοὺς Οὐρανούς. Παναγιώτου Χρήστου, «Ἀρεοπαγιτικὴ ἔμπνευσις ὕμνων τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου», σελ. 632: «Τὸ συναξάριο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ὅπως ἔχει σήμερα καὶ ὅπως κατὰ βάσι ἦταν προφανῶς ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς ἐνσωματώσεώς του στὴν ἀκολουθία, εἶναι πλεγμένο γύρω στὰ λόγια μιᾶς παραγράφου τοῦ Περὶ Θείων ὀνομάτων ἔργου τοῦ Διονυσίου Ἀρεοπαγίτη, τὸ ὁποῖο ἀφιερώνει στὸν ἐπίσκοπο Ἐφέσου Τιμόθεο».
[3] Μοναχοῦ Θεογνώστου, Ἐγκώμιον εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, M. Jugie, Homélies mariales byzantines, Patrologia Orientalis 16, fasc. 3, Paris: Firmin-Didot et Companie, 1922, 2, 11-19, σελ. 458: «Ἀποστέλλεται ἄγγελος μηνύων τῇ ἁγίᾳ Θεοτόκῳ τὴν ἑαυτῆς μετάστασιν. Ἔδει γὰρ τὴν δι’ ἀγγέλου σύλληψιν εἰληφυῖαν, δι’ ἀγγέλου καὶ τὴν κοίμησιν δέξασθαι. Ἡ δὲ οὐκ ἐταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ, οὐκ ἐφοβήθη ἐπὶ τῷ ῥήματι, οὐδὲ ἐπηγάσθη ἐπὶ τῷ μηνύματι, οὐκ ἄλλον τινὰ ἀδολεσχίας ἐνεδείξατο τρόπον· ἀλλ’ ὥσπερ τὸν εὐαγγελισμὸν τῆς συλλήψεως συνετῶς ἠσπάσατο, οὕτως καὶ τὸν τῆς κοιμήσεως ἀσμένως κατεδέξατο». Ὁ Θεόγνωστος παραλληλίζει τὴν ἀναγγελία τῆς Κοιμήσεως μὲ αὐτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὅπως κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό, ἔτσι καὶ κατὰ τὴν ἀναγγελία τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου δὲν ταράχθηκε, ἀλλὰ δέχτηκε μὲ χαρὰ τὸ ἄγγελμα. Γιὰ τὸν μοναχὸ Θεόγνωστο βλ. M. Jugie, Homélies mariales byzantines, Patrologia Orientalis 16, fasc. 3, Paris: Firmin-Didot et Companie, 1922, σελ. 455-457 καὶ γιὰ τὸ «Ἐγκώμιον εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου» ποὺ ἐξεφωνήθη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 861-868 βλ. Χριστῖνα Βρακᾶ, Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 94–97.
[4] Ἰωάννου Θεσσαλονίκης, Κοίμησις τῆς Δεσποινῆς ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, M. Jugie, Homélies mariales byzantines II, Patrologia Orientalis 19, fasc. 3, Paris: Firmin-Didot et Companie, 1926, 3, σελ. 379, 16-21: «Τότε ἐπορεύθη Μαρία, καὶ ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν, προλάμποντος αὐτῇ τοῦ φωτὸς τοῦ ἀγγέλου, ἔχουσα ἐν τῇ χειρὶ τὸ βραβεῖον. Καὶ ὅτε ἦλθεν εἰς τὸ ὄρος, ἠγαλλιάσατο ὅλον μετὰ τῶν ἐν αὐτῷ φυτῶν, ὥστε τὰ φυτὰ κλίναι τὰς κεφαλὰς καὶ προσκυνῆσαι». Τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ δένδρα ὑποκλίνονται καὶ προσκυνοῦν τὴν Θεοτόκο φανερώνει τὴν συμμετοχὴ τῆς φύσεως στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ μεταξὺ φύσεως καὶ ἀνθρώπου ὑπάρχει στενὴ ἐξάρτηση. «Ὀίδαμεν γὰρ ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν» (Ρωμ 8, 22), στὸ χωρίο αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κάνει λόγο γιὰ τὶς συνέπειες τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου στὴν κτίση. Ἡ κτίση στενάζει καὶ ὠδίνει, ὅπως καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ μετέχει καὶ αὐτὴ στὴν φθορὰ καὶ ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτωλῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ τὸν Ἰωάννη Θεσσαλονίκης βλ. Ἀντωνίας Κυριατζῆ, Ἰωάννης Α’ ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (6ος-7ος αἰ.). Ἱστορική, θεολογική προσέγγιση, (δ.δ) Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 42-49. Ἰσιδώρου Θεσσαλονίκης, Εἰς τὴν πάνσεπτον κοίμησιν τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, Η΄, PG 139, 128Β-D. Καὶ ὁ Ἰσίδωρος ἀναφέρεται στὸ πένθος τῆς φύσεως, ποὺ σκυθρωπάζει γιὰ τὴν ἐπικείμενη Κοίμηση.
[5] Βαρνάβα Χατζηωιαννίδη, Ἡ Θεοτόκος στοὺς Ἡσυχαστὲς Πατέρες τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰῶνα, σελ. 85.
[6] Ἰσιδώρου Θεσσαλονίκης, Εἰς τὴν πάνσεπτον κοίμησιν τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, Ι΄, PG 139, 129Β-C.
[7] Ἰωάννου Θεσσαλονίκης, Κοίμησις τῆς Δεσποινῆς ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, 7, σελ. 386, 4-16: «Καὶ ἅμα τῷ ἐξελθεῖν αὐτοὺς ἐκ τοῦ ταμείου, βροντὴ μεγάλη ἐγένετο, ὥστε ταραχθῆναι τοὺς ἐν τῷ τόπῳ. Καὶ μετὰ τὴν φωνὴν τῆς βροντῆς, ἐχαλάσθησαν ἐν νεφέλαις οἱ ἀπόστολοι πρὸς τὴν θύραν Μαρίας, ἕνδεκα ὄντες, ἕκαστος καθήμενος ἐπὶ νεφέλης, πρῶτος Πέτρος, δεύτερος Παῦλος, ἐνεχθεὶς καὶ αὐτὸς ὑπὸ νεφέλης καὶ συναριθμηθεὶς τοῖς ἀποστόλοις· ἀρχὴν γὰρ εἶχε πίστεως ἐν Χριστῷ. Μετὰ τούτους, καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι ἐν νεφέλαις συνήχθησαν πρὸς τὴν θύραν Μαρίας».
[8] Μοδέστου Ἱεροσολύμων, Ἐγκώμιον εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, Θ΄, PG 86, 330Α-Β: «ἔσπευδον ἐκ πάσης τῆς ὑφηλίου, ὁδηγούμενοι καὶ συνεργούμενοι ὑπὸ τῆς ἄνωθεν ροπῆς». Ἡ μαρτυρία τοῦ Μοδέστου ἔχει μεγάλη σημασία, διότι ὁ Μόδεστος ὑπῆρξε πατριάρχης Ἱεροσολύμων (631-634). Ἡ διήγησή του συνεπῶς ἀντανακλᾶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Τὸ Ἐγκώμιο τοῦ Μοδέστου εἶναι ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα κείμενα ποὺ ἀναφέρονται στὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο τῆς Κοιμήσεως. Παναγιώτη Χρήστου, Πατρολογία Ε΄, ἐκδ. «Ἐκδοτικὸς οἶκος Κυρομάνος», Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 496. Ὁ Π. Χρήστου θεωρεῖ ὅτι τὸ Ἐγκώμιον δὲν δύναται νὰ εἶναι δικό του, καθόσον γνωρίζει τὸν μονοθελητισμό, ὁ ὀποῖος δὲν εἶχε ἀκόμα ἀναφανῆ. Στὴν συνάφεια τῶν ἀντιθετικῶν στοιχείων ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν θέση τοῦ Μοδέστου ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ παραθέτει ὁ καθηγητὴς Χρήστου κρίνεται ἐξόχως σημαντικὴ ἡ θέση τοῦ Καβάσιλα περὶ τοῦ θέματος ὁ ὁποῖος διατηρεῖ μεσότητα ἔναντι τῆς ἱστορικότητας τοῦ θέματος. Ἰδιαίτερη μνεία στὸν Ἰωάννη κάνει ὁ Ἰωάννης Θεσσαλονίκης, Κοίμησις τῆς Δεσποινῆς ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, 1926, 8, σελ. 388, 1-18: Ὁ Ἰωάννης κάθισε στὸ μέσον τῆς Ἀποστολικῆς ὁμηγύρεως. Ὅλοι κατὰ τάξιν τὸν ἀσπάστηκαν. Ἀναφέρει ἐν συνεχείᾳ στὸν διάλογο ποὺ διημείφθη ἀνάμεσα στὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Πέτρο. Ὁ Ἰωάννης κάνει λόγο γιὰ θαυματουργικὴ μεταφορά του ἀπὸ τὶς Σάρδεις μὲ νεφέλη. Ὅταν ἔφτασε στὴν οἰκία τῆς Θεοτόκου, Ἐκείνη τοῦ εἶπε ὅτι «ἐκβαίνει τοῦ σώματος». Στὸ ἄκουσμα τῆς ἐπικείμενης ἐκδημίας Της ὁ Ἰωάννης ἀναλύθηκε σὲ λυγμούς. Βλ. καὶ Δἠμητρα Λαΐου, Τὸ ἁγιολογικὸ καὶ ὑμνογραφικὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης γιὰ τὴν Θεοτόκο, Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 30.
[9] Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ τῶν θείων ὀνομάτων, B.R. Suchla, Corpus Dionysiacum i: Pseudo-Dionysius Areopagita. De divinis nominibus [Pa tristische Texte und Studien 33. Berlin: De Gruyter, 1990], Γ΄, σελ. 141, 4-14. Ὁ ἄγνωστος συγγραφέας τοῦ «Περὶ τῶν θείων ὀνομάτων» ἐξαίρει τὴν παρουσία τοῦ Ἱεροθέου Ἀθηνῶν στὴν κήδευση τῆς Θεοτόκου. Ἡ Ἀρεοπαγιτικὴ διήγηση ἀποτελεῖ πηγὴ γιὰ τὰ περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τόσο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης ὅσο καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, Ι, ΙΒ΄, PG 97, 1061Β καί 1068A: «παρῆν δέ καί ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, καί Πέτρος ἡ κορυφαία καί πρεσβυτάτη τῶν θεολόγων ἀκρότης». Πρωτοπρεσβυτέρου Εὐάγγελου Πριγκιπάκη, Ἡ Θεοτόκος καὶ τὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας κατὰ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης, ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Ἀτάλης Μπαλῆ, Ρέθυμνο 2011, σελ. 376-378: Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀξιολογεῖ ὅτι τὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου «Περὶ τῶν θείων ὀνομάτων» εἶναι ἡ ἀρχαιότερη καὶ ἐγκυρότερη πηγὴ γιὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀναφέρει μὲ λεπτομέρειες τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ θεομητορικοῦ σώματος καὶ τὴν παρουσία τῶν Ἀποστόλων καὶ ἁγίων ἱεραρχῶν. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν, Β΄, P.B. Kotter, Die Schriften des Johannes von Damaskos, vol. 5 [Patristische Texte und Studien 29. Berlin – New York: De Gruyter, 1988], 18, 44-59. Ὁ Δαμασκηνὸς ρητὰ ἀναφέρει ὡς πηγή του τὸν Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη.
[10] Γεωργίου Φίλια, Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, σελ. 181. Ἡ παρουσία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μνημονεύεται ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν Γερμανὸ Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὸν Ἰωάννη Θεσσαλονίκης. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν τυγχάνει ἰδιαίτερης ἀποδοχῆς ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους. Ἰωάννου Θεσσαλονίκης, Κοίμησις τῆς Δεσποινῆς ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, 7, σελ. 386, 24-35: «Λέγει οὖν ὁ Πέτρος τῷ Παύλῳ· Ἀδελφέ μου, Παῦλε, ἀναστάς, εὔχου πρὸ ἐμοῦ, διότι χαρᾷ ἀνεκδιηγήτῳ ἠγαλλιάσθην, ὅτι γέγονας ἐν τῇ πίστει τοῦ Χριστοῦ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Παῦλος· Συγχώρησόν μοι, πάτερ Πέτρε, ὅτι νεόφυτός εἰμι, καὶ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς, ἵνα εἰς τὰ ἴχνη τῶν ποδῶν ὑμῶν ἀκολουθήσω· καὶ πῶς εὔξομαι πρὸ σοῦ; Σὺ γὰρ εἶ ὁ στῦλος τοῦ φωτός· καὶ πάντες οἱ παρεστῶτες ἀδελφοὶ κρείττονές μου εἰσί. Σὺ οὖν, πάτερ, δεήθητι ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ πάντων, ἵνα ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μείνῃ μεθ’ ἡμῶν». Ὁ Ἰωάννης διασώζει τὸν διάλογο τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων. Ἀπὸ τὸν διάλογο διαφαίνεται ἡ μεγάλη ταπείνωση τοῦ Παύλου. Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Ἐγκώμιον εἰς τὴν ἁγίαν καὶ σεβάσμιον κοίμησιν τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, PG 98, 368Β-C: «Τούτων μεταξὺ φθάνει καὶ Παῦλος ὁ ἀπόστολος, ὡς ἐκ μηκόθεν κινήσας τοῦ κηρύγματος. Ἐπικρούει τῇ θύρᾳ τοῦ δόματος· ἀνοίγει τούτῳ χαριέντως ὁ τοῦ οἴκου προεστὼς Ἰωάννης ὁ ἀπόστολος, καὶ τὴν Παρθένον ὡς μητέρα ὁ παρθένος εἰς τὰ ἴδια διαπαραλαβὼν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ. Ἴδον τὸν Παῦλον οἱ ἀπόστολοι, καὶ ἐψύχησαν, τῇ βαθμικῇ τοῦτον προανατάξαντες ἐντίμως καθέδρᾳ. Δέχεται τοῦτον ἱλαρῶς ἡ Παρθένος· ῥίπτει Παῦλος ἑαυτὸν εἰς τοὺς θεοβαστάκτους αὐτῆς πόδας, καὶ μαθὼν ἐφ’ ᾧ καὶ αὐτὸς παραγέγονεν, σὺν μεγάλῳ καὶ ἐνδακρύῳ στεναγμῷ ἀνοίξας τὸ ἕτοιμον καὶ διδασκαλικὸν αὐτοῦ στόμα, ἐγκωμιάζει μεγάλως τὴν Παρθένον, ἐξ ὧν ὀλίγα ταῦτα· ἡ ὑπόληψις. Χαῖρε, τῆς ἐμῆς ψυχαγωγίας ἡ ἐπιτυχία. Εἰ γὰρ καὶ τὸν Χριστὸν σαρκὶ μὴ τεθέαμαι, σὲ βλέπων ἐν σώματι, τὸν Χριστὸν θεωρεῖν παρηγορούμην, τὴν σῶμα τῷ ἀσωμάτῳ χορηγήσασαν ἐν περιβολῇ. Τὸν οὖν εἰς Χριστὸν πόθον τῷ σῷ προανεπληρούμην προσώπῳ. Ἐγώ σε τοῖς ἔθνεσιν ἕως χθὲς, Θεὸν σαρκικῶς ἐκήρυττον γεγεννηκέναι· ἀπ΄ ἄρτι καὶ πρὸς αὐτὸν μετατεθῆναί σε διδάξω τοῦ γνωσθῆναι αὐτοῖς ἔθνεσιν τὸ σωτήριον αὐτῶν ἐν τῇ σῇ κραταιοῦσθαι πρεσβείᾳ· ὅπως ἔχειν καὶ αὐτὰ προστασίαν πρὸς τὸν Θεὸν ἀμετάθετον». Ὁ ἅγιος Γερμανὸς (+715), σύγχρονος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀναφέρει λεπτομέρειες γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Παύλου, τὴν ὑποδοχή του ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, τὴν συναισθηματικὴ φόρτιση ποὺ ἐπικρατεῖ καὶ τὸ ἐγκώμιό του πρὸς τὴν Παρθένο. Ὁ μοναχὸς Ἐπιφάνιος (+1015) στὸ ἔργο του «Περὶ τοῦ βίου τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου», κγ΄ PG 120, 212D-213A, ὑποστηρίζει ὁ Παῦλος ἡρπάγη ἀπὸ τὴν Ἔφεσο ποὺ εὑρίσκετο γιὰ νὰ παραστῇ στὴν κηδεία τῆς Θεοτόκου.
[11] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν, Β΄, 10, 14-17: «Πρόσθες εὐλογίαν ἐπὶ τὴν εὐλογίαν αὐτῶν διὰ τῆς τῶν ἐμῶν χειρῶν ἐπιθέσεως. Εἶτα τὰς χεῖρας ἐπάρασα, οἷα εἰκός, τοὺς συνειλεγμένους εὐλόγησε τοιαῦτα προσομιλήσασα ῥήματα».
[12] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν, Β΄, 10, 1-11. Ὁ Κύριος -κατὰ τὸν Δαμασκηνὸ- ἔρχεται καὶ παραλαμβάνει τὴν «ἄμωμον» ψυχὴ Ἐκείνης ποὺ Τὸν γέννησε καὶ ἡ Παναγία αἰτεῖται νὰ παραλάβῃ καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα Της. Ἰδιαίτερη μνεία γίνεται στὸ σῶμα Της ποὺ πρέπει νὰ διαφυχθῇ σῶον.
[13] Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐγκώμιον εἰς τὴν κοίμησιν τῆς ἁγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, PG 99, ε΄728Α: «Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ εἰκότα ἱερούργησαν ἱερῶς, καὶ ἁγίως τὰ ἅγια ἐπετέλεσαν, ἰδοὺ παρεγένετο καὶ ὁ Κύριος μετὰ δόξης ἰσχύος αὑτοῦ καὶ πάσης στρατιᾶς οὐρανοῦ· καὶ ἀοράτως μὲν ἐλειτούργουν οἱ ἀσώματοι, σωματικῶς δὲ οἱ ἀπόστολοι ὑμνῳδοὶ τῆς θείας μεγαλειότητος ἐδείκνυτο». Στὴν ὁμιλία τοῦ ἁγίου Θεοδώρου (+826) ἐξαίρεται ἡ παρουσία μυριάδων ἀγγέλων.
