Η Κοίμηση και η Μετάσταση της Παναγίας (Β’)

  1. (Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη, Ἡ Θεοτόκος στὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, σελ. 74 καὶ ἑξ.)

Ἡ τελευτή Της ἔγινε δίχως πόνο ἢ ἀγωνία, ὅπως ἀκριβῶς ἀνώδυνος ἦταν καὶ ὁ τόκος Της. Ὁ Πέτρος, ὁ Κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων, ἔψαλε τότε τὸν ἐπιτάφιο ὕμνο καὶ οἱ σύντροφοί του σήκωσαν τὸ φέρετρο[1], ἐνῷ προπορεύονταν ἄλλοι παρευρισκόμενοι, φέροντας λαμπάδες, ψάλλοντας καὶ ἔχοντας ἐπικεφαλῆς τὸν Ἰωάννη τὸν Θεολόγο[2], ποὺ κρατοῦσε στὸ χέρι ἕνα κλαδὶ φοινικιᾶς. Καὶ τότε ἄκουγε κανεὶς ἀγγέλους νὰ ψάλλουν, ἑνώνοντας τὶς φωνές τους μὲ ἐκεῖνες τοῦ λαοῦ ποὺ ἀκολουθοῦσε. Ὁ ἀέρας ἐξαγνίσθηκε ἀπὸ τὴν ἀνάληψη τῆς ψυχῆς Της καὶ ἡ γῆ ἔμελε σύντομα νὰ ἁγιασθῇ μὲ τὴν κατάθεση τοῦ σώματός Της, ἐνῷ πολλοὶ ἄρρωστοι θεραπεύτηκαν[3]. Μὴν ὑποφέροντας τὸ θέαμα αὐτὸ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἑβραίων[4] παρακίνησαν ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ νὰ ἀνατρέψουν τὸ νεκροκρέββατο. Ἡ θεία δικαιοσύνη ὅμως πρόλαβε τὰ σκοτεινά τους σχέδια καὶ οἱ δράστες ἔχασαν ὅλοι τὸ φῶς τους. Ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτούς, ὁ ἱερέας Ἰεφονίας, θρασύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, κατάφερε νὰ ἀδράξῃ τὴν ἱερὰ κλίνη, ἀλλὰ τὰ δύο χέρια του ἀποκόπηκαν ἀρρήτῳ τρόπῳ, καὶ τὰ κομμένα μέλη του ἔμειναν γραπωμένα πάνω στὸ φέρετρο, θέμα ἀξιοδάκρυτο καὶ ἐλεεινό. Ἡ τιμωρία αὐτὴ στάθηκε ἀφορμὴ μετανοίας γιὰ τὸν Ἰεφονία, ὁ ὁποῖος ἀποδέχτηκε τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν. Μὲ τὸν λόγο τοῦ Πέτρου βρέθηκε θεραπευμένος, γινόμενος ὄργανο σωτηρίας καὶ ἰατρείας γιὰ τοὺς συντρόφους του. Πράγματι δίνοντάς του ἕνα κλαδάκι ἀπὸ τὴν φοινικιὰ τῆς Θεοτόκου, ἐκεῖνος τὸ ἀπέθεσε πάνω στὰ μάτια τῶν συντρόφων του, θεραπεύοντάς τους τόσο ἀπὸ τὴν σωματικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τύφλωση.

[1] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν, Β΄, 12, 1-4.

[2] Ἰωάννου Θεσσαλονίκης, Κοίμησις τῆς Δεσποινῆς ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, 6, σελ. 384, 3-14: «Νῦν οὖν, τέκνον, μὴ ἐπιλάθῃ τῶν ἐντεταλμένων σοι δι’ ἐμὲ, καὶ μνήσθητι, ὅτι σὲ μᾶλλον ἠγάπησε παρὰ πάντας τοὺς ἀποστόλους. Μνήσθητι, ὅτι ἀνακείμενος ἦς ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ παρὰ τοὺς ἄλλους. Μνήσθητι, ὅτι σοὶ μόνῳ εἶπε τὸ μυστήριον ἀνακειμένῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ, ὃ οὐδεὶς οἶδεν, εἰ μὴ ἐγὼ καὶ σὺ, ὅτι σὺ εἶ ὁ παρθένος καὶ ἐκλεκτός· κἀμὲ οὐκ ἠθέλησε λυπῆσαι, διότι παροικία αὐτοῦ γέγονα. Εἶπον γὰρ αὐτῷ, ὅτι· Εἰπέ μοι τί εἴρηκας Ἰωάννῃ. Καὶ προσέταξέν σοι, καὶ μετέδωκάς μοι. Νῦν οὖν, τέκνον Ἰωάννη, μὴ ἐγκαταλείπῃς με». Τὸ παράθεμα αὐτό, ἂν καὶ δὲν ἀναφέρεται στὴν περιφορὰ τοῦ σκηνώματος τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ στὸν διάλογο ποὺ διημείφθη μεταξὺ τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἰωάννου λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Κοίμηση, δεικνύει τὸν κεντρικὸ ρόλο τοῦ Ἰωάννου στὴν κήδευση τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖται ἀπὸ τὴν ἰδιαίτερη ἀγάπη τοῦ Κυρίου στὸν μικρότερο μαθητή του.

[3] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν, Β΄, 11, 12-19.

[4] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν, Β΄, 13, 4-16. Γεωργίου Φίλια, Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, σελ. 154: «Ὁ συγγραφέας καταγράφει τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια, ὅταν, μέσῳ τῆς διηγήσεως περὶ ἐπιθέσεως τοῦ Ἑβραίου πρὸς τὸ σκήνωμα τῆς Θεοτόκου, ὐποδηλώνει τὴν ἐχθρικὴ στάση τῶν Ἑβραίων ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, ἡ ὁποία γνωρίζουμε ὅτι ἐπικρατοῦσε κατὰ τοὺς πρώτους ἐκείνους χρόνους τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων».