Η Κοίμηση και η Μετάσταση της Παναγίας (Γ΄)

(Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη, Ἡ Θεοτόκος στὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, σελ. 74 καὶ ἑξ.)

Φτάνοντας στὸν Κῆπο τῆς Γεθσημανῆ[1], οἱ Ἀπόστολοι ἐνταφίασαν τὸ πανάγιο σῶμα τῆς Θεοτόκου καὶ παρέμειναν ἐπὶ τόπου γιὰ τρεῖς ἡμέρες, ἐνῷ τὶς προσευχές τους συνόδευαν ἀγγελικοὶ ὕμνοι. Κατ΄ οἰκονομίαν τῆς θείας Προνοίας, ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους -ὁ Θωμᾶς[2] σύμφωνα μὲ ὁρισμένους- δὲν βρισκόταν στὴν κηδεία. Ἔφτασε στὴν Γεθσημανῆ τὴν τρίτη ἡμέρα. Οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ἄνοιξαν τὸν τάφο γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ προσκυνήσῃ καὶ αὐτὸς τὸ σῶμα Της. Μόλις σήκωσαν τὸν λίθο ποῦ ἔκλεινε τὴν εἴσοδο, ἐξέστησαν ὅλοι διαπιστώνοντας ὅτι τὸ σῶμα εἶχε γίνει ἄφαντο καὶ μόνο τὸ σινδόνι ὅπου ἦταν τυλιγμένο παρέμενε ἐκεῖ, κρατῶντας ὡστόσο τὸ σχῆμα τοῦ σκηνώματος. Ἦταν μία ἀδιάψευστη ἀπόδειξη τῆς μεταστάσεως[3] στὸν Οὐρανὸ τῆς Θεοτόκου, ἤτοι τῆς ἀναστάσεως καὶ ἀναλήψεως τοῦ σώματός Της ποὺ ἑνώθηκε ξανὰ μὲ τὴν ψυχή Της ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν, σὲ στενὴ οἰκειότητα μὲ τὸν Υἱό της, γιὰ νὰ ἐκπροσωπῇ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ νὰ πρεσβεύῃ ὑπὲρ ἡμῶν παρὰ τῷ Θεῷ».

[1] Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Ἐγκώμιον εἰς τὴν ἁγίαν καὶ σεβάσμιον κοίμησιν τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, PG 98, 364. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν, Β΄, 12, 3-7: «Καὶ πρότερον μὲν διὰ μέσου τοῦ ἄστεως ἄγεται οἷά τις νύμφη περικαλλὴς τῇ ἀπροσίτῳ αἴγλῃ ὡραϊζομένη τοῦ πνεύματος καὶ οὕτως ἐπὶ τὸ ἱερώτατον τῆς Γεθσημανῆς χωρίον κομίζεται ἀγγέλων προτρεχόντων, παρεπομένων, συγκαλυπτόντων ταῖς πτέρυξι καὶ παντὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας πληρώματος». Γεωργίου Φίλια, Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, σελ. 122: «Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν ἐν Ἱεροσολύμοις οἰκία Της καὶ ταφῆς Της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ. (περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμῖνος οὐδεμία παράδοση γνωρίζει) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες τῶν «Ὀδοιπορικῶν» τοῦ 6ου αἰ, τόσο τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου (530) περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανῆ, ὅσο καὶ τοῦ Ἀντωνίου τῆς Πλακεντίας (570), ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ἐντὸς τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου».

[2] Ἰωάννου Θεσσαλονίκης, Κοίμησις τῆς Δεσποινῆς ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, 14, 1-11, σελ. 405: «Κατ’ οἰκονομίαν δὲ Θεοῦ, εἷς τῶν ἀποστόλων οὐχ εὑρέθη ἐν τῇ κηδείᾳ τῆς θεομήτορος, καὶ μετὰ τρίτην ἡμέραν ἦλθεν ἐν Γεθσημανῆ, καὶ ἐθρήνει πάνυ πικρῶς, ὅτι οὐ κατηξιώθη θεάσθαι τὴν πλατυτέραν τῶν οὐρανῶν, τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Οἱ δὲ ἀπόστολοι ἠβουλήθησαν ἀνοῖξαι τὸν τάφον, ὡς ἂν καὶ οὗτος κατηξιωθῇ καὶ ἰδεῖν τὴν θεομήτορα. Ἀνοίξαντες οὖν αὐτὸν καὶ θεασάμενοι, εὗρον τὸν τάφον κενὸν, καὶ οὐκ ἦν ἐν αὐτῷ τὸ σῶμα τῆς θεομήτορος. Ἐνόμισαν οὖν ὅτι μετετέθη ὑπὸ θεοειδῶν ἀγγέλων ἐν τῷ παραδείσῳ». Ὁ Ἰωάννης δὲν ἀναφέρει ρητὰ τὸν Θωμᾶ· γράφει «εἷς τῶν ἀποστόλων». Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ἀναφέρεται στὸ ἀπόκρυφο κείμενο «De Transitu beatae Mariae virginis». Βλ. Γεωργίου Φίλια, Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, σελ. 154.

[3] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν, Β΄,, 14, 5-7: «Καὶ οὕτω τὸ πανάγιον σῶμα τῷ πανευκλεεῖ καὶ ὑπερφερεῖ ἐπιτίθεται μνήματι, κἀντεῦθεν τριταία πρὸς οὐρανίους δόμους μετεωρίζεται». Αὐτόθι, 11-13: «ὥσπερ τὸ ἐξ αὐτῆς τῷ θεῷ λόγῳ ἐνυποστὰν σῶμα τὸ ἅγιον καὶ ἀκήρατον τῇ τρίτῃ τοῦ μνήματος ἐξανίστατο, οὕτω καὶ ταύτην ἐξαρπασθῆναι τοῦ τάφου καὶ πρὸς τὸν υἱὸν τὴν μητέρα μεθορμισθῆναι». Ὁ Δαμασκηνὸς ἐνταῦθα κάνει λόγο γιὰ τριήμερη παραμονὴ τοῦ σώματος τὴς Παναγίας στὸν τάφο. Ὅπως τὸ σῶμα τοῦ Σωτῆρος παρέμεινε τρεῖς ἡμέρες στὸν τάφο καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀνέστη, ἔτσι καὶ τὸ σῶμα τῆς Παναγίας ἀνέστη («ἐξανίστατο») καὶ ἀνελήφθη («μεθορμισθῆναι») στὸν οὐρανό. Γιὰ τὴν μετάσταση τῆς Θεοτόκου στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ βλ. Μιχαήλ Νάσμ, (πατρός), Ἡ Θεοτόκος κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνόν, (δ.δ.), Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 18-19. Ἀνδρέου Κρήτης, Εἰς τὴν Κοίμησιν, ΙI, ΙΓ΄, PG 97, 1080C: (ἡ Θεοτόκος) «ὑπό βασιλεῖ Θεῷ τῷ πανηγεμόνι πρός τὰ τῶν οὐρανῶν βασίλεια, βασιλικῶς ἀναλαμβανομένη, σήμερον πομπεύει». Εὐαγγέλου Πριγκιπάκη, Ἡ Θεοτόκος καὶ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης, ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Ἀτάλης Μπάλη, Ρέθυμνο 2011, σελ. 391, ὑποσημείωση 2025: «Ὁ ἅγ. Ἀνδρέας ὄχι μόνο δὲν διδάσκει τὴν ἀνάσταση τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ ὑποστηρίζει σαφῶς, ὅτι ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἄνθρωποι προσδοκοῦν «τὸ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως μέγα τε καὶ ὑπὲρ λόγον μυστήριον» (Εἰς τόν ἀνθρώπινον βίον, ΚΑ΄, PG 97, 1281 Α)». Βλ. καὶ  Βαρνάβα Χατζηωιαννίδη, Ἡ Θεοτόκος στοὺς Ἡσυχαστὲς Πατέρες τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰῶνα, σελ. 87. Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τ.  Γ΄, , ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 22005, σελ. 472, ὑποσημ. 1: Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐπιμένει ὅτι ἡ Θεοτόκος ὄχι μόνον μετέστη, ἀλλὰ καὶ ἀνέστη ἀπὸ τοῦ τάφου καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασή Της άνελήφθη σύσσωμη στὸν Οὐρανό.