«Χαῖρε, ἡ πόλις τοῦ Παμβασιλέως»

Γράφει η Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς καὶ θαυμαστοὺς χαιρετισμοὺς ποὺ ἀπευθύνει ὁ ὑμνογράφος στὴν Παναγία μας ἕνας ξεχωρίζει ἰδιαιτέρως γιὰ τὸν συμβολισμὸ καὶ τὴν σημασία του: «Χαῖρε, πόλις τοῦ Παμβασιλέως».

Ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Παναγίας ὡς «πόλεως τοῦ (βασιλέως) Θεοῦ» προέρχεται ἀπὸ τὸν προφήτη Δαυίδ: «Τοῦ ποταμοῦ τὰ ὁρμήματα εὐφραίνουσιν τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ. ἠγίασε τὸ σκήνωμα αὐτοῦ ὁ Ὕψιστος» (45ο ψαλμός, στ. 5). Οἱ θεόπνευστοι Πατέρες βλέπουν σ’ αὐτὴν τὴν «πόλιν» τὴν προτύπωση τῆς Παναγίας, ὁ δὲ Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ἑρμηνεύει ὅτι τὰ ὁρμήματα τοῦ ποταμοῦ εἶναι οἱ ποταμοὶ τῶν δωρεῶν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ κατέκλυσαν ὅλη της τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν χαρίτωσαν, ὥστε νὰ ἁγιαστῆ, πρὶν ἀκόμη κατέλθη ὁ Ὕψιστος καὶ τὴν ἐπισκιάσῃ μὲ τὴν πρόσθετη χάρη Του.

Νὰ γιατὶ ὁ Δαυίδ, αἰῶνες πρὶν συμβοῦν τὰ γεγονότα αὐτά, ὑμνεῖ τὴν Παναγία ὡς «πόλι τοῦ Θεοῦ», γιὰ τὴν ὁποία «δεδοξασμένα ἐλαλήθη» (86ος ψαλμός), ὅπως καὶ ὁ ὑμνογράφος τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, στὴν συνέχεια τοῦ ἰδίου τροπαρίου τῆς ε’ ὠδῆς, χαιρετίζει τὴν Παναγία, «περὶ ἧς δεδοξασμένα καὶ ἀξιάκουστα λελάληνται σαφῶς».

Ἡ ἑρμηνεία τῶν παραπάνω ψαλμικῶν στίχων, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν χαιρετισμὸ τοῦ ὑμνογράφου, μᾶς βοηθάει νὰ εἰσχωρήσουμε στὸ «μυστήριο» τῆς Θεοτόκου καὶ νὰ κατανοήσωμε πῶς ἔγινε τὸ «ὀσφράδιον», ποὺ ἀρωμάτισε ὅλη τὴν φύση καὶ προσήλκυσε μὲ τὸ ἄρωμά του τὴν θεία χάρη, ὥστε νὰ τὴν καταστήσῃ θεοδόχο καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ ὄχημα τῆς δικῆς μας σωτηρίας.

Ὀφείλομε πράγματι μεγάλη εὐγνωμοσύνη στὴν Παναγία Μητέρα μας, διότι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε μέχρι καὶ τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου βιοτῆς της ἀπετέλεσε τὴν «λαμπάδα τοῦ φωτός», τὸν «φαεινὸ ἀστέρα» ποὺ ἦταν μονίμως προσανατολισμένος πρὸς τὴν πηγὴ τοῦ φωτός, τὸν ἄδυτο Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης. Ἔτσι, καταυγαζόμενη ἀπὸ τὶς θεϊκές του ἀκτῖνες, ἔλαμπε μέσα στὸν κόσμο μὲ τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας της, τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς της, τὴν καθαρότητα τοῦ πνεύματός της ἀλλὰ καὶ τὴν ἐνάρετη πολιτεία της.

Κυρίως ὅμως ἀξίζει νὰ τιμᾶμε τὴν Παναγία μας, γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχε προπαρασκευάσει τὸν ἑαυτό της, ὥστε νὰ γίνῃ τὸ «ὄχημα τοῦ Λόγου», χωρὶς μάλιστα ἡ ἴδια νὰ γνωρίζῃ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ! Ἡ Παναγία, ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ὅταν ὁ Ἄγγελος τῆς ἔφερε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα ὅτι θὰ γεννήσῃ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, οὔτε στιγμὴ δὲν ἀμφέβαλε γιὰ τὴν ἴδια, ἐὰν δηλαδὴ ἦταν ἄξια γιὰ κάτι τέτοιο, ἁπλῶς ἀποροῦσε πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ξεπεραστοῦν οἱ ὄροι τῆς φύσεως καὶ νὰ τεκνοποιήσῃ μιὰ «ἀπείρανδρος κόρη». Γι’ αὐτό, ὅταν πῆρε τὴν ἀπάντηση ὅτι «ὁ ἀνερμήνευτος τόκος» ἦταν ἔργο τοῦ Ὑψίστου καὶ συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔδωσε ἀμέσως τὴν συγκατάθεσή της, σὰν ἕτοιμη ἀπὸ παλιά!

Ἔτσι ἔγινε ἡ 15χρονη κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἡ ταπεινὴ Μαριάμ, τὸ εὐρύχωρο «παλάτι» τοῦ μέχρι τότε ἄ-οικου Θεοῦ, «ἡ πόλις τοῦ Παμβασιλέως». Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ συνεισφορά της, καὶ στὸ πρόσωπό της ἡ συνεισφορὰ ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ εὐσεβὴς κόρη ἀγωνιζόταν καὶ παρέμενε μὲ τὴν θέλησή της ἁγνή, ὥστε νὰ γίνεται δεκτικὴ τῆς θείας χάριτος καὶ νὰ συνεχίζῃ νὰ διατηρῆται καθαρή· διότι βεβαίως τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ κατοικήσῃ σὲ ἀκάθαρτο σκεῦος, ἀλλὰ χρειάζεται πρῶτα ὁ καθαρισμός του.

Ἔτσι, ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁ Πανάγιος Κύριος κατοίκησε στὴν Παναγία «πόλη». Ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ οἱ ἄλλοι Πατέρες τονίζουν μὲ ἔμφαση τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Παναγία κατέστη «χαριτωμένη» πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμό.

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, γιὰ νὰ δείξῃ πόσο πολὺ εὐηρέστησε ἡ χαριτωμένη κόρη Μαρία, ἡ μετέπειτα Θεοτόκος, πρὸς τὸν Κύριο, μὲ τὸν ἐνάρετο βίο της καὶ τὴν θεάρεστη πολιτεία της, ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὄτι «ὅλες οἱ κακίες τῶν κτισμάτων, συγκρινόμενες μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν ἠδύναντο νὰ λυπήσουν τὸν Θεόν, διότι μόνη ἐκείνη ἦταν ἱκανὴ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα, διότι μόνη ἐκείνη ἐστάθη χωρητικὴ καὶ δεκτικὴ ὅλων τῶν φυσικῶν, προαιρετικῶν καὶ ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων, ποὺ ὁ Θεὸς διεμοίρασε σὲ ὅλην τὴν κτίσιν».

«Ὅπως τὸ περιβόλι», συνεχίζει ὁ Ἅγιος, «γίνεται γιὰ νὰ φυτευθῆ τὸ δένδρον, καὶ πάλιν τὸ δένδρον φυτεύεται διὰ τὸν καρπόν, τοιουτοτρόπως ὅλος ὁ νοητὸς καὶ αἰσθητὸς κόσμος ἔγινε διὰ τὴν Θεοτόκον καὶ ἡ Θεοτόκος ἔγινε διὰ τὸν Χριστόν».

Ἐὰν λοιπὸν οἱ Πατέρες μας ἀποδίδουν τέτοια τιμὴ στὴν Παναγία μας, ἐμεῖς νὰ μὴν τὴν τιμήσωμε δεόντως; Ὄχι ἀσφαλῶς μὲ λόγια, διότι καὶ αὐτὰ δὲν ἐπαρκοῦν νὰ ἐξυμνήσουν τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν δόξα της, ἀλλὰ μὲ ἔργα. Πῶς ἀκριβῶς; Μὲ τὸν τρόπο ποὺ μᾶς ἔξειξε Ἐκείνη: καθαρίζοντας τὸ σῶμα μας μὲ τὴν νηστεία, ἁγνίζοντας τὸ πνεῦμα μας μὲ τὴν προσευχή, καλλιεργῶντας τὸν κῆπο τῆς ψυχῆς μας μὲ τὶς ἀρετές, καθιστῶντας ἔτσι ὅλη μας τὴν ὕπαρξη ἱκανὴ νὰ κατοικήσῃ μέσα της ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως ὁ Θεὸς ἔφτιαξε τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ μᾶς προσφέρῃ ὅλα τὰ ἀγαθά, ὅπως ἡ Παναγία ἔγινε ὁ «ἔμψυχος Παράδεισος», γιὰ νὰ στεγάσῃ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἔγινε «ἡ πόλις», ὅπου κατοίκησε ὁ πολίτης τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ Χριστός, ἔτσι ἂς θελήσωμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταστήσωμε τὴν καρδιά μας «πόλη τοῦ Θεοῦ» καὶ τὴν ζωή μας ἕναν ἐπίγειο Παράδεισο, ποὺ θὰ μᾶς ἀνοίξουν τὸν δρόμο γιὰ τὴν οὐράνια πόλη καὶ τὸν αἰώνιο Παράδεισο.

Γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχωμε, ἂς ἐναποθέσωμε «τὴν πᾶσαν ἐλπίδα» μας στὴν Μητέρα τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε καὶ δική μας Μητέρα ἀλλὰ καὶ Ὑπέρμαχος Στρατηγός μας. Αὐτὴ εἶναι τὸ τεῖχος καὶ τὸ ὀχύρωμά μας, ἡ προστασία μας ἀπὸ κάθε ἐχθρικὴ ἐπιβουλὴ καὶ κάθε ἄλλη συμφορὰ τοῦ βίου μας.

Ἂς πιαστοῦμε ἀπὸ τὸ χέρι τῆς Παναγίας μας καὶ ἐκείνη θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ μὲ ἀσφάλεια στὸν λιμένα τῆς σωτηρίας, τὸν Χριστό, καὶ στὴν οὐράνια βασιλεία Του, ποὺ εἴθε ὅλοι ἀγωνιζόμενοι νὰ ἀποκτήσωμε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας Μητρός Του. Γένοιτο!

πηγή