
Ευεργετινός, Τόμος 3ος, Υπόθεση Δ΄: Πρέπει ο Χριστιανός να αιχμαλωτίζει κάθε του σκέψη στον Χριστό. Διότι οι πνευματικοί, και μερικοί από τους κοσμικούς, και από αισχρές ακόμα παραστάσεις εξάγουν αγαθές και υψηλές έννοιες.
Α΄ Από τον βίο της Αγίας Πελαγίας
1. Κάποτε ο Αρχιερέας της Αντιοχείας με τους Επισκόπους του, κάθονταν έξω από τον Ναό του Μάρτυρα Ιουλιανού και συνομιλούσαν για διάφορα ψυχωφελή ζητήματα. Έξαφνα διέρχεται μπροστά τους αναιδέστατα και προκλητικότατα η Πελαγία, καθισμένη επάνω σ’ ένα όχημα, με την συνηθισμένη της εμφάνιση και στολή. Ακολουθείτο από πολλούς αμαρτωλούς θαυμαστές της και ο αέρας γύρω μύριζε από τα αρώματα της και άστραφτε η περιοχή από την λαμπρότητα των πολυτίμων λίθων και των μαργαριταριών, που έφερε.
Μόλις την είδαν οι ιεροί εκείνοι Ποιμένες να προσπερνά τόσο αδιάντροπα, άλλοι μεν εξ αυτών την κατηγορούσαν για την πορνική εμφάνιση, μη δυνάμενοι να διαβλέψουν κάτι υψηλότερο από αυτό το θέαμα της στιγμής, χωρίς να μπορούν ούτε απλώς να την κοιτάξουν, άλλοι κοκκίνιζαν από ντροπή και γύριζαν το βλέμμα τους αλλού.
2. Ένας δε εκ των Επισκόπων, ο Νόννος, ο οποίος γνώριζε ακριβώς την τέχνη να ωφελείται πνευματικά και από τις πλέον αντίθετες καταστάσεις, και από εκείνο που άλλος θα δοκίμαζε στην ψυχή του το κέντρισμα της εφάμαρτης ηδονής, αυτός το χρησιμοποιούσε ως σπινθήρα για να λάμψει ή αρετή, κατ’ αντίθεσιν προς τους άλλους Πατέρες, δεν σήκωσε τους οφθαλμούς του από την πόρνη και άφοβα την έβλεπε, όταν πλησίασε. Και όταν ακόμη απομακρύνθηκε την παρακολουθούσε.
3. Τότε αναστέναξε βαθιά και γέμισαν οι οφθαλμοί του δάκρυα. Άρχισε δε να θρηνεί τον εαυτό του και μακάριος εκείνος Πατέρας.
Όταν τον ρώτησαν οι άλλοι Πατέρες, αυτός είπε τα εξής:
– Ο καλλωπισμός της αμαρτωλής αυτής γυναίκας είναι για μένα έλεγχος και κατάκριση. Εκείνη, που ερωτεύεται σώματα φθαρτά μολύνοντας τον εαυτό της, δεν κουράζεται να ενισχύει την ομορφιά της, αν και λόγω τής ηλικίας της ανθίζει το κάλλος στα μέλη της, και μηχανεύεται διαφόρους τρόπους να την υπογραμμίζει και να την λαμπρύνει, για να υποκλέψει μία δούλη της φθοράς, την πικρή ηδονή.
Κατ’ αντίθεσιν όμως προς αυτήν εμείς, που αγαπούμε τον αθάνατο Ιησού, τον παντοτινό εραστή της ψυχής μας και που προοριζόμαστε για αθανάτους και αιωνίους γάμους και που η χάρη στους πραγματικά στολισμένους ποτέ δεν γηράσκει, τόσο πολύ αμελούμε να στολίζουμε την αθάνατο ψυχή μας, ώστε δεν ντρεπόμαστε και όταν ακόμη καταισχύνουμε το φυσικό της κάλλος. Με τον τρόπο αυτόν προσβάλλουμε τους εαυτούς μας και αξιοθρήνητα εμποδιζόμαστε από την απόρρητη και θαυμαστή εκείνη ηδονή των ουρανών. Και όλα αυτά τα διαπράττουμε, παρ’ όλο ότι γνωρίζουμε καλά την προετοιμασμένη για τους αμελείς κόλαση και τα πέραν του τάφου δικαστήρια.
4. Αυτά είπε ο Άγιος εκείνος Πατέρας, ο Νόννος, αναφερόμενος όχι μόνο στο παρόν, που του έδωσε την αφορμή των στοχασμών αυτών, αλλά και, ως προορατικός, που ήταν, προφητεύοντας και το μέλλον της αμαρτωλής γυναίκας Πελαγίας. Με τον φωτισμό δηλαδή του Θεού, έβλεπε καθαρά ότι εντός ολίγου, πολλοί θα νικηθούν στους πνευματικούς αγώνες από το ψυχικό της κάλλος και θα υστερήσουν κατά πολύ από τις ασκητικές επιτυχίες μιας πρώην πόρνης.
Β΄ Από το Γεροντικό
1. Κάποτε περνούσε ο Αββάς Μακάριος μαζί με αδελφούς από τα μέρη της Αιγύπτου. Ένα παιδί έλεγε προς την μητέρα του:
– Μητέρα, ένας πλούσιος με αγαπά, αλλά εγώ τον μισώ. Απ’ εναντίας ένα πτωχό, που με μισεί, τον αγαπώ.
Την φράση αυτήν την άκουσε ο Γέροντας και θαύμασε.
Μόλις αντιλήφθηκαν τον θαυμασμό αυτό, οι συνοδοιπόροι του τον ρώτησαν:
– Μα ποιο νόημα ανακάλυψες στην φράση αυτή του παιδιού, Πάτερ, και θαύμασες;
Τότε ο σοφός και Άγιος Γέροντας τους απάντησε:
– Ιδού τι μου υπενθύμισε η φράση αυτή. Πράγματι, ο Κύριος μας είναι πλούσιος και μας αγαπά και όμως εμείς δεν θέλουμε να τον ακούσουμε και να εκτελέσουμε το θέλημα του. Απ’ εναντίας ο εχθρός μας διάβολος είναι φτωχός και μας μισεί και όμως εμείς αγαπάμε αυτόν και την ακαθαρσία του.
2. Μίαν φορά ήρθαν μερικοί αδελφοί στην καλύβα του Αββά Ιωάννη του Κολοβού για να τον δοκιμάσουν, επειδή δεν άφηνε ποτέ τον λογισμό του να ρεμβάζει άσκοπα, αλλά ούτε και μιλούσε για υλικά ζητήματα της πρόσκαιρης αυτής ζωής.
Αφού λοιπόν τον χαιρέτησαν, του λένε.
– Ευχαριστούμε τον Θεό, διότι εφέτος έβρεξε πολύ και ποτίστηκαν αρκετά τα φοινικόδενδρα, ώστε να πετάξουν λευκά βλαστάρια, και να βρουν οι πατέρες υλικό για το εργόχειρο τους.
Αντί άλλης απαντήσεως, σχετικά με το υλικό αυτό ζήτημα, τους είπε ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός.
– Τέτοια είναι, αδελφοί μου, και η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Κατεβαίνει στις καρδιές των ανθρώπων και αυτοί ανανεώνονται και εκβλαστάνουν νέους βλαστούς αρετών, χωρίς να υπερηφανεύονται γι’ αυτό, σκεπασμένοι από τον φόβο του Θεού.
3. Ο Μακάριος Αθανάσιος, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας παρακάλεσε τον Αββά Παμβώ να κατεβεί από την έρημο στην Αλεξάνδρεια. Πράγματι ο Αββάς υπάκουσε.
Αφού λοιπόν κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια, συνάντησε μία γυναίκα του θεάτρου, ηθοποιό. Μόλις την είδε πλημμύρισαν οι οφθαλμοί του δάκρυα.
– Γιατί, πάτερ, κλαις; τον ρώτησαν οι παρευρεθέντες.
– Δύο αιτίες με παρακίνησαν σ’ αυτό, απάντησε ο Ασκητής. Πρώτον μεν η ψυχική απώλεια της γυναίκας αυτής και δεύτερον, διότι δεν έχω εγώ τέτοιο άγρυπνο ενδιαφέρον να αρέσω στον Θεό, όπως αυτή φροντίζει να αρέσει στους αισχρούς ανθρώπους.
Γ΄ Του Αγίου Εφραίμ
1. Αγαπητέ μου, εάν η ψυχή σου είναι καθαρή και ευθεία απέναντι του Κυρίου, από όλα τα πράγματα του βίου αυτού θα μπορέσεις να ωφεληθείς.
Εάν δεις πραγματευτή, θα πεις με τον νου σου, ψυχή μου, αυτός από επιθυμία να κερδίσει πρόσκαιρα υλικά αγαθά κοπιάζει πάρα πολύ και πολλά υπομένει, για να συγκεντρώσει πράγματα, που δεν παραμένουν στην εξουσία του μέχρι τέλους.
Εσύ όμως γιατί δεν φροντίζεις γι’ αυτά, που είναι αιώνια και άφθαρτα; Εάν πάλι δεις αυτούς που αντιδικούν για υλικές αφορμές, πες: Ψυχή μου, αυτοί χωρίς καμίαν ανάγκη, επιδεικνύουν τόσο ζήλο και διαπληκτίζονται τόσο κραυγαλέα μεταξύ τους. Εσύ που χρωστάς στον Θεό μύρια (=10.000) τάλαντα, γιατί δεν ικετεύεις, προσπίπτουσα, όπως πρέπει, τον Θεό για να επιτύχεις την διαγραφή τού χρέους;
2. Εάν δεις χτίστες να οικοδομούν οικίες, να πεις πάλι: Ψυχή μου, αυτοί εδώ, αν και χτίζουν οικίες από λάσπη, εν τούτοις επιδεικνύουν μεγάλο ζήλο, για να τελειώσουν το έργο που σχεδίασαν. Εσύ γιατί αδιαφορείς για τις αιώνιες μονές και δεν αγωνίζεσαι να αναγείρεις στην ψυχή σου, το κατοικητήριο του Θεού, συνθέτοντας και συναρμολογώντας δια της θελήσεως τις αρετές;
Και για να μη μακρηγορώ αναφέροντας μία προς μία τις διάφορες περιπτώσεις, πρέπει να φροντίσουμε τους κοσμικούς λογισμούς και τις σκέψεις, που γεννώνται από την υλική θέα των πραγμάτων της παρούσας ζωής, να μεταβάλλουμε σε πνευματικούς. Τοιουτοτρόπως οπωσδήποτε από όλα θα ωφεληθούμε με την βοήθεια και την συμπαράσταση της θείας Χάριτος.
Μοναχού Παύλου του Ευεργετινού
