«Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον…»

Στὶς περικοπὲς ποὺ διαβάζονται στὴν Ἐκκλησία μας αὐτὴν τὴν περίοδο, τοῦ Πεντηκοσταρίου, τόσο ἀπὸ τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ὅσο καὶ ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, γίνεται ἀναφορὰ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Προετοιμάζεται ἔτσι ἡ Ἐκκλησία μας γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ὁπότε τιμᾶμε τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὸ τρίτο πρόσωπο, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτὸ εἶναι ὁ «ἄλλος Παράκλητος», ποὺ κατέρχεται στὸν κόσμο μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας!

Ἡ προετοιμασία αὐτὴ γιὰ τὴν λήψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται σταδιακά.

Τὶς τρεῖς πρῶτες Κυριακές, τῆς Ἀναστάσεως, τοῦ Θωμᾶ καὶ τῶν Μυροφόρων, κυριαρχεῖ τὸ θέμα τῆς ἐνίσχυσης τῶν μαθητῶν, διὰ τῶν ἐμφανίσεων τοῦ Κυρίου, μὲ τὶς ὁποῖες σκορπίζει τὸν φόβο τους («Εἰρήνη ὑμῖν»), καὶ ἐνισχύει σταδιακὰ τὸν φωτισμό τους: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον…»

Τὶς ἑπόμενες τρεῖς Κυριακές τοῦ Πεντηκοσταρίου, τοῦ Παραλύτου, τῆς Σαμαρείτιδος, τοῦ Τυφλοῦ, κυριαρχεῖ τὸ θέμα τοῦ ὕδατος, τοῦ ὑλικοῦ στοιχείου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται ὁ ὁ πνευματικὸς ἁγιασμός, κατὰ τὸν ἴδιο τόν Κύριο: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν., 3, 5).

Ἔτσι, μόλις ὁ Παράλυτος, ποὺ μέχρι τότε περίμενε τὴν θεραπεία του μόνον ἀπὸ τὸ ὕδωρ της κολυμβήθρας τῆς Βηθεσδᾶ, ὑπακούει στὸν λόγο τοῦ Κυρίου νὰ ἐγερθῇ, βρίσκει ἀμέσως τὴν ὑγειά του.

Μόλις ἡ Σαμαρείτιδα πίνει ἀπὸ τό «ὕδωρ τὸ ζῶν», ποὺ τὴν κερνάει ὁ Κύριος, μὲ τὸν λόγο του, δὲν ξεδιψάει μόνον ἡ ἴδια, ἀλλὰ σπεύδει νὰ ξεδιψάση καὶ τοὺς συντοπῖτες της καὶ στὴν συνέχεια νὰ φωτίση καὶ ἄλλους.

Μόλις ὁ τυφλὸς νίπτει στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, ποὺ τὸν ὁδηγεῖ ὁ Κύριος, τοὺς κατασκευασμένους μὲ τὸ πτύσμα Του ὀφθαλμούς του, βρίσκει ἀμέσως το φῶς του!

Εἴθε καὶ ἐμεῖς νὰ ἀντλοῦμε πάντοτε φῶς ἀπὸ τὸ φῶς Του, προετοιμαζόμενοι κατάλληλα, ὅπως ὁ παράλυτος, ὁ τυφλός, ἡ Σαμαρείτιδα, νὰ λάβουμε «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν», τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ πηγάζον «εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Ἀμήν!

Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς!

Σοφία Μπεκρῆ