Αλαφροπατάνε κι’ έρχονται. Θαρρείς πάνω στους ήλιους των μεσημεριών – ο χειμώνας αναβάλλεται για το βράδι-. Τώρα ο Θεός και το φως σπλαχνίζονται τον κόσμο και ανοίγουν και τις πόρτες των ουρανών (νομίζω). Πώς αλλιώς θα νιώθαμε τόσες ψυχούλες να παραστέκονται στο όνειρο που ξαναστήνουμε;
O Θεός αγαπά τα απογεύματα
