Τη 28η του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Μωυσέως του Αιθίοπος

ΑΒΡΑΑΜ  Ε. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Ο Όσιος Μωυσής γεννήθηκε στην Αιθιοπία και όπως είναι φυσικό ήταν μελαχρινός στο χρώμα του σώματός του. Ζούσε εκεί δουλεύοντας ως δούλος κάποιου πλούσιου κτηματία. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, δεν πίστευε στον Χριστό και ήταν πραγματικά πολύ κακότροπος άνθρωπος. Συνεχώς έκλεβε τον κτηματία και του προκαλούσε πολλά προβλήματα, με αποτέλεσμα να τον αναγκάσει να τον διώξει από τη δουλειά. Mη έχοντας πλέον δουλειά, έγινε αρχηγός συμμορίας ληστών και συνέχισε να διαπράττει εγκλήματα χειρότερα από τα προηγούμενα. Είχε φτάσει σε σημείο ακόμα να σκοτώνει ανθρώπους για να τους ληστεύει. Τα όργανα της εξουσίας της περιοχής τον καταζητούσαν αρκετό καιρό και αυτός μαζί με τη συμμορία του αναγκάστηκε να φύγει για να γλυτώσει από τη σύλληψη.

            Κατευθύνθηκε, λοιπόν, στην έρημο όπου συνέχισε τις ληστείες του. Κάποτε έχοντας έχθρα με κάποιο βοσκό, διότι τον εμπόδιζε να κάνει κάποιο κακό, σκέφτηκε να τον σκοτώσει. Όταν έμαθε ότι βρίσκεται απέναντι από τον ποταμό Νείλο, ο οποίος είχε τότε πλημμυρήσει, κράτησε με τα δόντια του το μαχαίρι, τύλιξε το επανωφόρι του στο κεφάλι του και πέρασε τον ποταμό κολυμπώντας. Ο βοσκός που κατάλαβε τον ερχομό του, άφησε τα πρόβατά του και έφυγε. Ο Μωυσής τότε επειδή δεν βρήκε τον βοσκό για να τον σκοτώσει, διάλεξε τέσσερα παχιά κριάρια από την μάνδρα του φτωχού εκείνου βοσκού και τα έσφαξε. Έπειτα τα έδεσε με ένα σχοινί, το οποίο το έδεσε στην μέση του και πέρασε πάλι τον Νείλο κολυμπώντας. Έφαγε τα κρέατα, πούλησε τα δέρματα των κριαριών και μετά πήγε στους φίλους του ληστές, που ήταν γι΄ αυτούς ο αρχηγός.

Εκεί στην έρημο όπου δραστηριοποιούνταν εκείνη την περίοδο ζούσαν πολλοί ασκητές. Συναναστρεφόμενος όμως με αυτούς, άρχισε σιγά-σιγά να αλλάζει και να ηρεμεί. Πίστεψε στη δύναμη της μετάνοιας και ζήτησε τη συγχώρεσή τους, για να λυτρωθεί. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα βαπτίστηκε και ήταν πλέον έτοιμος να περάσει από την παρανομία στην ασκητική ζωή. Μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του μετάνιωνε και έκλαιγε συνεχώς για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει στο παρελθόν. Θεωρούσε τον εαυτό του «κατώτερο από όλους τους άλλους ανθρώπους, αλλά και από ολόκληρη την κτίση».

Πολλά περιστατικά από την καθημερινή του ζωή ως ασκητή έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και δείχνουν πόσο είχε αλλάξει ο χαρακτήρας του. Κάποτε, μπήκαν στη σπηλιά του τέσσερες ληστές, οι οποίοι τύχαινε να είναι παλιοί συνεργάτες του. Μόλις τον είδαν μέσα, σάστισαν. Το ίδιο και αυτός. Τότε, τους πήρε, τους έδεσε και τους οδήγησε στη συνάθροιση των γερόντων λέγοντας: «Σε μένα δεν αρμόζει πια να τιμωρήσω άνθρωπο». Οι ληστές, ακούγοντας αυτά τα λόγια, παραδέχτηκαν τις πράξεις τους, μετανόησαν και έγιναν και αυτοί μοναχοί!

Η ιδιαίτερη ταπείνωση του Οσίου Μωυσή φαίνεται και από ακόμα ένα πραγματικό γεγονός. Όταν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας αποφάσισε να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο, του είπε ότι έγινε ολόλευκος σαν το περιστέρι. Ο Μωυσής, παραξενεμένος, ρώτησε τον Πατριάρχη αν το έλεγε αυτό κρίνοντας από το εξωτερικό ή το εσωτερικό της παρουσίας του, καθώς τα άμφια που φορούσε ήταν λευκά. Θαύμασε ο Αρχιερέας γι΄ αυτή την απάντηση και τον αποχαιρέτησε. Μετά από λίγο καιρό θέλησε να τον δοκιμάσει. Ζήτησε, λοιπόν, από τους κληρικούς να τον διώξουν από την εκκλησία σε κάποια πανήγυρη. Όταν κατά την συνήθεια πήγε ο Όσιος να φορέσει τα ιερά άμφια, ένας κληρικός του λέει: «Φύγε από εδώ, ασχημάνθρωπε, του κόσμου περιγέλασμα, διότι δεν είσαι άξιος να σταθείς στο μέσο μας». Αμέσως αναχώρησε ο πραότατος Μωυσής, χωρίς να σκανδαλιστεί καθόλου με αυτόν που τον έβρισε. Μάλιστα κατηγορούσε τον εαυτό του λέγοντας: «Δεν σου το έλεγα, μαύρε και ασχημοδέρματε, ότι δεν είσαι άξιος να συνομιλείς προς τους ανθρώπους απάνθρωπε. Καλά σου έκαναν και όπως έπρεπε σε έβρισαν». Αυτά άκουσε αυτός που τον ακολούθησε, κατά παραγγελία του Αρχιερέα, τα οποία και μετέφερα και ωφελήθηκαν όλοι, θαυμάζοντας την άμετρη ταπείνωση και παρακάλεσαν τον Μωυσή να επιστρέψει για να συλλειτουργήσουν. Αυτός πάλι επέστρεψε χωρίς να ταραχθεί καθόλου η καρδιά του, κατά το ψαλμικό: «Ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην» (Ψαλμ. 118, 60).

Ο Όσιος Μωυσής σε όλη τη διάρκεια της ζωής του μιλούσε στους ανθρώπους για τη χριστιανοσύνη και δίδασκε το Ευαγγέλιο. Περισσότερο από όλα, προσπαθούσε να μιλά σε ληστές και κακοποιούς, για να αλλάξουν και αυτοί τη ζωή τους. Κάποια μέρα, όπως συχνά συνέβαινε, ένας άρχοντας θέλησε να επισκεφτεί τη σκήτη του για να συνομιλήσουν από κοντά. Πήγε στο κεντρικό μοναστήρι, το Κυριακό, άφησε πολλά δώρα στους μοναχούς και αυτοί του είπαν πώς θα έβρισκε τη σπηλιά του Μωυσή. Όταν έφτασε έξω από τη σπηλιά, είδε έναν ρακένδυτο άνθρωπο και τον ρώτησε πού θα μπορούσε να βρει τον μοναχό. Εκείνος τότε του είπε: «Τι τον χρειάζεσαι τέτοιον κουτό; Αυτός είναι δαιμόνιος. Έχει δαιμόνιο. Θα ζημιωθείς εάν μιλήσεις με τέτοιον ανόητο άνθρωπο. Γύρισε, χριστιανέ μου, πίσω και μην κοπιάζεις άδικα. Κρίμα που έκαμες τόσον κόπο». Ο άρχοντας, ακούγοντας αυτά τα λόγια, γύρισε στο μοναστήρι και διηγήθηκε την ιστορία στους μοναχούς. Αυτοί αναρωτήθηκαν ποιος ήταν αυτός που μιλούσε με τόσο κακά λόγια για τον Μωυσή. Ζήτησαν από τον άρχοντα να τους τον περιγράψει. Εκείνος είπε πως ήταν ένας ρακένδυτος, ψηλός στο ανάστημα, με μαύρο πρόσωπο. Οι μοναχοί αμέσως κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τον ασκητή Μωυσή. Εξήγησαν στον άρχοντα πως το έκανε αυτό για να αποφύγει τη συνομιλία και κατ’ επέκταση τους επαίνους και την ανθρώπινη εκτίμηση. Ο άρχοντας εκείνη τη στιγμή κατάλαβε, όπως λένε, την αγιοσύνη του Μωυσή και χάρηκε ιδιαίτερα που τον συνάντησε, έστω και τόσο λίγο.

Ο Όσιος Μωυσής πέθανε ειρηνικά σε ηλικία 75 ετών, σύμφωνα με τον «Ορθόδοξο Συναξαριστή» του Αγίου Νικοδήμου. Αναδείχθηκε κληρονόμος της άνω δόξας, αφού διέλαμψε με τα ασκητικά του έργα, σηκώνοντας στον ώμο του τον Σταυρό του Χριστού. Οι δύο μεγάλες αρετές που τον κοσμούσαν ήταν η αληθινή μετάνοια και η βαθιά ταπείνωση. Έκλαιγε για τις αμαρτίες του. «Η συναίσθησις της αμαρτίας ημών είναι μέγα δώρον του Ουρανού, μεγαλύτερον και της οράσεως των αγγέλων… Η μετάνοια είναι ανεκτίμητον δώρον προς την ανθρωπότητα… Δια της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών. Τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου» (Όσιος Σωφρόνιος Έσσεξ). Ο Μωυσής αξιοποίησε κατά τον καλύτερο τρόπο το ανεκτίμητο αυτό δώρο και έφθασε στην θέωση, στην όραση του Θεού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία με τον τρόπο ζωής που προσφέρει, μεταμορφώνει και μετασκευάζει τα τσακάλια και τους λύκους σε πρόβατα και αρνιά άκακα. Μεταβάλλει τους υπερήφανους σε ταπεινούς, τους πόρνους και μοιχούς σε σώφρονες, τους φονιάδες, τους τρομοκράτες και τους ληστές σε Οσίους.

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του Οσίου Μωυσέως στις 28 Αυγούστου.