
ΑΒΡΑΑΜ Ε. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας αποτελούν τις ζωντανές εικόνες του Θεού. Το «Συνοδικό» της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου επιτάσσει να τιμούνται από τους πιστούς, ως «φίλοι και θεράποντες του Χριστού». Μία από τις τιμώμενες Αγίες της Εκκλησίας μας είναι και η Αγία Ευανθία.
Η Αγία Ευανθία, η Μάρτυς του Χριστού, καταγόταν από την Αγιοτόκο Μικρά Ασία. Αναδείχθηκε ένα καλό, όμορφο λουλούδι που ευωδίαζε με τους λόγους και τις πράξεις της (Ευανθία, η λέξη προέρχεται από το ευ + άνθος, δηλαδή ένα καλό, όμορφο λουλούδι). Έλαμπε από τα χρηστά της ήθη, την ευταξία της και την ευγένειά της.
Στο Συναξάρι του Αγίου Κορνηλίου του Εκατοντάρχου (13 Σεπτεμβρίου), αναφέρεται ότι ο θείος Κορνήλιος μετά την μεταστροφή του στον Χριστό από τον Απόστολο Πέτρο, έφυγε από την Καισάρεια της Παλαιστίνης όπου ζούσε και ακολούθησε τον Απόστολο στην Κύπρο, στην Αντιόχεια και σε άλλα μέρη. Με κλήρο μετέβηκε με προθυμία στη χώρα των Σκεψέων της Μικράς Ασίας, που ήταν περισσότερο από άλλες περιοχές βυθισμένη στην ειδωλολατρία. Στην πόλη Σκήψις άρχοντας και ηγεμών ήταν ο Δημήτριος, ο οποίος ήταν φιλόσοφος και εχθρός θανάσιμος και διώκτης των χριστιανών. Η Αγία Ευανθία υπήρξε η σύζυγος του ειδωλολάτρη αυτού Δημητρίου και είχαν ένα γιο που ονομαζόταν Δημητριανός.
Ο ιεραποστολικός ζήλος του Αγίου Κορνηλίου μαθεύτηκε αμέσως στον άρχοντα που τον κάλεσε να σταματήσει την διδασκαλία. Ο Άγιος δεν δείλιασε καθόλου και είπε ότι ήρθε εκεί για να τους διδάξει το φως της αληθείας και για να αποφύγουν το σκότος της απάτης του διαβόλου. Τους είπε μεταξύ άλλων: «Όμως δείξτε μου αυτούς που ονομάζετε εσείς θεούς». Τον οδήγησαν τότε στον ειδωλολατρικό ναό ενώπιον πλήθους, προκειμένου να θυσιάσει στα είδωλα. Εκεί έκλινε τα γόνατα ο Άγιος Κορνήλιος και προσευχήθηκε να συντριβούν τα είδωλα και να δώσει ο Θεός σύνεση και γνώση στον λαό αυτό και να γνωρίσουν ότι μόνον ο Χριστός είναι ο Παντοδύναμος και Αληθινός Θεός. Μετά βγήκαν από τον ναό όλοι οι ειδωλολάτρες. Στον ναό παρέμειναν μόνο η Ευανθία και ο υιός της Δημητριανός. Δεν πέρασε λίγη ώρα και έγινε ένας φοβερός σεισμός που η πόλη έτρεμε σαν ένα φύλλο δένδρου και ο βωμός κατακρημνίστηκε, τα δε είδωλα έπεσαν στην γη, συντρίφτηκαν και έγιναν σκόνη. Η Ευανθία με τον Δημητριανό καταπλακώθηκαν στα ερείπια του ναού. Ο ηγεμόνας θεώρησε ότι σκοτώθηκε η σύζυγός του και ο γιος του και νομίζοντας ότι με μαγείες γκρεμίστηκε ο ναός, διέταξε και βασάνισαν τον Κορνήλιο και τον έριξαν στην φυλακή. Τότε του ενημέρωσαν ότι από τα ερείπια ακούγεται η φωνή της Ευανθίας και του γιου της που λένε: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, που μας γλύτωσε από τέτοιο κίνδυνο, διά μέσου του δούλου του Κορνηλίου. Φρόντισε λοιπόν, Δημήτριε, το γρηγορότερο και ελευθέρωσε από την φυλακή τον Άγιο αυτόν άνθρωπο και προσκύνησέ τον με ευλάβεια και παρακάλεσέ τον να μας βγάλει από το χάσμα αυτό στο οποίο βρισκόμαστε και οι δύο. Μεγάλα και θαυμαστά πράγματα βλέπουμε εδώ όπου είμαστε βυθισμένοι. Ακούμε πλήθος αγγέλων που ψάλλουν: Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
Αμέσως ο Δημήτριος πήγε στην φυλακή να ελευθερώσει τον Άγιο Κορνήλιο, που τον βρήκε όμως λυμένο από τα δεσμά του, από τα οποία τον είχε λύσει Άγγελος Κυρίου. Μαζί με τον λαό τον προσκύνησε, ομολόγησε την πίστη στον Αληθινό Θεό και ζήτησαν να βαπτισθούν όλοι και να λάβουν την σφραγίδα του Χριστού. Όπως και έγινε. Βαπτίστηκαν τότε διακόσιες ψυχές που βρέθηκαν εκεί. Κατόπιν με προσευχή του Αγίου Κορνηλίου και του λαού, που είπε το «Αμήν», άνοιξε η γη και έδωσε ζωντανούς την Ευανθία και τον γιο της.
Ο ηγεμόνας Δημήτριος, η σύζυγός του Ευανθία και ο γιος τους Δημητριανός πήγαιναν συχνά στο μέρος που ασκήτευε πλέον ο Άγιος Κορνήλιος και άκουγαν απ΄ αυτόν λόγους ζωής και σωτηρίας. Πολλοί ειδωλολάτρες μαγνητίζονταν από την διδαχή του Αγίου και βαπτιζόταν, και από άγρια θηρία που ήταν πρωτύτερα, με την ευσέβεια γινόντουσαν ημερότατα πρόβατα με την Χάρη του Χριστού. Η Αγία Ευανθία αγάπησε και πόθησε πολύ τον αληθινό Νυμφίο Χριστό και ασκούνταν στις αρετές. Έγινε ένα εύοσμο άνθος του Παραδείσου μαζί με την οικογένειά της.
Από την Ακολουθία που συνέγραψε ο μητροπολίτης Ρόδου Κύριλλος, για τους τρεις αυτούς Αγίους, παίρνουμε τις επόμενες πληροφορίες.
Ο άρχοντας Δημήτριος περιφρονώντας την επίγεια αρχή, καταλείποντας τις πρόσκαιρες αξίες, υπέταξε τον εαυτό του στον Χριστό, τον Βασιλέα των δυνάμεων. Αγωνίστηκε τον καλό αγώνα για την απόκτηση των αρετών. Η Ευανθία αφού με την διδαχή δέχτηκε το φως του Ευαγγελίου, δουλώθηκε στον Κύριο της δόξης. Κατέλειπε την απάτη της ειδωλολατρίας και μίσησε την βδελυρά λατρεία των ειδώλων. Η αρίστη σύζυγος, η σώφρων, η πάνσεμνη, λάμποντας από ευσέβεια γίνεται πρότυπο γυναικείας ευπρέπειας. Ο δε Δημητριανός αναδείχθηκε υιός γνησιότατος των ευκλεών γεννητόρων του. Η τριάδα λοιπόν των μαρτύρων, τα ευώδη βλαστήματα του Ευαγγελίου, αφού έλαβαν μυστικά στην καρδιά τους την γνώση του Θεού, με λόγους και θαυμαστά έργα από τον μάρτυρα Κορνήλιο, με την χάρη του Σταυρού απεδίωξαν κάθε αξία και κοσμική απόλαυση. Πλούτο, δόξα και βίο, άπαντα με γενναία φρόνηση μίσησαν.
Μετά από καιρό όταν ανέλαβαν την εξουσία οι θεομάχοι, εχθροί της πίστεως, οδήγησαν τους τρεις μάρτυρες στο στάδιο. Εκεί με θάρρος όλοι τους ομολόγησαν τον Χριστό καταφρονήσαντες τους διωγμούς και τα βασανιστήρια. Με μια γνώμη προσφέρθηκαν ως θυσία ευώδης στον Χριστό. Ενδεδυμένοι τον Χριστό γύμνωσαν τον εχθρό μέσα στο στάδιο και θριάμβευσαν διά της πίστεως. Με πίστη συνάθλησαν, δυνάμει του Θείου Πνεύματος και πάτησαν κάθε επίνοια του διαβόλου. Απέναντι στους τυράννους εκήρυξαν τον Χριστόν ως τον μόνον αληθινό Θεό. Οι μάρτυρες συνδεόμενοι με τον σύνδεσμο της θείας πίστεως έλαβαν από τον ουρανό τα άφθαρτα, αμάραντα στέφανα της δόξας. Η Αγία Ευανθία υπερέβη την φύση της γυναικείας σαρκός, ήθλησε υπέρ την φύση της και μπήκε ανδρικά στο δρόμο του μαρτυρίου. Οι Άγιοι υπέστησαν πολύτροπα βασανιστήρια και τα υπέμειναν με μεγάλη γενναιότητα. Καταδικάστηκαν να πεθάνουν «εν δίψει τε και λιμώ», δηλαδή θάνατος με στέρηση νερού και τροφής. «Ο Θεός επείρασεν αυτούς, και εύρεν αυτούς αξίους εαυτού. Ως χρυσόν εν χωνευτηρίω εδοκίμασεν αυτούς, και ως ολοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αυτούς».
Οι Άγιοι αγωνίστηκαν γενναία και με γλυκύτητα δέχτηκαν το κέρδος του θανάτου, που δεν τους καταβίβασε στον Άδη, αλλά τους αναβίβασε στους αθανάτους Νυμφώνες, προς αυτόν τον Νυμφίο Χριστό. Παιδεύτηκαν αλλά πλούσια ευεργετήθηκαν, καθόσον οι δίκαιοι ζουν εις τον αιώνα. Ανδραγάθησαν με την πάλη του μαρτυρίου. Νίκησαν τον κόσμο και τον κοσμοκράτορα του σκότους. Φλεγόμενοι από το πυρ της θεϊκής αγάπης στις καρδιές τους, πορεύτηκαν τον δρόμο του μαρτυρίου, οι καλλίνικοι μάρτυρες της ευσεβείας. Ποθήσαντες τον Χριστό, τον αληθινό άρτο της ζωής, με θάνατο δια της στερήσεως του άρτου έλαβαν το μαρτύριο. Λιμοθανέντες εξεδήμησαν προς τον Χριστό και αναδείχτηκαν συνδαιτυμόνες της τραπέζης Του. Αξιώθηκαν του ουρανίου δείπνου, απολαύοντες της Δεσποτικής χαράς με όλους τους Αγίους. Βρίσκονται πλέον στην σκηνή των Αγίων. Οι ευκλεείς αθλοφόροι, οι θεοφόροι μάρτυρες της αληθείας, οι ωραίοι αδάμαντες της πίστεως υπήρξαν όντως τα τίμια θησαυρίσματα εν Κυρίω.
Η πανεύφημη Αγία του Χριστού μάρτυς Ευανθία επιδείξασα την μυστική ευανθία της πίστης του Χριστού, διά του καλού αγωνίσματος του μαρτυρίου, μετέβηκε στον ουρανό και συναπολαμβάνει την γλυκύτατη μέθεξη του Θεού, αγάλλεται με τον επουράνιο Νυμφίο Χριστό σε εκείνη την άρρητη ευφροσύνη και αΐδιο δόξα. Η Αγία Ευανθία μας διδάσκει ότι «άλλος θάνατος δεν είναι ενδοξότερος και ωφελιμότερος από εκείνον του Μαρτυρίου, διότι δι΄ αυτού μετέχουμε του πάθους του Χριστού και της δόξης Αυτού κοινωνοί γινόμαστε».
Η μνήμη της Αγίας Ευανθίας εορτάζεται μαζί με του συζύγου της Δημητρίου και του γιου τους Δημητριανού.
Το Συναξάρι για την 11η Σεπτεμβρίου, μεταξύ των άλλων εορταζομένων Αγίων, αναφέρει: «Οι Άγιοι Μάρτυρες ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ και ΕΥΑΝΘΙΑ, η σύζυγος αυτού, και ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΟΣ ο υιός αυτών, λιμώ τελειούνται».
«Άγχουσιν οι τρεις αρτολιμώ γεννάδαι,
Άρτους τον αιτήσαντα δείξαι τους λίθους».
«Eυ μάλα εξήνθησεν η Eυανθία,
Aνθηφορούσα αρετάς ανθοπνόους».
«Ευανθούσα πέφηνας γυνὴ τοις άθλοις, Μαρτυρίου πνέουσα οσμὴν την θείαν. Ενδεκάτῃ λιμώ έθανε Μαρτύρων τριὰς κλυτή».
