
Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος
Ἀναφέρεται στὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ τῶν Ἀναργύρων τῶν ἐκ Ῥώμης, τὴν μνήμη τῶν ὁποίων ἑορτάζομε τὴν 1η Ἰουλίου, ὅτι δὲν ἐπέλεγαν τοὺς ἀσθενεῖς των, μὲ βάση τὸ βαλάντιό των, ἀλλὰ προσέφεραν σὲ ὅλους, ἀδιακρίτως καὶ ἀναργύρως, τὴν βοήθειά των. Ὅταν, μάλιστα, οἱ πιὸ πλούσιοι ἐξ αὐτῶν τοὺς ἔδιναν χρήματα, ἐκεῖνοι ὄχι μόνον δὲν τὰ δέχονταν ἀλλὰ τοὺς ὑποδείκνυαν ἄλλους, ἐνδεέστερους ἀδελφούς των, γιὰ νὰ βοηθήσουν.
Ἴσως κάποιος ἀναρωτιέται εὔλογα: «Καὶ ποιός φρόντιζε γιὰ τοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, ἀφοῦ δὲν ἀμείβονταν γιὰ τὴν ἐργασία των;» Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλῆ. Ἡ κοινότητα φρόντιζε γιὰ τὶς ἀνάγκες των. Ὡς γνωστόν, οἱ Ἅγιοι ἔζησαν κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους (3ος αἰ.), ὁπότε λειτουργοῦσαν οἱ κοινότητες καὶ ὅλες οἱ ἀνάγκες, πνευματικές, μορφωτικὲς καὶ κοινωνικές, ὅλων τῶν μελῶν, καλύπτονταν στὸ πλαίσιό των (βλ. κεφ. Β’ καὶ Δ’ Πράξεων τῶν Ἀποστόλων). Ἑπομένως, ἐκεῖνοι, ὡς «ἰατῆρες ψυχῶν τε καὶ σωμάτων», θεράπευαν, μὲ τὶς γνώσεις των καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸν πόνο καὶ τὶς ἀσθένειες, καὶ οἱ εὐεργετημένοι ἀπὸ αὐτοὺς ἀδελφοί των μεριμνοῦσαν γιὰ τὴν κάλυψη τῶν πενιχρῶν των ἀναγκῶν. Τί πιὸ δίκαιο καὶ πιὸ ὄμορφο!
Ἕνα πρᾶγμα μόνον ζητοῦσαν οἱ Ἅγιοι ἀντὶ γιὰ ἀμοιβή των: Πίστη στὸν Θεό. Καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ζητοῦσαν κατ’ ἀπαίτηση ἀπὸ τοὺς θεραπευμένους, ἀλλὰ ὡς χάρη, διότι γνώριζαν ὅτι ἡ πίστη θὰ ἦταν ἡ θεραπεία των! Ὅπως ὁ Χριστὸς λέγει στὸν ἑκατόνταρχο τοῦ Εὐαγγελίου «ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι» (Ματθ., η’ 13) καὶ ἀμέσως θεραπεύεται ὁ δοῦλος του, ἔτσι καὶ οἱ Ἅγιοι ἔκαναν «προσκλητήριο» πίστεως καὶ ἀγάπης, μὲ σκοπὸ νὰ προσφέρουν θεραπεία στοὺς ἀσθενεῖς των, διότι ἤξεραν ὅτι, ἐὰν βρῆ ἡ ψυχὴ τὸν θεράποντά της, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε γρήγορα θὰ βρῆ καὶ τὸ σῶμα τὴν γιατρειά του.
Γι’ αὐτό, λοιπόν, δὲν ζητοῦσαν χρήματα οἱ Ἅγιοι γιὰ τὶς ὑπηρεσίες των πρὸς τὸν πάσχοντα ἀδελφό, διότι «δωρεὰν ἔλαβον». Ὡς δῶρο πῆραν τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας ἀπὸ τὸν δωρεοδότη Κύριο καὶ μὲ τὴν σειρά των τὸ προσέφεραν ἁπλόχερα στοὺς ἀδελφούς των καὶ συνεχίζουν νὰ τὸ προσφέρουν μέχρι σήμερα καὶ θὰ συνεχίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας, διότι τὰ χαρίσματα δὲν χάνονται, ἀφοῦ καὶ οἱ Ἅγιοι δὲν πεθαίνουν ἀλλὰ μεθίστανται στὴν αἰώνιο ζωή.
Ἐὰν θέλωμε, λοιπόν, καὶ μεῖς σήμερα νὰ κάνωμε ἕνα δῶρο στοὺς Ἁγίους, ἂς διαλέξωμε τὸ ἀκριβότερο, ὅπως τοὺς ἀξίζει. Ἄς γίνουμε πιστοὶ στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἠθικοὶ καὶ ἀνεπίληπτοι στὸν προσωπικό μας βίο, δίκαιοι καὶ ἀγαπητικοὶ στὴν πολιτεία μὲ τοὺς ἀδελφούς μας, ὅπως ἀκριβῶς ἔγιναν καὶ ἐκεῖνοι. Παρέμειναν πάντοτε ἑνωμένοι μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, ὡς μέλη ἐκ μέρους (Α’ Κορ., ιβ’ 12, 27), καὶ δὲν βγῆκαν ποτὲ ζημιωμένοι, ἀντιθέτως μάλιστα: ὠφελήθηκαν καὶ ὠφέλησαν.
Ἂς πρεσβεύουμε, γι’ αὐτό, στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους νὰ δέωνται ἀδιαλείπτως πρὸς τὸν ἐλεήμονα Θεὸ νὰ μᾶς παράσχῃ «πταισμάτων ἄφεσιν» καὶ πλούσια καὶ δαψιλῆ τὴν χάρη Του. Γένοιτο!
