Ηλία Βενέζη: Η καλύτερη, η γνησιότερη Ελλάδα

Ηλία Βενέζη

«Να θυμούνται τα παιδιά μας πως ο Ελληνισμός είναι ενιαίος»

Φάρασα.
 
Ένα γεροντάκι φάνηκε, μια απ’ αυτές τις μέρες, στο γραφείο που εργάζομαι. Ήταν μια απίθανη αναδρομή στο παρελθόν. Όλα απάνω του ήταν του παλιού καιρού, το ντύσιμο, το σκληρό καπέλο, το άσπρο γιλέκο, τα κουμπιά, όλα τριμμένα, όμως όλα παστρικά, συντηρημένα με αξιοπρέπεια που πρόδιδε την πρωτινή αίγλη. Ο επισκέπτης μου ήταν πρώην ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος, συνταξιούχος, που είχε υπηρετήσει την πατρίδα του σε καίρια πόστα του Μικρασιατικού Ελληνισμού, την πρώτη εικοσαετία του αιώνα. Ήρθε να μου πει για το Μικρασιατικό Ελληνισμό. Μιλούσε, θυμόταν έργα και ημέρες του Ελληνισμού αυτού και βουρκώναν τα μάτια του. Ανέφερε περιστατικά του εθνικού του βίου, του ασίγαστου πάθους του για το μακρυνό όραμα που ήταν γι’ αυτόν τον κόσμο πάντα η μητροπολιτική πατρίδα, ανέφερε γεγονότα και θυσίες.

— Ήταν εκεί, στη Μικρασία, η καλύτερη, η γνησιότερη Ελλάδα, είπε ο συνομιλητής μου. Πρέπει να κάμετε όλοι ό,τι σας περνά απ’ το χέρι για να περισωθεί ο πολιτισμός του, η ιστορία του, ο μύθος του. Κι’ αν αυτό είνε δύσκολο, να περισωθεί τουλάχιστον η ανάμνησίς του.

                                                                                                   «ΤΟ ΒΗΜΑ», 29.2.1948, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Θυμούμαι το γέροντα επισκέπτη μου διαβάζοντας το «Αρχείο της Μικρασιατικής Λαογραφίας» της κυρίας Μέλπως Μερλιέ. Είνε εκεί μέσα γραμμένα τα ιστορικά αυτού του Αρχείου, όλα τα δύσκολα βήματα που έκαμε ως τώρα απ’ το 1930, η αφοσίωση και η ζεστασιά που έρχεται από κάθε ανθρώπινη πράξη κινημένη από πάθος και αφιλοκέρδεια. Το βιβλίο αφιερώνεται «Στη Φίλη». Και η φίλη αυτή η ανώνυμη δεν είνε άλλη απ’ την έξοχη Ελληνίδα, την κυρία Δέλτα, που ήταν απ’ τους πρώτους ιδρυτές του Αρχείου. Αν καλά θυμούμαι, στο σπίτι της άκουσα για πρώτη φορά απ’ την κυρία Μερλιέ τη μυστηριώδη λέξη «Φάρασα». Τι ήταν αυτά τα Φάρασα; Από τότε την άκουσα πολλές φορές την λέξη. Όμως η πρώτη εντύπωση μένει έντονη: Η λέξη έδινε κίνητρο στη φαντασία, έλεγες πως θάταν καμιά περιοχή παραμυθιού, τόπος ανεξερεύνητος, τόπος να βάλεις το μύθο μιας ιστορίας με περιπέτειες για παιδιά — κάτι τέτοιο. Ήταν υποβολή; Και  όμως. Τώρα που κοιτάζω τα ιστορικά του Αρχείου της Μικρασιατικής Λαογραφίας βλέπω πως πράγματι Φάρασα ήταν περιοχή του παραμυθιού, τόπος που κάποτε άνθιζε και μονομιάς ερημώθηκε, ερείπια σιωπηλά και άξενα, όπου ξαφνικά φτάνουν ταξιδευτές από μέρη μακρινά γυρεύοντας να πάρουν ό,τι γίνεται απ’ την πρωτινή ζωή, να κρατήσουνε ό,τι είνε δυνατόν να κρατηθεί.

Τα Φάρασα της Καππαδοκίας

Φάρασα είνε ένα χωριό της Καππαδοκίας, χαμένο μέσα στο έρημο φαράγγι που χωρίζει τον Ταύρο από τον Αντίταυρο. Ένα χωριό ξεμοναχιασμένο, όπου κάποτε ζούσαν χίλιες πεντακόσιες ψυχές. Πνιγμένο μες στην Τουρκιά είχε βαστάξει ως το 1922 την ελληνική ιδιοτυπία του. Αυτό το χωριό, το ξεκληρισμένο με την καταστροφή της Ανατολής, διάλεξε για πρώτο έργο του το Αρχείο της Μικρασιατικής Λαογραφίας. Να το αναστήσει, να το κάμει να ξαναϋπάρξει, κι’ έτσι να το κρατήσει για την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Πρώτα πρώτα τα Φάρασα έπρεπε να σχηματισθούν στο φυσικό τους πλαίσιο: Πώς ήταν ο ουρανός του, τα βουνά του, τα ποτάμια του, τα ζώα του, τα φυτά του· οι στράτες και τα σοκάκια του· πού ήταν η εκκλησιά του, το σχολείο και τα σπίτια. Κανένας βέβαια απ’ τους συνεργάτες του Αρχείου δεν είχε πάει στα Φάρασα. Ό,τι έμενε απ’ τα Φάρασα ήταν οι πρόσφυγές του, που είχαν βρει καταφύγιο στο Μοσχάτο. Μέσω τους άρχισε η εξερεύνηση. «Περιγράφαμε», γράφει συγγραφεύς του βιβλίου, «έναν τόπο που δε βλέπαμε, υποχρεωμένοι να υποκαταστήσωμε στην όραση την εξονυχιστική εξέταση, υποχρεωμένοι να εντείνωμε μέχρι του δυνατού την εσωτερική μας ενόραση». Οι Φαρασιώτες, τους οποίους πήγαιναν να βρουν, τους μιλούσαν μια γλώσσα, τη δική τους, που οι συνεργάτες του Αρχείου —πρώτος ανάμεσά τους ο μακαρίτης ο Λουκόπουλος— δεν την καταλάβαιναν. Στην αρχή χρειάζονταν διερμηνέα, ύστερα έμαθαν το ιδίωμα. Δεν είνε δοσμένο στον καθένα, παρατηρεί πολύ σωστά η κυρία Μερλιέ, να διαλέγει αυτούς που του κάνουν γι’ αυτή τη δουλειά, να εκμαιεύει πληροφορίες και διηγήσεις. Έτσι σιγά σιγά, με μόχθο, με αφοσίωση, με μεράκι, με μέσα ανύπαρκτα, άρχισε να συσσωρεύεται η εργασία για τα Φάρασα. Οι Τοπωνυμίες των Φαράσων, οι Αποικίες των Φαράσων, Έργα και Ημέραι — η κατοικία του ανθρώπου,  η παρακολούθησή του απ’ την ώρα που γεννιέται, βαφτίζεται, παντρεύεται, ξενιτεύεται, πεθαίνει. Άλλη μελέτη αφιερωμένη στη θρησκευτική του ζωή. Άλλη αφιερωμένη στον γεωργικό και στον ποιμενικό του βίο. Και άλλη στα μνημεία του λόγου: Χαιρετισμούς, κείμενα τραγουδιών, παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις, παραδόσεις, παραμύθια, μύθους.

Χειρόγραφος χάρτης της περιφέρειας των Φαράσων, έργο του φαρασιώτη πρόσφυγα και ιερέα Θεόδωρου Θεοδωρίδη

Αυτά μας πληροφορεί με απλά λόγια το μικρό εισαγωγικό βιβλίο της κ. Μερλιέ, που εκδίδεται ταυτόχρονα με την πρώτη εργασία της σειράς, τη μελέτη του διακεκριμένου καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ανδριώτη «Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων». Είνε όλη αυτή η εργασία, όλη αυτή η προσπάθεια, άξια για κάθε τιμή και για κάθε έξαρση. Μακάρι ό,τι έγινε για τα Φάρασα να μπορέσει να γίνει για όλες τις περιοχές του μικρασιατικού Ελληνισμού, μακάρι να μπορέσει να γίνει για τα Δυτικά παράλια, αυτά που στάθηκαν οι πρόγονοί μας, η κοιτίδα του ελληνικού πνεύματος. Ολοένα οι πρόσφυγες της Μικρασίας γερνούνε και χάνουνται. Σε λίγα χρόνια δε θα υπάρχουν παρά τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους, που θάναι πια γέννημα και θρέμμα αυτού εδώ του τόπου. Αν ως τότε δεν έχουμε φροντίσει να περισώσουμε την πνευματική κληρονομιά που κρατούν ακόμα ζωντανή στο στόμα τους οι Μικρασιάτες, η Μικρασία θα έχει χαθεί. Και δεν πρέπει —το αντιλαμβάνονται όλοι αυτό— να χαθεί. Θα πήτε: Σήμερα η πατρίδα μας ρημάζεται, κάθε μέρα σωριάζεται σε ερείπια (σ.σ. ο ολέθριος Εμφύλιος ήταν σε πλήρη εξέλιξη). Τι νόημα έχει να νοιαζόμαστε τώρα για μακρινές πια, ρημαγμένες εστίες; Για χωριά θαμμένα στη Μικρασία; Θα αποκριθούμε πως σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, στην ώρα αυτή της συμφοράς μας, περισσότερο παρά ποτέ άλλοτε, αισθανόμαστε τους δεσμούς με τη γη, με το πάτριο χώμα, με την ιστορία του, με τα δάκρυά του. Και επειδή έτσι το αισθανόμαστε και το πονούμε, θέλουμε τη λατρεία του να την περάσουμε και στα παιδιά μας. Κι’ άλλον τρόπο δεν έχουμε παρά αυτόν. Να συντηρήσουμε τη μνήμη του. Να θυμούνται τα παιδιά μας πως ο Ελληνισμός είνε ενιαίος, πως κάποτε ήταν τα Φάρασα, ήταν κάποτε Φάρασα πολλά, απ’ την Καππαδοκία και τον Πόντο ως τα παράλια του Αιγαίου. Και πως αυτά τα μικρά, χαμένα μες στα βουνά και τα ποτάμια της Ανατολής, Φάρασα, αυτή η μυθική χώρα των πατέρων τους, είνε ερείπια που δεν πεθαίνουν.
 

Ετικέτες - Σχετικά Θέματα