Γεωργίου Βιλλιώτη, Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ
Θεωροῦμε ἐπιβεβλημένο ἐνταῦθα νὰ διευκρινήσουμε ὅτι τὸ «πνευματικὸ σῶμα» τῆς Παναγίας δὲν ὑπονοεῖ σὲ καμμία περίπτωση ὅτι ἡ Θεοτόκος δὲν ἀπέθανε. Ἡ Ἐκκλησία ποὺ «εἶναι ὁ αὐθεντικὸς κριτὴς καὶ ἑρμηνευτὴς τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας» διακηρύσσει ὅτι «θνητή γαρ ἦν ἡ ἁγία Μαρία, ἐξ ἧς καὶ τὸ σῶμα». Τὴν παράδοση αὐτὴ ἀποδέχεται καὶ ὁ ἱερὸς Καβάσιλας «ὡς τέκνο καὶ πατὴρ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως». Ἡ παναγία ψυχή, ἀκολουθῶντας τὴν κοινὴ μοῖρα τῶν ἀνθρώπων ἔπρεπε νὰ χωριστῇ ἀπὸ τὸ «παναγέστατο» σῶμα Της. Ὁ προσεκτικὸς ἀναγνώστης θὰ παρατηρήσῃ ὅτι ὁ συγγραφέας ἐπιλέγει τὸ ἀπαρέμφατο «λυθῆναι», ποὺ παραπέμπει στὴν λύση, ἤτοι στὴν διάσπαση τῆς ἑνότητας μεταξὺ ψυχῆς καὶ σώματος. Ἐφόσον ἡ Παναγία ἦταν ἄνθρωπος, γόνος τῆς Εὔας, καὶ «ἐξ ἀνθρώπων ἀνέφυ» ἦταν μέτοχος σὲ κάθε κοινὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καὶ στὸν θάνατο.
Τὴν 1η Νοεμβρίου 1950 ὁ Πάπας Πῖος ΙΒ΄ διεκήρυξε ὡς δόγμα τὴν ἀκόλουθη διδασκαλία: «Ἡ Ἄσπιλος Θεοτόκος, ἡ Ἀειπάρθενος Μαρία, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς Της, μετέστη μετὰ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς εἰς τὴν οὐράνιον δόξαν». Τὸ δόγμα αὐτὸ προκάλεσε σύγχυση σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο τῆς Θεομήτορος. Πολλοὶ δυτικοὶ θεολόγοι θεώρησαν ὅτι ἡ Μαρία, ὡς ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, κατὰ τὸ παπικὸ δόγμα τῆς Ἀσπίλου Συλλήψεως, δὲν πέθανε, ἀλλὰ ἀνελήφθη ζῶσα στοὺς οὐρανούς. Ἡ θέση αὐτὴ ἀνάγκασε τὸν Πάπα Ἰωάννη Παύλο ΙΙ νὰ διευκρινίσῃ ὅτι ἡ Θεοτόκος δὲν ἦταν ἀνώτερη ἀπὸ τὸν Υἱό Της καὶ ὅτι Τὸν ἀκολούθησε σὲ ὅλους τοὺς δρόμους, ἄρα καὶ σὲ αὐτὸν τοῦ θανάτου.
Ὅσον ἀληθὴς εἶναι -κατὰ ἅγιο Νικόλαο- ὁ θάνατος τῆς Θεοτόκου ὡς ἀπολύτως φυσικός, ἄλλο τόσο ἀληθὲς εἶναι τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς ἐν τάφῳ ἀφθαρσίας τοῦ παρθενικοῦ σώματος καὶ τῆς εἰς οὐρανοὺς μεταστάσεώς του. Ἑπόμενος τοῖς ἁγίοις πατράσιν θεωρεῖ τὴν μετάσταση, ἤτοι τὴν ἀνάσταση τοῦ θεομητορικοῦ σώματος καὶ τὴν ἀνάληψή του στὸν οὐρανό, ὡς πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ ἴσως τὸν λόγο δὲν ἀναλίσκεται στὴν διήγηση τῶν γεγονότων ποὺ ἀφοροῦν τὴν Κοίμηση καὶ τὴν Μετάσταση τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ τὴν ἑρμηνεύει θεολογικά.
Ἡ μετάσταση τῆς Θεομήτορος συνδέεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον μὲ τὴν ἀπόλυτη ἕνωση Της μὲ τὸν Χριστό. Ὁ Καβάσιλας δὲν συνθέτει μιὰ αὐτονομημένη μαριολογία ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν Χριστολογία. Ἡ ζωὴ τῆς Παναγίας ἦταν μιὰ συνοδοιπορία μὲ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Καθ’ ὅλον τὸν ἐπίγειο βίο Της συμμετέχει προσωπικῶς καὶ ἐνεργῶς στὸ «ἐν Χριστῷ τελειωθὲν ἔργον τοῦ Θεοῦ» Τὸν ἀκολουθεῖ διακριτικὰ σὲ κάθε Του βῆμα. Εἶχε τόσο μεγάλη παρρησία, ὥστε πρώτη νὰ παροτρύνῃ τὸν Υἰό Της νὰ ἀρχίσῃ τὶς εὐεργεσίες πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, παρότι δὲν εἶχε ἔλθει ἀκόμα ἡ ὥρα Του νὰ πραγματοποιήσῃ θαύματα καὶ νὰ φανερωθῇ δημόσια ὡς Μεσσίας· ἡ Παρθένος μεταθέτει ἀκόμα καὶ τὰ χρονικὰ ὅρια ποὺ Ἐκεῖνος ἔχει καθορίσει. Πρόκειται γιὰ τὸ θαῦμα τῆς μετατροπῆς τοῦ ὕδατος σὲ οἶνο στὸν γάμο στὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας. Ἀνεχόταν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φαινομενικοῦ πατέρα Του, τοῦ Ἰωσὴφ καὶ μακροθυμοῦσε «τὴν ἐμὴν σωτηρίαν τῷ Υἱῷ συμμαχοῦσα». Ὁ Καβάσιλας μὲ τὴν τελευταία φράση ἐξαίρει τὸν ρόλο τῆς Παναγίας ὡς συμμάχου τοῦ κάθε πιστοῦ στὴν σωτηρία του. Στὸν ἑρμηνευτικὸ αὐτὸν ὁρίζοντα κατανοεῖται καὶ ἡ θεομητορικὴ ἐπίκληση: «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς». Ὅταν θαυματουργοῦσε ὁ Κύριος, Ἐκείνη ἦταν παροῦσα καὶ βίωνε τὴν ἀχαριστία καὶ τὸ μῖσος τῶν εὐεργετουμένων. Ἀποδίδοντας στὴν Θεοτόκο τὸ παύλειο χωρίο «ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς», δεικνύει ὅτι Ἐκείνη οἰκειοποιήθηκε τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ γίνῃ δική Της ζωή. Οἱ μικρότητες τῶν ἀνθρώπων, ὁ φθόνος, οἱ ὕβρεις δὲν Τῆς στεροῦσαν νὰ βιώσῃ τὴν πλήρη χαρὰ τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ νὰ δηλώσῃ τὴν στενώτατη σχέση τῆς Παναγίας μὲ τὸν Χριστὸ χρησιμοποιεῖ λέξεις ποὺ δηλώνουν κοινωνία: «ἐκοινώνει», «συμμαχοῦσα», «συνήλγει», «μετεῖχεν».
Ἡ μετάσταση τῆς Θεοτόκου κατὰ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα – Μέρος 1/4
συνεχίζεται…
