ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

Ἀρχιμ. Κυρίλλου

(Κεφαλόπουλου)

 

  1. 1.      βάσηλων τωνρετν καὶ ὁ πισύντομος δρόμος γιτν Παράδεισο

Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιὸ οὐσιαστικὴ προϋπόθεση τῆς «ἐν Χριστῷ» ζωῆς καὶ ἡ κυριότερη ἐγγύηση γιὰ τὴν προκοπὴ καὶ τὴν πρόοδο τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ στὴ ζωὴ αὐτή.

Ὀρθῶς, θεωρεῖται ἡ βάση ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν, διότι ἀποτελεῖ τὴν οὐσιαστικότερη ἐργασία ποὺ πρέπει νὰ κάνει κανεὶς στὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ γίνει διάφανος στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πόρτα ποὺ θὰ ἐπιτρέψει στὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ εἰσέλθει στὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται μέσα σὲ αὐτόν. Νὰ μπορέσει νὰ τὸν καθαρίσει ἀπὸ τὰ πάθη (1ο στάδιο), νὰ τὸν ἀνακαινίσει καὶ νὰ τὸν φωτίσει (2ο στάδιο) καὶ τέλος νὰ τὸν χαριτώσει μὲ θεῖα χαρίσματα καὶ νὰ τὸν ἀξιώσει θεοπτικῶν ἐμπειριῶν (3ο στάδιο).

  1. 2.      Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, αἰώνιο πρότυπο ταπεινώσεως

Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἁμαρτία του στὸν Παράδεισο, ἐγκατέλειψε τὸν Θεό. Ἔπαυσε νὰ ζεῖ θεοκεντρικὴ ζωή. Ἔβγαλε ἀπὸ τὸ κέντρο τοῦ κόσμου τὸν Θεὸ καὶ ἔβαλε τὸν ἑαυτό του. Ἀπὸ τότε, ἡ ἀνθρωπότητα ἔχασε τὴ θέαση τοῦ Θεοῦ καὶ ζεῖ ἐγωκεντρικά.

Οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς ἀποστασίας ἦταν τραγικές. Στερήθηκε τὴν Παραδείσια εὐτυχία καὶ ἀνεμελιά. Αἰσθάνθηκε φόβο γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ντροπὴ γιὰ τὴ γύμνια του, διότι ἔχασε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ λογικό του σκοτίστηκε. Ἡ φύση ἔγινε ἐχθρικὴ γι’ αὐτὸν καὶ βλαστάνει πιὰ «ἀκάνθας καὶ τριβόλους». Τὰ ζῷα δὲν τὸν ἀναγνωρίζουν ὡς βασιλέα καὶ τὸν κατασπαράζουν. Οἱ σχέσεις μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἔγιναν ἐχθρικὲς καὶ ἀνταγωνιστικές. Μπαίνει στὴ ζωὴ τὸ κακό, τὸ γῆρας, οἱ ἀσθένειες καὶ ὁ θάνατος. Ὅσο εἶχε κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ, ἦταν προστατευμένος ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις. Χάνοντας τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, γίνεται «ἄθυρμα» (δηλαδὴ παιχνίδι) στὰ χέρια τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος τὸν κατατυραννᾶ.

Ὁ Θεὸς ὅμως, ὡς στοργικὸς Πατέρας, δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὸ πλάσμα Του στὴν τύχη του. Ἡ πατρική Του ἀγάπη, ἀσύγκριτα ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη πατρικὴ ἢ μητρικὴ ἀγάπη, δὲν ἄντεχε νὰ βλέπει τὸ καλύτερο πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο, νὰ κατατυραννᾶται ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις καὶ προνόησε γιὰ τὴ σωτηρία του καὶ τὴν ἐπαναφορά του στὴν «κατὰ Θεὸ» ζωή.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς λέει: «ὅταν ᾖλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», δηλαδὴ ὅταν ἔκρινε ὁ Θεὸς ὅτι οἱ συνθῆκες ἦταν κατάλληλες καὶ κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα: ὅταν βρέθηκε τὸ κατάλληλο πρόσωπο, τὸ πιὸ ἁγνό, τὸ πιὸ καθαρό, τὸ πιὸ ἅγιο ἀνθρώπινο πλάσμα, ἡ Παναγία μας, ἀπέστειλε τὸν μονογενῆ Υἱό Του, τὸν Κύριο ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ στὸν κόσμο, «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀποληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον»[1].

Ἡ κίνηση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα, ἡ σμίκρυνσή Του ἀπὸ τὸν «θρόνον τῆς θεότητος» στὴ μήτρα τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀποτελεῖ πράξη ἔσχατης ταπείνωσης. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες χαρακτηρίζουν τὴν πράξη αὐτὴ ὡς «κένωση» δηλαδὴ ἄδειασμα. Ἄδειασμα τοῦ ἄπειρου Θεοῦ στὰ μικρὰ ἀνθρώπινα μέτρα.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει μὲ ἐντυπωσιακὸ τρόπο αὐτὴ τὴν κίνηση στὴν πρὸς Φιλιππισίους ἐπιστολή του ὡς ἑξῆς: «Τοτο γρ φρονείσθωνμνκαὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃςν μορφΘεοῦ ὑπάρχων, οχρπαγμνγήσατο τεναισα Θεῷ, ἀλλ’αυτνκένωσεν μορφν δούλου λαβν, ἐνμοιώματινθρώπων γενόμενος, κασχήματι ερεθεςςνθρωπος, ἐταπείνωσεναυτν γενόμενοςπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δσταυρο»[2] δηλαδή, «πρέπει νὰ ὑπάρχει μεταξὺ σας τὸ ἴδιο φρόνημα ποὺ εἶχε καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά Του μὲ τὸν Θεὸ ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς (δηλαδὴ προσωρινὴ, ὥστε νὰ κινδυνεύσει νὰ τὴ χάσει), ἀλλὰ ἄδειασε (ἐκένωσε) τὸν ἑαυτό Του, ἔλαβε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ὅμοιος μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος, ταπείνωσε τὸν ἑαυτό Του, ὑπακούοντας (στὸ Θεὸ Πατέρα) μέχρι θανάτου καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου».

Ἡ ταπείνωση ποὺ ὑπέστη ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος δὲν σταμάτησε μὲ τὴν ἐνανθρώπισή Του, ἀλλὰ συνεχίστηκε μὲ τὴν οὐράνια διδασκαλία Του, ὅταν μιλοῦσε σὰν ἴσος πρὸς ἴσο μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὰ θαύματά Του, ὅταν ἀπὸ ἀγάπη κινούμενος θεράπευσε ἀσθενεῖς καὶ ἀνάσταινε νεκρούς. Τέλος, ἡ ταπείνωσή Του κορυφώθηκε ἐπάνω στὸν Σταυρό, ὅταν πῆρε ἐπάνω Του ὅλες τὶς ἁμαρτίες τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὑπογραμμίζει ὄχι μόνο τὴ μέχρι θανάτου ὑπακοή Του, ἀλλὰ καὶ τὸ εἶδος τοῦ θανάτου. Ὁ διὰ Σταυροῦ θάνατος, ἦταν ὁ πιὸ ἐπώδυνος καὶ ὁ πιὸ ταπεινωτικὸς (διότι ὁ σταυρούμενος κατάδικος γυμνωνόταν ἐντελῶς) καὶ ἦταν προορισμένος μόνο γιὰ τοὺς δούλους. Ἄλλωστε τὰ 30 ἀργύρια μὲ τὰ ὁποῖα ἐξαγοράστηκε ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα, ἀποτελοῦσαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὴν τιμὴ ἑνὸς δούλου.

  1. 3.      Ὁ Χριστὸς διδάσκει τὴν πραότητα καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη μὲ τὸ δικό Του παράδειγμα

Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα μιὰ ἔμπρακτη διδασκαλία κάθε ἀρετῆς (ἁγιότητας, ἀγάπης, ταπεινότητας, πραότητας κλπ) ποὺ πρέπει νὰ κοσμεῖ τὸν κατὰ Χριστὸ «ἀνακαινούμενον ἄνθρωπο». Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ «αἰώνιο πρότυπο τέλειου ἀνθρώπου».

  1. 4.      Συμφέρον μας εναι νμαθητεύουμε «παρτος πόδας» Τοδιβίου.

«Μάθετε ἀπ’μοῦ ὅτι προς εμι καταπεινς τκαρδίᾳ καὶ ερήσετενάπαυσιν τας ψυχαςμν»[3], δηλαδὴ διδαχθεῖτε ἀπὸ τὸ παρὰδειγμά μου, διότι εἶμαι πρᾶος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιὰ καὶ οἱ ψυχές σας θὰ βροῦν ἀνάπαυση. Ὁ Κύριός μᾶς προβάλλει τὸν ἑαυτό Του ὡς παράδειγμα πραότητας καὶ ταπεινοφροσύνης. Αὐτὴ ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ πραότητα ἀποτελεῖ τὸ ἀναγκαῖο πρότυπο τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ προϋπόθεση πραγματικῆς ἀνάπαυσης καὶ γαλήνης τῆς ψυχῆς κάθε ἀνθρώπου.

  1. 5.      Ἡ ταπείνωση εἶναι θεϊκὴ ἰδιότητα

Κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἡ ταπείνωση εἶναι θεϊκὸ γνώρισμα, εἶναι ἐπὶ λέξει «ὀνομασία Θεοῦ». Κατὰ τὸν μακαριστὸ Ἅγιο γέροντα τοῦ Ἔσσεξ πατέρα Σωφρόνιο Ζαχάρωφ, «Ὁ Θεὸς εἶναι ταπείνωσις». Ὅλη ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου εἶναι μιὰ «κένωση» καὶ μιὰ προσφορὰ τοῦ ταπεινοῦ Θεοῦ μας πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἰδιαίτερα, ἡ Σάρκωση τοῦ Χριστοῦ, διὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶναι βαθύτατη ταπείνωση. Ἀλλὰ καὶ ὅλα τα ἄλλα γεγονότα τῆς ζωῆς Του, ἡ παιδικὴ ὑποταγή Του στὸν Ἅγιο (Μνήστορα) Ἰωσὴφ καὶ στὴν Παναγία μητέρα Του, ἡ Βάπτισή Του, ἡ Σταύρωση καὶ ἡ ταφὴ Του εἶναι πράξεις μεγάλης ταπεινώσεως.

Πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε ἐδῶ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος ἀπὸ ἀπέραντη ἀγάπη πρὸς τὸ πλάσμα Του ἀφενὸς καὶ ἀπὸ βαθύτατο σεβασμὸ πρὸς τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ἀφετέρου. Διότι, ἂν ἐρχόταν στὸν κόσμο γιὰ νὰ γνωστοποιήσει τὸ θέλημά Του ὡς Θεός, μὲ Δόξα καὶ μὲ δύναμη, τότε ἡ συμμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ὑπακοή του στὸ θεῖο θέλημα δὲν θὰ εἶχε καμμιὰ ἀξία, θὰ ἦταν πειθαναγκασμὸς καὶ ἡ ἀρετὴ μονόδρομος. Ἀντίθετα, ὁ Θεὸς ἦρθε στὸν κόσμο ταπεινὰ καὶ ἀθόρυβα. Ἔγινε ἄνθρωπος καὶ μίλησε στοὺς ἀνθρώπους ὡς ἴσος πρὸς ἴσον, γιὰ νὰ τοὺς πιέσει χωρὶς νὰ τοὺς ἐξαναγκάσει. Γιὰ νὰ ἔλθουν κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ νὰ κάνουν τὸ θέλημά Του ἀπὸ ἀγάπη, ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ ἀπὸ φιλότιμο, μὲ ἀπόλυτη ἐλευθερία. Ὁ Χριστὸς δὲν θέλει ἐνάρετους σκλάβους, ἀλλὰ ἐλεύθερους καὶ  λεβέντες, συνειδητοποιημένους πιστούς.

  1. Τί εἶναι ταπείνωση- ταπεινοφροσύνη.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ὁρίζει τὴν «ταπεινοφροσύνη» ὡς τὴν πραγματικὴ αὐτογνωσία ὡς ἑξῆς: «Ταπεινοφροσύνη εναι ἡ ἐξψηλοῦ ἐπάρματος καοήματος διακένου καφρονήματοςλαζονικοῦ, πρς τνδίανξίανπάνοδος».

Ὁ Ἀββᾶς Τιμόθεος λέγει ὅτι ταπείνωση εἶναι τό νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου χειρότερο ἀπὸ ὅλους.

Στὸ Γεροντικὸ ἀναφέρεται ὡς ταπείνωση, τὸ νὰ σὲ ἀδικήσει ὁ ἀδελφός σου καὶ νὰ τὸν συγχωρέσεις, πρὶν προλάβει ἐκεῖνος νὰ σοῦ ζητήσει συγχώρεση.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει ὅτι ταπείνωση εἶναι «τ ν μισες κάθε νθρώπινη δόξα κα παινο κα ν γκαλιάζεις τν τιμία. Τ ν μν περιφρονες οτε ν κατακρίνεις ατος πο μαρτάνουν. Τ ν χεις σαφ πίγνωση τς δυναμίας κα τν σθενείας σου. Τ ν παρνεσαι τ δικό σου θέλημα. Τέλος, τ ν ποδίδεις κάθε πιτυχία κατόρθωμά σου στ χάρη το Θεο».

  1. 7.      Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ βάση ὅλων των ἀρετῶν.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες λέγουν ὅτι: «περισσότεροπὸ ὀ,τιδήποτελλοχουμενάγκηπτν ταπείνωση, γιατί καμμιὰ ἀρετδν μπορενκατορθωθεχωρς ατήν». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «τανρχισε νδιδάσκει, ἀπτν ταπεινοφροσύνηρχισε, βάζοντας θεμέλιο γερό…νπουσιάζειταπεινοφροσύνη καὶ ἂν κατορθώσειςλη τνρετμάταια καὶ ἄσκοπα κόπιασες».

Κατὰ τὸν Ἀββᾶ Δωρόθεο, ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι τὸ «ἁρμόδεμα» ὅλων των ἀρετῶν. Ἀπὸ αὐτὴν γεννιέται ἡ πραότητα, ἡ συγχωρητικότητα, ἡ διάκριση. Αὐτὴ οὔτε ἐξοργίζει κανένα, οὔτε ὀργίζεται, σκεπάζει δὲ τὴν ψυχὴ ἀπὸ κάθε πάθος καὶ πειρασμὸ, διότι εἰρηνεύει. Δὲν ζητεῖ τὸ δίκιο, ἔστω καὶ ἂν δὲν φταίει.

Ὁ Γέροντας, πατὴρ Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος ἔλεγε: «Χωρς ταπείνωση ὁ ἄνθρωπος δν βλέπει Θεοπρόσωπο. Ταπείνωση γιτσμα εναινηστεία. Ταπείνωση δγιτν ψυχεναι ἡ ἀφάνεια», δηλαδὴ ἡ μὴ ἐπιδίωξη διακρίσεων.

  1. 8.      Ταπεινοφροσύνη καὶ ταπεινολογία.

Μιὰ ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις ποὺ μαρτυροῦν ἔλλειψη πραγματικῆς ταπεινώσεως εἶναι ἡ ταπεινολογία, ὅταν κάνεις τὸν ταπεινὸ χωρὶς στὴν πραγματικότητα νὰ εἶσαι. Ἡ ταπεινολογία εἶναι μιὰ ἐκδήλωση κρυφῆς ὑπερηφάνειας.

Ὁ Γέρων Πορφύριος μᾶς καθιστᾶ προσεκτικοὺς γιὰ τὴν ταπεινολογία: «Νὰ εἴμαστε ταπεινοί, ἀλλὰ νὰ μὴν ταπεινολογοῦμε. Ἂν μὲ τὰ λόγια σου ταπεινώνεσαι, ἀλλὰ ἡ καρδιά σου συγκινεῖται στὸν ἔπαινο, τότε νὰ ξέρεις πὼς δὲν ἔχεις ἀνόθευτη ταπείνωση, ἀλλὰ ταπεινολογεῖς»

Παράδειγμα ἀληθινῆς ταπεινώσεως μᾶς δίνει τὸ Γεροντικό, στὸ παρακάτω περιστατικό: Κάποτε ἔφεραν ἕνα δαιμονισμένο σὲ ἕναν γέροντα ἐρημίτη. Καθὼς ὁ γέροντας τὸ ἐξόρκιζε γιὰ νὰ φύγει, τὸ πονηρὸ πνεῦμα φώναζε: «Δὲν βγαίνω ἂν δὲν μοῦ πεῖς πρῶτα, ποιοὶ εἶναι τὰ ἐρίφια καὶ ποιοὶ εἶναι τὰ ἀρνία ποὺ εἶπε ὁ Χριστός.» «Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τὰ ἐρίφια» εἶπε ὁ ἐρημίτης «Ὅσο γιὰ τὰ ἀρνία Του Ἐκεῖνος γνωρίζει…» Ὁ ἐρημίτης ὄντας ἄνθρωπος μεγάλης ἀρετῆς καὶ ἀσκήσεως δὲν θεωροῦσε ἐαυτὸν ἄξιον σωτηρίας.

 

  1. 9.      Πῶςποκτταιταπείνωση.

Πῶς ἀποκτᾶ ἡ ψυχὴ τὴν ταπείνωση; Ρώτησαν τὸν Ἀββᾶ Σισώη οἱ ἀδελφοί της Σκήτης. Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ὅταν ἡ ψυχὴ ἐργάζεται πιστὰ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, κοπιάζει μὲ ἐπίγνωση, προσεύχεται ἀδιάλλειπτα, σιωπᾶ καὶ ἀγωνίζεται νὰ βάζει τὸν ἑαυτὸ της κάτω ἀπὸ ὅλη τὴν κτίση καὶ ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο». Μὲ τὸ νὰ ἐργάζεται ὁ ἄνθρωπος πιστὰ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δείχνει ἔμπρακτη ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του. Μὲ τὸ νὰ προσεύχεται ἀδιάλειπτα ζητὰ συνεχῶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, θεωρώντας ὅτι κανένα ἀπὸ τὰ ἔργα του δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ τὸν σώσει, παρὰ μόνο το ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴ σιωπὴ ἐμποδίζεται νὰ περιαυτολογίσει καὶ νὰ κατακρίνει. Τέλος, μὲ τὸ νὰ τοποθετεῖ τὸν ἑαυτὸ του κάτω ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, δείχνει πραγματικὸ τελωνικὸ ἦθος.

Αὐτὸ τὸ ἦθος ἐπιβράβευσε ὁ Χριστός. Αὐτὸ τὸ ἦθος δίδαξε λέγοντας ὅτι καὶ «ἂν ποιήσετε πάντα τα διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμέν, ὅτι, ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν»[4].

  1. 10.  Οἱ δύο μορφὲς τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς ὑπερηφάνειας

Ὑπάρχουν δυὸ μορφὲς ταπεινώσεως, ὅπως ὑπάρχουν καὶ δυὸ μορφὲς ὑπερηφάνειας :

Ἡ πρώτη ταπείνωση εἶναι το νὰ θεωρεῖ κανεὶς τὸν ἀδελφὸ/συνάνθρωπό του πιὸ συνετὸ καὶ σὲ ὅλα καλύτερο ἀπ’ αὐτὸν καὶ τὸν ἑαυτὸ του χειρότερο ἀπὸ ὅλους.

Ἡ δεύτερη ταπείνωση εἶναι τὸ νὰ ἀποδίδει κανεὶς κάθε ἐπιτυχία του καὶ κάθε κατόρθωμά του στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἀντίθετα, ἡ πρώτη ὑπερηφάνεια εἶναι, ὅταν κάποιος ἐξουθενώνει τὸν ἀδελφὸ/ συνάνθρωπό του, ὅταν τὸν ἐξευτελίζει σὰν νὰ μὴν εἶναι τίποτα καὶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἀνώτερό του. Ἂν δὲν διορθωθεῖ, μὲ ἢ χωρὶς τὴ θέλησή του, φθάνει στὴ δεύτερη ὑπερηφάνεια, ὥστε νὰ ὑπερηφανεύεται καὶ ἀπέναντι στὸν ἴδιο το Θεό. Φθάνει νὰ πιστεύει πὼς ὁτιδήποτε κατορθώνει ὀφείλεται στὶς δικές του δυνάμεις, στὶς δικές του προσπάθειες, στὶς δικές του ἱκανότητες καὶ ὄχι στὸν Θεό.

Ἡ δεύτερη ταπείνωση, δηλαδὴ τὸ νὰ ἀποδίδει κανεὶς κάθε κατόρθωμα καὶ κάθε ἐπιτυχία του στὸ Θεό, δημιουργεῖται στὴν ψυχὴ σὰν φυσικὸ ἀποτέλεσμα τῆς πίστης καὶ δουλικῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὅπως ἀκριβῶς τὰ δένδρα, ὅταν εἶναι φορτωμένα μὲ πολὺ καρπό, ὁ ἴδιος ὁ καρπὸς λυγίζει τὰ κλαδιὰ τους καὶ τὰ γέρνει πρὸς τὰ κάτω, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ, ὅταν ταπεινώνεται, καρποφορεῖ. Καὶ ὅσο περισσότερο καρποφορεῖ, τόσο περισσότερο αἰσθάνεται τὴ βοήθεια καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὅσο ταπεινώνεται. Ταπείνωση καὶ πνευματικὴ καρποφορία εἶναι μιὰ ἀνάδραση τελειώσεως.

Γιὰ τὴ μυστικὴ ἐργασία ποὺ κάνει μέσα σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ἐπιτύχει τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μᾶς λέει ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος τὰ ἑξῆς: «Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει μὲ λόγια τὸ πῶς δημιουργεῖται ἡ ταπείνωση στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἂν δὲν τὸ μάθει μὲ τὴν πεῖρα τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του, διότι κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ τὴν ἑρμηνεύσει».

  1. 11.  Ὅ,τι ἔχουμε εἶναι δῶρο Θεοῦ.

Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει πὼς ὅ,τι ἔχει, τὸ ἔχει λάβει ἀπὸ τὸν Θεό. Τὴν ἰδέα αὐτὴ περιγράφει ὡραιότατα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας: «Τὶς γὰρ σὲ διακρίνει; Τί δὲ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβὼν;» Δηλαδὴ ἀλήθεια ποιὸς σὲ ἔκανε ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Τί ἔχεις (ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθὰ) ποῦ δὲν τὸ ἔλαβες; Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ ἔλαβες ἀπὸ τὸν Θεό, γιατί καυχᾶσαι σὰν νὰ μὴν τὸ εἶχες λάβει ὡς δῶρο;[5] Ἐὰν ὁ ταπεινὸς ἔπραξε, πᾶν ὅτι ἦτο διαταγμένο, πιστεύει ὅτι εἶναι καὶ παραμένει «ἀχρεῖος δοῦλος» καὶ ὅτι ἔπραξε ἀκριβῶς τὸ καθῆκον του (βλ. παράγραφο 7 καὶ Λουκ. ιζ΄10). Ἐπίσης, πιστεύει ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι τίποτα: «εἰ γρ δοκετις εναι τί μηδνν, ἑαυτν φρεναπατᾷ. Τδὲ ἔργοναυτοδοκιμαζέτωκαστος, κατότε εςαυτν μόνον τκαύχημαξει καοκ ες τντερον. Ἕκαστος γρ τὸ ἴδιον φορτίον βαστάσει»[6], δηλαδὴ ὅποιος φαντάζεται πὼς εἶναι κάτι, ἐνῷ δὲν εἶναι τίποτα ἐξαπατᾶ τὸν ἑαυτό του. Γι’ αὐτὸ ἄς ἐξετάζει καθένας τὰ ἔργα του. Τότε ἂν καυχηθεῖ θὰ τὸ κάνει μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι σὲ σύγκριση μὲ τοὺς ἄλλους.

  1. 12.  Ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση ἐξυψώνει τὸν ἄνθρωπο ὅσο τίποτα ἄλλο.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς συνιστᾶ: «Ὅσο πιὸ μεγάλος εἶσαι, τόσο περισσότερο ταπείνωσε τὸν ἑαυτό σου, ποὺ γίνεται κοινωνὸς τῶν ταπεινώσεων τοῦ Σταυρωμένου Χριστοῦ, ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἐξυψώσει καὶ θὰ τὸν δοξάσει στὸν καιρό του καὶ θὰ τὸν κάνει κοινωνὸ τῆς δόξας τοῦ Υἱοῦ Τοῦ»[7]. Γιὰ νὰ συμβοῦν ὅμως αὐτά, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ πολλὴ ταπείνωση, λέει ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης «πρῶτα ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ ἔπειτα ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους».

  1. 13.  Τί συντρίβει καὶ ταπεινώνει τν καρδι

 

Ἀνάμεσά σὲ ὅσα μποροῦν νὰ διατηροῦν τὸ φρόνημά μας ταπεινὸ εἶναι:

Ἡ θύμηση ὅλων των ἁμαρτημάτων μας, ἀπὸ τὴ νηπιακὴ ἡλικία, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνακαλεῖ ὁ νοῦς στὴν μνήμη ἕνα-ἕνα (ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σαρκικὰ ποὺ πρέπει νὰ ξεχνάει) καὶ ἡ μνήμη τοῦ θανάτου.

Ἡ μνήμη τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, ὅταν ἀναλογιζόμαστε τί ὑπέμεινε γιὰ χάρη μας.

Ἡ ἀνάμνηση τῶν πολλῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ σὲ μᾶς, ὅταν τὶς ξαναφέρνουμε στὸ νοῦ μας μιὰ-μιά.

 

Ταπεινὴ συμπεριφορὰ ἀπέναντι στν καθένα συνάνθρωπό μας. Κάποιοι πρακτικοὶ κανόνες ταπεινς συμπεριφορς πρς τν πλησίον μας:

Δὲν ἐλέγχω τὸν συνάνθρωπό μου

Δὲν κοιτάζω τὰ ἐλαττώματα τοῦ πλησίον

Δὲν ἀκούω καὶ δὲν βλέπω, ὅσα δὲν μὲ ὠφελοῦν

Δὲν ἔχω παράπονα καὶ διαφορὲς μὲ κανένα

Βλέπω στοὺς ἄλλους προτερήματα καὶ στὸν ἑαυτό μου ἐλαττώματα

Οὔτε ὀργίζομαι μὲ τοὺς ἄλλους, οὔτε παροργίζω κανένα

Δὲν ταπεινολογῶ ἀλλὰ ταπεινοφρονῶ

Θυμᾶμαι συνεχῶς τὶς ἁμαρτίες μου καὶ δικαιολογῶ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων

Δὲν κάνω παρατηρήσεις ἢ ὑποδείξεις σὲ κανένα

Παραδέχομαι σιωπηλά τα σφάλματά μου

Κάνω ὑπομονὴ στὸ Θεὸ καὶ στὸν πνευματικό μου

Ὑπομένω καρτερικὰ (μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ) τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς δοκιμασίες ποὺ παρουσιάζονται στὴ ζωή μου

Σωπαίνω, ὅταν μὲ προσβάλλουν ἢ μὲ θίγουν

Προσέχω νὰ διαγιγνώσκω τὸ μέγεθος τῆς δικῆς μου ὑπερηφάνειας καὶ νὰ τὸ καταπολεμῶ.

 

Τὸ πάθος τῆς ὑπερηφάνειας ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν φιλαυτία μας καὶ δὲν ἀναγνωρίζεται εὔκολα, διότι συνήθως βλέπουμε τὴν ὑπερηφάνεια τῶν ἄλλων. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ἡ Ἀθωνίτης λέει: «Εἶναι δύσκολο νὰ διαγνώσωμεν τὴν ἐν ὑμῖν ὑπερηφάνειαν» καὶ ἀκόμα πιὸ δύσκολο νὰ τὴν πολεμήσουμε».

Οἱ Ἀρχαῖοι μας πρόγονοι ἔλεγαν: «ἕκαστος ἀνθρώπων δύο πήρας φέρει» δηλαδὴ κάθε ἄνθρωπος κουβαλάει δύο σάκκους. Ἕνα πίσω του μὲ τὰ δικά του ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα δὲν βλέπει καὶ ἕναν μπροστά του μὲ τὰ ἐλαττώματα τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα βλέπει καὶ καυτηριάζει. Ἔτσι, εὔκολα κατακρίνει τοὺς ἄλλους γιὰ τὰ σφάλματά τους, ἀλλὰ πολὺ δύσκολα διορθώνει τὰ δικά του λάθη.

  1. 14.  Μόνον ὁ ταπεινὸς μπορεῖ νὰ περάσει ἀβλαβῶς τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου.

Κάποτε, ὁ μεγάλος ἀσκητὴς καὶ καθηγητὴς τῆς ἐρήμου Ἅγιος Ἀντώνιος εἶδε σὲ ὅραμα τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς ποὺ ὁδηγοῦσε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι στρωμένος μὲ παγίδες τοῦ διαβόλου καὶ ἔφριξε. Θεέ μου εἶπε, ποιὸς εἶναι δυνατὸν νὰ περάσει ἀβλαβῶς ὅλες τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου; Καὶ ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ τοῦ εἶπε: «Ὁ ταπεινός».

 



[1] (Ἰωὰνν.  γ΄16)

[2] (Φιλίππ. β΄5-8)

[3] (Ματθ. ια΄29)

[4] (Λουκ. ιζ΄10)

[5] (Α΄ Κορ. δ΄7)

[6] (βλ.  Γαλ. στ΄3)

[7] (βλ. Ρωμ.17, Α΄ Πέτρ. ε΄ 6 καὶ Παροιμ. ιε΄33)