
(ΜΕΡΟΣ Γ΄)
ἀπό τήν σειρά ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ 11,
Κεντρική διάθεση: ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ
Ἀκολούθησε καινούργια διαταγή ἐναντίον τοῦ ἁγίου, νά τόν ὁδηγήσουν ξανά στό δεσμωτήριο σέρνοντάς τον σιδηροδέσμιο. Καθώς σβαρνιζόταν βάναυσα χάμω ὁ μάρτυρας, μαζευόταν πλῆθος ἀνθρώπων πού βρίσκονταν στήν ἀγορά, κι ἄλλοι ἀπό αὐτούς τόν ποδοπατοῦσαν, ἄλλοι τόν ἔφτυναν κι ἄλλοι ἔρριχναν ἐναντίον του ὅσα ἀντικείμενα τύχαινε νά βροῦν πεταμένα στό διάβα τους, ἀπό αὐτά πού συνήθως ἐγκαταλείπονται στίς διάφορες τοπικές λαϊκές ἀγορές. Ἐκείνη τήν βραδιά κλείστηκε στήν φυλακή μέ αὐστηρά μέτρα ἀσφαλείας ὁ ἅγιος κι ἔνοιωθε συνεχῶς ἀφόρητους πόνους στό σῶμα του. Ξαφνικά εἶδε ἕνα οὐράνιο φῶς νά χύνεται καί νά περιλούζει τά πάντα ὁλόγυρά του, ἐνῶ ταυτόχρονα (ὅπως διηγήθηκε σέ κάποιους ὁ δεσμοφύλακας) ἀκούγονταν μές στήν παράξενη φεγγοβολή μελωδικές φωνές ἀπό κάποιους πού ἔψελναν. Βέβαια, ὅπως ξέρουμε, κανένας δέν συζήτησε ποτέ μέ τόν ἅγιο ἀπό τότε πού ὁ τελευταῖος κλείστηκε στήν φυλακή γιά δεύτερη φορά. Μόνο ἴσως στήν περίπτωση πού ὁ κατάδικος ἅγιος στάθηκε στό βῆμα τοῦ δικαστῆ ἤ κι ἄν καμμιά φορά ὁ ἴδιος βγῆκε μέ ἄδεια ἔξω ἀπό τό δεσμωτήριο, μόνο τότε μπορεῖ νά συζήτησε μαζί του κάποιος ἀπό τούς γείτονες πού ἔτυχε νά εἶναι ἐκεῖ. Πάντως στό ἐδώλιο τοῦ κατηγορουμένου ὁ ἅγιος Ἠλίας ὁμολόγησε ὅτι εἶδε μόνο τόν Χριστό νά τοῦ ἀλείφει τίς πληγές καί νά τόν ἐνισχύει στόν ἀγώνα του (καί κανέναν ἀπό τούς ἀνθρώπους).
Τότε ὁ Λεϊθί πῆγε στόν Μουχάμαδ, πού ἦταν Τετράρχης καί ἡγεμόνας καί καταγόταν ἀπό τούς ἀνεψιούς τοῦ βασιλιά τῶν Ἀράβων Μααδί καί ἐξήγησε μέ λεπτομέρειες ὅλη τήν περιπέτεια τοῦ ἁγίου καθώς καί τίς δοκιμασίες στίς ὁποῖες καί ὁ ἴδιος ὑπέβαλε τόν ἅγιο, προκειμένου νά τόν σωφρονίσει καί τόν ἀναγκάσει νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό. Παραξενεύτηκε ὁ ἡγεμόνας καί διέταξε νά παρουσιάσουν μπροστά του τόν μάρτυρα. Ἔτσι κι ἔγινε. Εἶπε λοιπόν ὁ ἡγεμόνας στόν φυλακισμένο: «Νεαρέ, μοῦ διηγήθηκε ὁ Λεϊθί τά σχετικά μέ σένα καί μάλιστα τόν μάλωσα, γιά τά πολλά κακά πού ἔκανε σέ βάρος σου. Ἀλλά, νά, σοῦ ζητῶ ταπεινά μεγάλη συγγνώμη γιά τήν ταλαιπωρία σου καί βγάζω ἀκόμα καί τά ροῦχα μου γιά νά σοῦ τά φορέσω καί νά σοῦ ἀποδώσω τιμές γιά ὅσα ἐκεῖνος σέ ἀτίμασε. Ἐπί πλέον, σοῦ δωρίζω ἕνα ὡραῖο ἄλογο μαζί μέ τό ἅρμα του, ἄφθονο χρυσάφι καί μιά πανέμορφη κοπέλλα γιά γυναῖκα σου. Ἀρκεῖ μόνο, νά μοῦ ὁμολογήσεις σήμερα ὅτι θά ἀλλάξεις τήν πίστη σου μέ τήν δική μας. Ἀποκρίθηκε εὐθέως ὁ ἅγιος: «Ἐσεῖς οἱ δύο συμφωνήσατε μεταξύ σας νά μέ καταστρέψετε. Πότε ὁ ἕνας μέ βασανιστήρια καί ἀπειλές, πότε ὁ ἄλλος καλοπιάνοντάς με καί τάζοντάς μου μεγάλες τιμές φανερώνετε τά καταχθόνια σχέδιά σας. Μολαταῦτα ἄκουσέ με, ἡγεμόνα. Ἐγώ εἶμαι χριστιανός καί τίς τιμές πού μοῦ προτείνεις μέ τίς ὁποῖες φιλοδοξεῖς ἔστω καί μιά φορά νά μέ ξεγελάσεις καί νά ἀρνηθῶ τόν Χριστό μου δέν τίς λογαριάζω καθόλου. Ἀπάντησε ξανά ὁ ἡγεμόνας: «Μήπως σοῦ πέρασε ἀπό τό μυαλό ὅτι, ἀφοῦ σέ χτυπήσουμε, θά σέ ἀφήσουμε ἐλεύθερο καί γι᾽ αὐτό ἐπιμένεις νά μένεις σταθερός στήν πίστη σου; Πλανιέσαι, δύστυχε! Μάθε ἐπίσης καί τοῦτο, ὅτι ἦλθε ἀπό τό Μααδί διαταγή νά φυλακιστοῦν ὅλοι ὅσοι κατηγοροῦνται γιά τήν παρανομία τους αὐτή πού βαρύνει καί τό ἄτομό σου, γιατί δηλαδή, ἐνῶ ἀλλαξοπίστησαν καί προσηλυτίστηκαν στήν πίστη τῶν Ἀράβων, ἀμέσως μετάνοιωσαν καί ξαναγύρισαν στόν χριστιανισμό κι ἄν, τό πιό σημαντικό, ἀφοῦ τούς γίνει σύσταση ἐπιμείνουν καί δέν ἀποστατήσουν ξανά ἀπό τήν πίστη τους στόν Χριστό, νά θανατώνωνται χωρίς οἶκτο. Καί τώρα ἡ σειρά σου. Ἔχεις κατηγορηθεῖ στό παρελθόν ὅτι, ἐνῶ ἀποστάτησες ἀπό τήν πίστη σου καί ἀσπάστηκες τήν δική μας, λίγο ἀργότερα ἄλλαξες γνώμη κι ἐπέστρεψες πάλι στήν χριστιανική σου πίστη. Ὅπως ἐξελίχτηκαν τά πράγματα, ἄν σέ πείσουμε νά ξαναγυρίσεις κοντά μας, ἔχει καλῶς. Διαφορετικά, νά ξέρεις ὅτι θά σέ ἐξοντώσουμε μέ πολλά φριχτά βασανιστήρια». Ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος Ἠλίας καί εἶπε: «Ὅλα αὐτά πού μοῦ λές τά εἶδα σέ ὅραμά μου τήν νύχτα, ὅτι δηλαδή μοῦ κόψατε κάποια μέλη τοῦ σώματός μου, μέ σταυρώσατε καί μέ κάψατε ζωντανό. Γι᾽ αὐτό προετοίμασα μέ προθυμία τόν ἑαυτό μου ὥστε νά ὑπομείνω ὅλα τά μαρτύρια προκειμένου νά καθίσω στήν νυφική παστάδα καί νά βρεθῶ στούς οὐρανίους θαλάμους, ὅπου θά στεφανωθῶ μέ ἐκεῖνα τά ἀμάραντα τῆς νίκης στεφάνια, πού ἔχουν πλεχτεῖ γιά χάρη μου. Κάμε λοιπόν αὐτό πού προστάζεις κι ἄρχισε ἀπ᾽ ὅπου ἐσύ νομίζεις.
Μπῆκαν μέσα λοιπόν στό δεσμωτήριο προκειμένου νά ἐκτελέσουν τήν διαταγή δύο γυιοί τοῦ ἡγεμόνα, κι ἀφοῦ συζήτησαν παρουσία τοῦ ἁγίου γιά τήν περίπτωσή του κι ἐνημερώθηκαν γιά τά δεσμά καί τά μαστιγώματα πού τόν περίμεναν ἄν δέν συμμορφωνόταν μέ τήν διαταγή, στράφηκαν στόν ἅγιο μέ συμπάθεια καί οἶκτο, τόν καλόπιασαν μέ γλυκόλογα καί τοῦ ἀράδιασαν ὑποσχέσεις πού συνοδεύονταν μέ φριχτούς ὅρκους. Τέτοιους ὅρκους χρησιμοποιοῦν κατά τοῦ ἑαυτοῦ τους ὅσοι ὁρκίζονται σύμφωνα μέ τήν μωαμεθανική θρησκεία. Ὑπόσχονταν νά τόν φροντίζουν στό ἑξῆς σάν δικό τους ἀδερφό καί νά τοῦ προσφέρουν κάθε τιμή. Ὅτι θά τόν ἔχουν τιμητικά στό πλάϊ τους στόν πόλεμο κι ὅτι πρόκειται νά γράψουν τό ὄνομά του στά βασιλικά κατάστιχα, ἀρκεῖ μόνο νά ἀρνηθεῖ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Μά ὁ μεγαλομάρτυρας στεκόταν ἀτάραχος ἀπέναντί τους καί τούς περιγελοῦσε μέ τήν ἀδιαλλαξία του. Διέταξε κατόπιν ὁ ἡγεμόνας Λεϊθί τόν ἔπαρχο, ἀφοῦ παραλάβει τόν ἅγιο νά τόν τυραννήσει πάλι μέ τά ἴδια βασανιστήρια μέχρι τοῦ σημείου ἤ νά ἀρνηθεῖ ὁ ἅγιος τόν Χριστό καί νά ἀφεθεῖ ἐλεύθερος ἤ, ἄν ἐπιμένει νά μένει σταθερός στήν πίστη του, νά θανατωθεῖ. Ἦταν χειμώνας καιρός, Γενάρης μήνας, κι ἀφοῦ ἔβγαλε ὁ ἔπαρχος τόν ἅγιο ἔξω ἀπό τό γραφεῖο τοῦ ἡγεμόνα, τόν ἔφερε σ᾽ ἕνα τόπο πού τόν λένε Πρασινά, ὅπου τόν ἐξανάγκασε νά σταθεῖ γυμνός μπροστά στό βῆμα, μέχρι νά ἀποφασίσει ὁ ἡγεμόνας γιά τήν τύχη του.
Τότε, ἐπειδή ἡ ὑγεία τοῦ μάρτυρα εἶχε κλονιστεῖ κι ἡ ἄσχημη κατάστασή της εἶχε ἐπιδεινωθεῖ ἀπό τήν ὀλέθρια ἐπίδραση τοῦ ψύχους κι ἐπειδή ἀκόμη τόν εἶχαν ξεγυμνώσει καί τόν εἶχαν ὑποβάλει σέ σκληρά συνεχή βασανιστήρια στήν διάρκεια τῆς παραμονῆς του στό δεσμωτήριο, ἀληθινή κόλαση δίχως καμμιά θαλπωρή ἤ παρηγοριά, ἡ κράση του τόν πρόδωσε πιά κι ἦταν αὐτό μεγάλη ἀτυχία στήν συνεχιζόμενη δύσκολη ἄθλησή του. Ἡ κοιλιά του ἀπό τό δριμύ ψῦχος προσβλήθηκε ἀπό δυσεντερία, ὡστόσο κι αὐτή ἡ ἀρρώστια πού τόν βρῆκε δέν τόν λύγισε, ἀλλά ἔγινε ἀφορμή νά δείξει σέ ὅλους περίτρανα ὁ μάρτυρας τήν ἰώβεια ὑπομονή του. Ἡ ἔτσι κι ἀλλοιῶς ἐξασθενημένη ἀπό τίς κακουχίες σωματική του ἀντοχή ἐξαντλήθηκε ἐπικίνδυνα κι ἡ κατάστασή του αὐτή ἐπιδεινώθηκε ἀπό τήν ἀρνητική ἐξωτερική ἐπίδραση τοῦ περιβάλλοντος. Κάποιοι ἀκόμη πού τόν περιτριγύριζαν ἔδειχναν ἀδιάφοροι γιά τό κατάντημά του. Ἡ διάρκεια πάλι τῆς δοκιμασίας του τράβηξε σέ μάκρος. Δέν ἦταν σύντομη, ἀλλά ἀντίθετα, κράτησε σαράντα ὁλόκληρες μέρες. Τέλος, οἱ ὑπεύθυνοι συνοδοί του πιάνοντάς τον σάν πεθαμένο ἀπό ὅποιο σημεῖο τοῦ σώματός του τούς βόλευε καί φορτώνοντάς τον λές κι ἦταν τσουβάλι σ᾽ ὅποιο ζωντανό εὕρισκαν στόν δρόμο κι ἦταν τοῦ χεριοῦ τους, τόν κουβάλησαν στό δικαστήριο κι ἐκεῖ τόν ἀπίθωσαν καταγῆς σάν ἄταφο σιχαμερό νεκρό, τόν ὁποῖο δέν τολμοῦσε νά ζυγώσει κανένας ἀπό τούς πιστούς. Στήν συνέχεια οἱ ἴδιοι οἱ συνοδοί ἐπέστρεψαν καί πάλι μέ τόν ἅγιο στό δεσμωτήριο, ἀφήνοντάς τον ἐκεῖ νά ὑποφέρει τά ἴδια καί χειρότερα βασανιστήρια.
Ὑπάρχει ἡ φήμη ὅτι ὁ ἅγιος θανατώθηκε καί πέταξε στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ τήν πρώτη τοῦ μῆνα Φεβρουαρίου πού εἶναι παραμονή τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ὡστόσο, ἐδῶ θά προσπεράσουμε τήν μέρα τοῦ θανάτου τοῦ ἁγίου, γιά νά συμπληρώσουμε τήν διήγησή μας μέ ὅσα παραλείφτηκαν σχετικά μέ τήν ἄθλησή του.
Ἐνῶ λοιπόν ζοῦσε ἀκόμα ὁ ἅγιος καί βρισκόταν στό δεσμωτήριο, ὅπου δοκιμαζόταν ἀπό φοβερά βασανιστήρια, στάλθηκαν ἀπό τόν δικαστή πού ἐξουσίαζε στό δεσμωτήριο κάποιοι ἔμπιστοί του Ἄραβες στόν μάρτυρα, μέ τό σκοπό νά τόν ἐξαπατήσουν. Οἱ ἀπεσταλμένοι μέ ἄφθονες μεγαλοστομίες καί λογῆς–λογῆς χαϊδολογήματα πάσχισαν νά παρασύρουν στήν μεριά τους τό μεγαλομάρτυρα, ὅμως μέ ὅλα αὐτά δέν πέτυχαν τίποτε ἄλλο, παρά νά τόν κάνουν πιό γενναῖο στήν ὁμολογία του στόν Χριστό. Σέ κάποια φάση σηκώθηκε ὁ ἅγιος ἀθλητής μέ παράδοξο τρόπο, ἀφοῦ εἶχε ὑποστεῖ ὁλοκληρωτική μεταβολή χάρη στήν ἐπέμβαση τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, ἔζωσε τήν ζώνη του, νίφτηκε στό πρόσωπο καί κάθισε στό δεσμωτήριο, σάν νά μήν ἔπαθε κάτι τό κακό, ἀντίθετα φαινόταν στό πρόσωπο θαλερός καί συνεχῶς χαρούμενος. Ἐκείνη τήν στιγμή οἱ δήμιοι πού στέκονταν πάνω ἀπό τό κεφάλι του παρατήρησαν τό φαινόμενο. Ἔβγαλαν ἔξω ἀπό τό δεσμωτήριο σιδηροδέσμιο τόν ἅγιο καί πρόσταξαν νά ἀνεβεῖ περπατώντας στό βῆμα, ὅπου κάποιος ἄλλος πού τόν εἶδε ἔτσι μέ ἕνα πρόσωπο ἱλαρό εἶπε στό Λεϊθί: «Βάζω στοίχημα πώς ὁ ἄνθρωπος αὐτός σιτιζόταν κανονικά καί γι᾽ αὐτό δέν κατάλαβε τά βασανιστήρια!». Γι᾽ ἄλλη μιά ἀκόμη φορά διέταξε ὁ ἡγεμόνας νά γδύσουν τόν ἅγιο, ἐνῶ δώδεκα στρατιῶτες στάθηκαν ἐκεῖ σιμά κρατώντας στά χέρια τους κάτι σπαθιά, πού τά ἀνέμιζαν ἀπειλητικά σέ σχῆμα κύκλου πάνω ἀπό τόν ἀθλητή μάρτυρα σάν νά τοῦ ἔκαναν ἀέρα. Ἔδειχναν μέ τόν τρόπο αὐτό ὅτι δέ θ᾽ ἀργοῦσαν νά τόν χτυπήσουν καί νά τόν κάνουν κομμάτια. Κοντά στ᾽ ἄλλα, ἔφτασε ἐκεῖ καί κάποιος μεγάλος γέροντας λογοθέτης, πού ἦταν ἀληθινός θεατρίνος, ὁ πιό ἱκανός καταφερτζής στήν ἠθοποιΐα ἀπό ὅλους ὅσους ἀνῆκαν στό ἀραβικό γένος. Ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπό τόν ἡγεμόνα. Πῆγε κοντά στόν ἅγιο, τοῦ ἄλειψε τίς πληγές κι ἄρχισε τά παρακάλια. Ζητοῦσε ἀπό τόν ἅγιο νά πεῖ μιά μόνο λέξη, νά ἀρνηθεῖ δηλαδή τόν Χριστό. Ἄν τό ἔκανε αὐτό, θά ἀφήνονταν ἐλεύθερος νά πάει ὅπου θέλει. Ἔβγαλε στήν συνέχεια ἕνα πουγκί μέ πολύ χρυσάφι, τό ἔδειξε στόν ἅγιο νεομάρτυρα καί τοῦ εἶπε μελιστάλαχτα: «Αὐτά, παιδί μου, σοῦ τά δίνουμε ἀποζημίωση γιά τίς προσβολές καί τά βασανιστήρια πού σοῦ κάναμε. Δικά σου! Πάρτα καί φῦγε!». Ἐκεῖνος ὡστόσο, ὁ μεγαλομάρτυρας, ἔγειρε τότε τό κεφάλι του, χτύπησε ἐλαφρά μέ τό χέρι του φιλικά τόν ματαιόδοξο γέροντα κι ἀφοῦ τόν ἔλεγξε γιά τήν πονηριά του περιλούζοντάς τον μέ διάφορες εἰρωνικές ἐκφράσεις, τόν ἔδιωξε νά φύγει ἄπρακτος.
Ἐξοργίστηκε ὁ Λεϊθί ἀπό τήν δυσάρεστη γι᾽ αὐτόν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων κι ἀμέσως στράφηκε ξανά στόν ἅγιο φοβερίζοντάς τον: «Ἄθλιε, νά, ὅπως βλέπεις, ἔχω μαζέψει γιά σένα ἕνα σωρό ρόπαλα καὶ ξίφη ὁλόγυρά σου. Ὄχι, δέν θά παύσω νά σέ χτυπῶ μέ τά ρόπαλα καί νά σέ κομματιάζω μέ τά ξίφη, μέχρι νά σέ δῶ νά ξεψυχᾶς καί τότε, ἀφοῦ σοῦ κόψω τό κεφάλι, θά σέ κρεμάσω πάνω σ᾽ ἕνα ξύλο. Δέν θά σταματήσω ὅμως ἐδῶ, ἀλλά, ἀφοῦ σέ κάψω στήν φωτιά θά ρίξω στά νερά τοῦ ποταμοῦ τήν στάχτη σου, ὥστε νά μή σέ θυμᾶται ποτέ κανένας ἄνθρωπος στήν γῆ». Λέγοντας αὐτά, ἔσκυψε στό αὐτί κάποιου ἀπό τούς στρατιῶτες καί τοῦ ἔδωσε τήν ἄδεια νά χτυπήσει μέ τό ξίφος καί νά κόψει τόν ὧμο τοῦ ἁγίου, μήπως κι ἐπιτέλους ἐκεῖνος φοβηθεῖ κι ἀρχίσει νά συμμορφώνεται στίς ὑποδείξεις του. Ἀμέσως ὁ στρατιώτης πετάχτηκε μέ δαιμονική ὁρμή καί σήκωσε τό ξίφος του ξεστομίζοντας αἱμοβόρα: «Μᾶς δόθηκε ἡ ἄδεια νά σέ κατακομματιάσουμε, ἄθλιε. Ἐμπρός, λέγε μιά λέξη καί σώζεσαι!». Μά ὁ ἅγιος δέν ἔβγαλε καθόλου μιλιά, μόνο τοῦ ἔκαμε νόημα μέ τό χέρι νά τόν κομματιάσει. Ζύγιασε λοιπόν στόν ἀέρα τό ξίφος του ὁ στρατιώτης καί τό κατέβασε μέ μίσος στόν ὧμο τοῦ ἁγίου, χτυπώντας τον δυνατά. Τότε στράφηκε γρήγορα ἀνατολικά ὁ ἅγιος κι εἶδε μπροστά του τόν Χριστό, τόν ἀθλοθέτη. Λύγισε κατόπιν τά γόνατα καί, στηρίζοντας τά δυό του χέρια στήν γῆ, πρόβαλε ἀποφασιστικά τόν τράχηλό του ἕτοιμος γιά τήν μεγάλη θυσία. Ὁ ἔπαρχος θύμωσε μέ τήν προθυμία τοῦ ἁγίου καί φώναξε δυνατά νά τόν κάνουν χωρίς λύπηση κομμάτια. Τότε ὅμως κάποιοι ἀπ᾽ τούς στρατιῶτες πού ἦταν συνετοί κατέβασαν τά ξίφη τους, δείχνοντας ἀπροθυμία νά σκοτώσουν γιά τήν πίστη του τόν ἅγιο. Οὔρλιαζε ὁ ἔπαρχος νά τόν χτυπήσουν, ἀλλά μάταια. Ἀναγκάστηκε ἔπειτα κι ἔβαλε ἀμοιβή εἴκοσι ἀργυρά νομίσματα γιά ὅποιον θά χτυποῦσε τόν ἅγιο. Τελικά βρέθηκε κάποιος ἀπό τούς Πέρσες νά βγάλει τόν ἔπαρχο ἀπ᾽ τό ἀδιέξοδο. Κράτησε μέ τά δυό του χέρια τό ξίφος, χτύπησε μέ ὁρμή τόν ἅγιο στόν τράχηλο δυό φορές καί μέ τό τρίτο χτύπημα τοῦ ἔκοψε πέρα γιά πέρα τό κεφάλι.
(ΤΕΛΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Γ΄- συνεχίζεται)
