Άγνωστα Συναξάρια: Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Ηλίας ο εξ Ηλιουπόλεως του Λιβάνου (Μέρος Δ΄ – τελευταίο)

(ΜΕΡΟΣ Δ΄ – τελευταίο)

 πό τήν σειρά ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ 11,

Κεντρική διάθεση: ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ

Κείτονταν χάμω σφαγμένος σάν ἀρνί ὁ ἅγιος, ὥσπου κάποιος ἀνώτερος ἀξιωματοῦχος πού δέν εἶχε ποτέ ὡς τότε μάθει κάτι γιά τόν νεομάρτυρα Ἠλία πέρασε ἀπό ἐκεῖ καί πληροφορήθηκε τά σχετικά μέ τήν σφαγή τοῦ ἁγίου. Καί μαθαίνοντας ὅτι ὁ μάρτυρας θυσιάστηκε γιά τήν πίστη του, θαύμασε καί θέλοντας διακαῶς νά δεῖ ὅ,τι τέλος πάντων μποροῦσε νά δεῖ, ἀπομεινάρι ἀπό τό λείψανό του, γονάτισε, ἔσκυψε μέ εὐλάβεια καί πιάνοντας τό κεφάλι ἀπό τά μαλλιά ξεσκέπασε τό πρόσωπο τοῦ ἁγίου καί τό γύρισε πρός τό μέρος του. Καί νά, στήν κίνησή του αὐτή παρουσιάστηκε ὁλοζώντανο μπροστά στά μάτια του τό πρόσωπο τοῦ ἁγίου καί μάλιστα πάρα πολύ λαμπερό. Ἀναστέναξε ὁ μεγιστάνας καί μουρμούρισε: «Μεγάλο πρᾶγμα νά πεθάνει κάποιος γιά τήν πίστη του! Αὐτός ὁ νεαρός δέν πέθανε, ἀλλά ζεῖ!». Ὕστερα διέταξε ξανά ὁ δικαστής νά σύρουν τό σῶμα τοῦ ἁγίου καί νά τό κρεμάσουν στόν  κῆπο ἔξω ἀπό τίς πύλες τῆς πόλης. Ἀκόμη ἔδωσε αὐστηρή ἐντολή νά κλείσουν τήν πύλη τοῦ κήπου, προκειμένου νά προφυλάξουν τό σῶμα τοῦ ἁγίου μήν τυχόν κάποιος ἀπό τούς χριστιανούς πλησιάσει καί ἀφαιρέσει κάτι ἀπό αὐτό γιά εὐλογία. Τότε ξέπλυναν οἱ δήμιοι τόν τόπο στόν ὁποῖο ἀποκεφαλίστηκε ὁ ἅγιος καί, ἀφοῦ μάζεψαν τό χῶμα, τό ἔρριξαν στό μεγάλο ρεῦμα τοῦ Χρυσορρόου ποταμοῦ πού κυλοῦσε ἐκεῖ κοντά τά νερά του. Ἔμεινε μάλιστα ἐκεῖ κρεμασμένο πάνω στό ξύλο τό σῶμα τοῦ ἁγίου νεομάρτυρα Ἠλία ἀπό τήν πρώτη τοῦ μηνός Φεβρουαρίου τοῦ 6287 (795 μ.Χ.) ἔτους μέχρι τίς 14 τοῦ ἴδιου μήνα. 

Ὅμως δέν ἄφησε ἀγέραστο, χωρίς ἀνταμοιβή, ὁ Κύριος τόν γενναῖο ἀθλητή του, ἀλλά τόν ἀξίωσε νά πραγματοποιεῖ μετά τόν θάνατό του πολλές ἐμφανίσεις στούς πιστούς, ἐπιβραβεύοντάς τον μέ αὐτόν τόν τρόπο γιά τήν θυσία του καί προβάλλοντας τιμητικά γιά μίμηση τό παράδειγμά του. Μάλιστα βρέθηκαν πολλοί χριστιανοί μετά τά γεγονότα αὐτά κι ἐξιστόρησαν ὅσα εἶχαν δεῖ μέ τά μάτια τους. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι, ἐνῶ ἦταν ἀκόμα κρεμασμένος ὁ ἅγιος πάνω στόν σταυρό, εἶδαν ἕνα ὁλόφωτο καντήλι πάνω ἀπό τό κεφάλι του νά ἀστράφτει κι ἄλλοι ὅτι ἐμφανίστηκε τότε ξαφνικά ἕνα πολύ λαμπερό ἀστέρι πάρα πολύ μεγάλο καί στρογγυλό σάν τό φεγγάρι. Τέτοιο ἀστέρι δέν εἶχε ποτέ ἄλλοτε φανεῖ, παρά μόνο τήν φορά πού τό ἅγιο σῶμα τοῦ νέου μεγαλομάρτυρα κρεμάστηκε σ᾽ ἐκεῖνο τόν τόπο. Ἀκόμη, ὅπως καί κάποιοι ἄλλοι ὑποστηρίζουν μέ βεβαιότητα, ἐξακολουθεῖ μέχρι καί σήμερα νά παρουσιάζεται κατά διαστήματα τό ἴδιο ἀστέρι σ᾽ ἐκεῖνο τό μέρος, στό μέρος δηλαδή τῆς ὁσίας ταφῆς τοῦ ἁγίου, θέλοντας νά μᾶς δηλώσει κατηγορηματικά μέ τήν θαυματουργική του παρουσία ὅτι ὁ θάνατος  τοῦ ἁγίου εἶναι ἔνδοξος στά μάτια τοῦ Κυρίου.

Μιά μέρα κάποιος ἄλλος ἀπό τούς ντόπιους κατοίκους τῆς Ἡλιούπολης, γνωστός στόν ἅγιο μεγαλομάρτυρα, πού δέν εἶχε ὅμως ἀκούσει κάτι γιά τήν δραματική περιπέτεια πού πέρασε ὁ ἅγιος, κατέβαινε στήν Δαμασκό γιά ἐμπορικές του ὑποθέσεις. Κι ἐνῶ βρισκόταν βαδίζοντας στόν δρόμο σέ ἀπόσταση δεκαπέντε περίπου χιλιομέτρων ἔξω ἀπό τήν μεγαλούπολη, τήν Δαμασκό, εἶδε ξαφνικά  νά ἔρχεται καταπάνω του ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυρας Ἠλίας ὁλομόναχος, καβάλα σέ ἄσπρο ἄλογο, ντυμένος μέ ὁλόλευκα ἱμάτια καί δαφνοστεφανωμένος. Χαιρέτισε ἀμέσως ὁ ἅγιος τό χωριανό του: «Γειά σου, ἀγαπητέ!» τοῦ εἶπε. Γύρισε μέ τήν σειρά του κι ἐκεῖνος στόν ἅγιο καί τοῦ ἀπάντησε μέ ἔκπληξη: «Κύριε, Ἠλία!». Ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος: «Ἐγώ εἶμαι!». Εἶπε ξανά ὁ ντόπιος: «Νά εἶμαι εἰλικρινής δέν θά σέ γνώριζα, ἄν ἐσύ δέ μοῦ μιλοῦσες πρῶτος. Ἄλλαξες τόσο πολύ! Γιατί σέ βλέπω τώρα νά βρίσκεσαι σέ ἄλλη, σέ ἀνώτερη κοινωνική καί οἰκονομική κατάσταση, ἐντελῶς διαφορετική ἀπό ἐκείνη πού σέ ἤξερα ἀπό παλιά. Ἄραγε θά καταδεχτεῖς νά ἔρθεις ὅπως συνήθιζες στό χωριό μας, γιά νά μᾶς φτειάξεις μέ τήν ἄριστη ξυλουργική σου τέχνη πού κατέχεις τά ἄροτρά μας;». Ἀποκρίθηκε ξανά ὁ ἅγιος: «Πήγαινε στήν Δαμασκό κι ἐκεῖ θά σοῦ μιλήσουν σχετικά γιά μένα». Ἀμέσως ἔγινε ἄφαντος. Ξαφνιάστηκε πράγματι ὁ χωριανός τοῦ ἁγίου κι ἔφυγε θαμπωμένος ἀπό τήν συνάντηση καί προβληματισμένος ἀπό τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση καί τά λεγόμενα τοῦ ἁγίου καί κυρίως ἀπό τήν ξαφνική ἐξαφάνισή του. Συνέχισε μολαταῦτα τόν δρόμο του καί, φτάνοντας στήν πύλη ἔξω ἀπό τήν Δαμασκό, στράφηκε μέ περιέργεια στόν σταυρό. Δέν δυσκολεύτηκε νά ἀναγνωρίσει τόν ἅγιο πού ἦταν κρεμασμένος στόν σταυρό, ἀλλά μέ ἀγωνία καί ἀπορία ρώτησε γιά νά σιγουρευτεῖ κάποιους ντόπιους πού συνάντησε τυχαία νά περνοῦν ἀπό τήν πύλη γιά νά βγοῦν ἔξω ἀπό τήν πόλη: «Πατριῶτες, δέν εἶναι αὐτός ὁ Ἠλίας ὁ Ἡλιουπολίτης, ὁ ξυλουργός;». «Ναί!» ἀποκρίθηκαν ἐκεῖνοι: «Αὐτός εἶναι, ὁ ἀγωνιστής, πού γιά τόν Χριστό τράβηξε πάρα πολλά μαρτύρια γιά πολλές μέρες καί στό τέλος θανατώθηκε καί κρεμάστηκε στόν σταυρό, ὅπως βλέπεις!». Τότε ὁ ντόπιος φώναξε μέ ἔκπληξη: «Μά τό Θεό πού τόν ἁγίασε, σήμερα πρίν ἀπό δύο ὧρες συναντηθήκαμε μέ αὐτόν τόν ἅγιο πρόσωπο μέ πρόσωπο. Ἦταν καβάλα στό ἄλογό του ντυμένος στά λευκά καί μοῦ εἶπε αὐτά πού θά ἀκούσετε ἀπό τό στόμα μου…».

Κι ἐνῶ ἀκόμη ἐξιστοροῦσε λεπτομερῶς αὐτά πού τοῦ εἶπε ὁ ἅγιος, πρόσεξε πώς κάποιοι χριστιανοί προχώρησαν, ἔφτασαν στόν σταυρό τοῦ ἁ-γίου καί προσκύνησαν εὐλαβικά κάνοντας τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Καί σάν νά μήν ἔφτανε αὐτό, κάποιος περαστικός πού τυχαία βρέθηκε ἐκεῖ καί ἄ κουσε ἀπό τό στόμα τοῦ χωριανοῦ του τά θαυμαστά γεγονότα, ἄρχισε κι αὐτός τήν δική του ἱστορία γιά τόν ἅγιο, λέγοντας: «Θά σᾶς διηγηθῶ κι ἐγώ ὅσα μόλις χτές φανέρωσε ὁ Θεός, γιά νά δοξάσει τό νέο ἅγιο μεγαλομάρτυρα. Τυχαίνει νά γειτονεύω μέ ἕναν Ἄραβα καί τόν ἄκουσα τήν νύχτα νά φωνάζει στήν ἀραβική διάλεκτο τούς οἰκείους του καί νά τούς λέει: «Σηκωθεῖτε! Κοιτάξτε τί  κάνουν οἱ χριστιανοί ἐκεῖ πέρα στόν σκοτωμένο καί σταυρωμένο ἄνθρωπό τους!». Σηκώθηκαν ἐκεῖνοι καί τόν ρώτησαν νά μάθουν τί συμβαίνει. Τότε ἀναστατωμένος ὁ Ἄραβας τούς ἐξήγησε: «Πρίν ἀπό κάμποση ὥρα ἔσκυψα τυχαία στό παράθυρό μου κι εἶδα ὅτι οἱ χριστιανοί εἶχαν κρεμάσει πάνω ἀπό τό κεφάλι τοῦ σκοτωμένου ἕνα μεγάλο ἀναμμένο πολυκάντηλο. Ἔπειτα συγκέντρωσαν κοντά στόν σταυρό τοῦ ἁγίου κάποια μικρά παιδάκια. Ἄλλα ἀπό αὐτά ἔμοιαζαν μέ παπαδάκια πού ὑπηρετοῦν στόν ναό, ἄλλα ἦταν ντυμένα ἀπό τούς γονεῖς τους σάν ἱερεῖς κι ἄλλα σάν μοναχοί. Ὕστερα τά τοποθέτησαν γύρω ἀπό τόν σταυρό σέ χορούς κι ἐκεῖνα ἄρχισαν νά ψέλνουν μελωδικά καί νά ἐξυμνοῦν τούς ἄθλους τοῦ ἁγίου. Καί σάν νά μήν ἔφτανε αὐτό, εἶδα μέ τά ἴδια μου τά μάτια τόν σκοτωμένο Ἠλία καί τόν ἄκουσα μέ τά ἴδια μου τά αὐτιά νά ψέλνει μαζί μέ τά μικρά παιδιά καί συνάμα νά κουβεντιάζει μαζί τους. Τό ἀκούσατε; Αὐτός, ὁ νεκρός, νά ψέλνει μαζί μέ τά παιδιά, λές κι ἦταν ζωντανός! Δέν πρόκειται, ὅπως βλέπετε, γιά κάποιο ἀνθρώπινο ἔργο, ἀλλά γιά θεϊκή ἐπέμβαση, πού θέλει νά μᾶς δείξει ὅτι ὁ ἅγιος αὐτός πού πρόσφατα θανατώθηκε ἄγρια ἀξιώθηκε ἀπό τόν Θεό νά δοξαστεῖ  πολύ, ἐπειδή θυσίασε τήν ἴδια του τήν ζωή γιά τήν πίστη του». Αὐτά διηγήθηκε ὁ Ἄραβας στούς οἰκείους του κι ἔσκυψε πάλι νά κοιτάξει ἀπό τό παράθυρό του. Τώρα ὅμως δέν εἶδε τίποτε. Συλλογίστηκε κατόπιν γιά λίγο καί μουρμούρισε προβληματισμένος. «Ἀλήθεια, δέν εἶναι δυνατόν νά κάνουν τέτοια πράγματα ἄνθρωποι κι οἱ ἄγρυπνοι φύλακες πού στέκονται πάνω ἀπό τό κεφάλι τους νά τούς παρακολουθοῦν ἀδιάφοροι, στήν στιγμή πού ξέρουμε ὅτι  ἔχουν αὐστηρή ἐντολή νά ἐμποδίσουν νύχτα καί μέρα νά ζυγώσει ἄνθρωπος σ᾽ αὐτό τό σημεῖο. Σίγουρα πρόκειται γιά θαῦμα!».

Στό μεταξύ αὐτός ὁ Ἄραβας πῆγε κρυφά καί διηγήθηκε στόν Λεϊθί, τόν ἔπαρχο τῆς πόλης, τά συμβάντα. Κι ἐκεῖνος, μόλις ἄκουσε τήν διήγηση, δι-έταξε νά κατεβάσουν ἀμέσως τό σῶμα τοῦ ἁγίου ἀπό τόν σταυρό καί νά τό κάψουν στήν φωτιά, πρίν πάρουν διαστάσεις οἱ εἰδήσεις γιά τά ὁράματα  πού ἀφοροῦν τόν μεγαλομάρτυρα, γιά νά μήν, εἶπε, πάρουν τεμάχια ἀπό τό σῶμα του οἱ χριστιανοί καί θεμελιώσουν ναούς, ὅπου θά τελοῦν γιορτές καί θά πανηγυρίζουν στήν μνήμη του. Τότε κατέβασαν οἱ ὑπηρέτες τό σῶμα τοῦ ἁγίου ἀπό τόν σταυρό, ἔσκισαν καί κομμάτιασαν τό ξύλο πού τόν κρατοῦσε καρφωμένο κι ἀπίθωσαν πάνω στά πελκούδια αὐτά πού μπῆκαν γιά ὑπόστρωμα τό σῶμα τοῦ ἁγίου. Τελειώνοντας, πρόσθεσαν κι ἄλλη εὔφλεκτη ὕλη κι ἔβαλαν φωτιά. Ἡ φλόγα ὑψώθηκε γιά πολλή ὥρα ὡς τά οὐράνια, μά τό ἱερότατο σῶμα τοῦ ἁγίου ἔμενε ἄκαυστο – νομίζω ὅμως ὅτι ἐδῶ βρίσκει ἐφαρμογή αὐτό πού εἶχε γράψει ὁ Δαυΐδ καί ἔλεγε: «Φώναξαν οἱ δίκαιοι καί ὁ Κύριος ἄκουσε τήν φωνή τους». Κι ἕνα ἄλλο: «Ὁ Κύριος φυλάει ὅλα τά ὀστᾶ τους κι οὔτε ἕνα ἀπό αὐτά δέν θά σπάσει». Οἱ ἀσεβέστατοι ὡστόσο ἀντίχριστοι διαπράττοντας συνεχῶς ἁμαρτίες μάζεψαν ξανά ἄλλο σωρό ἀπό φρύγανα μεγαλύτερο τώρα ἀπό τόν προηγούμενο καί τά ἔρριξαν στήν φωτιά. Μέ μιᾶς ἡ φλόγα ἀνέβηκε ὡς τόν οὐρανό ἑλικοειδῶς σχηματίζοντας ἕνα δακτύλιο, μά καθώς δυνάμωνε ἡ φωτιά τό σῶμα τοῦ ἁγίου συνέχισε νά παραμένει ἄκαυστο, ὅπως ἄκαυστα εἶχαν διαφυλαχτεῖ στήν Κάμινο τά σώματα τῶν ἁγίων Τριῶν Παίδων, ἐπειδή ὅπως ἐκεῖνοι παλιά δέν γονάτισαν νά προσκυνήσουν τήν περσική εἰκόνα, ἔτσι καί τώρα τό σῶμα αὐτό τοῦ ἁγίου δέν εἶχε προσκυνήσει τό αἴθριο ἴνδαλμα, τό πρωϊνό φάντασμα, τήν μουσουλμανική δηλαδή ψεύτικη θρησκεία. Τήν τρίτη φορά οἱ ὑπηρέτες συγκέντρωσαν κι ἔρριξαν στήν φωτιά περισσότερα ἀπό τριάντα φορτία φρύγανα ἀπό κληματόβεργες, ἀλλά ἄδικος κόπος. Τίποτε τό καινούργιο δέν πέτυχαν μέ τίς ἐνέργειές τους αὐτές, παρά μόνο νά κοκκινίσουν ἐλαφρά τό ἅγιο σῶμα τοῦ μεγαλομάρτυρα. Ὕστερα, ἀφοῦ ἀπόκαμαν, ἔκοψαν κομμάτια–κομμάτια τό σῶμα τοῦ ἁγίου καί τό ἔρριξαν στό μεγάλο ρεῦμα τοῦ κοντινοῦ ποταμοῦ, γιά νά ἐπαληθευτεῖ καί στό σημεῖο αὐτό ὁ μάρτυρας, ὅταν προφητικά ἔψαλλε ὅπως ὁ Δαυΐδ: «Περάσαμε ἀνάμεσα σέ φωτιά καί σέ νερό καί μᾶς ἔβγαλες ἔξω ἀλώβητους νά διασκεδάζουμε». Τότε ἔμειναν ἔκθαμβοι οἱ ὑπηρέτες.

Ὕστερα ἀπό αὐτά ἔκανε τήν ἐμφάνισή του ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυρας σέ πολλούς χριστιανούς τῆς Δαμασκοῦ καί τούς φανέρωσε τά μέρη πού βρίσκονταν μερικά λείψανα τῶν ἁγίων μελῶν τοῦ σώματός του, τά ὁποῖα παρέσυρε τό ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ, γιά νά τά διαφυλάξει στήν συνέχεια ἄφθαρτα ὁ Χριστός. Κι ἀφοῦ ἐρεύνησαν προσεχτικά σ᾽ ἐκεῖνο τό μέρος πού τούς ὑπέδειξε ὁ ἅγιος, βρῆκαν τά ὀστᾶ, πού εὐωδίαζαν σάν νά εἶχαν πάνω τους πολύτιμο μῦρο, τά πῆραν μαζί τους καί τά φύλαγαν γιά πολύτιμο θησαυρό. Ἀπ᾽ ἐκείνη τήν στιγμή ἄρχισαν νά τά τιμοῦν εὐλαβικά αὐτά τά ὀστᾶ, κρυφά ὅμως, γιά νά μήν μάθουν οἱ εἰδωλολάτρες γιά τά ἅγια λείψανα καί τά παραδώσουν στόν ἀφανισμό. Ἀπό τότε ἐμφανίζεται ὁ ἅγιος μέ μεγαλύτερη ἰαματική δύναμη, γιατί ἔχει τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν Χάρη πού ἐπικάθεται στά λείψανα τῶν ἁγίων καί θεραπεύει θαυματουργικά τίς ἀρρώστιες τῶν πιστῶν. Ἡ Χάρη αὐτή λοιπόν σκέπει κι ὅλους αὐτούς πού ἐπικαλοῦνται ἀποκλειστικά τόν ἅγιο αὐτό. Κι ἀξιώθηκε ὁ μεγαλομάρτυρας νά βλέπει ὅπως οἱ ἄγγελοι τόν Κύριό μας στούς οὐρανούς, νά γίνει κι αὐτός  ταχύτατο λειτουργικό πνεῦμα στήν διακονία Του. Μέ τά βασανιστήρια πού τράβηξε, μέ τό πέρασμά του μέσα ἀπό τήν φωτιά καί τό νερό καί πρό παντός μέ τόν θάνατό του, λόγῳ τῆς πίστεώς του ὁ Ἄβελ προσέφερε καλύτερη θυσία στόν Θεό ἀπό ἐκείνη τοῦ Κάϊν, ὁ Ἠλίας συγκαταλέχτηκε στήν χορεία τῶν δικαίων. Τρανή ἀπόδειξη γιά τά χαρίσματα πού τοῦ δώρισε ὁ Θεός ἐπιβραβεύοντάς τον γιά τόν καλό του ἀγώνα εἶναι τό ὅτι ὁ ἅγιος μπορεῖ καί μιλάει ἀκόμη καί μετά τόν θάνατό του. Ἔτσι ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει μέ ὅλους τούς ἁγίους πού μνημονεύσαμε σέ προηγούμενα κεφάλαιά μας πού κατά τήν Ἁγία Γραφή εὐαρέστησαν μέ τήν πίστη τους τόν Θεό κι ἐμεῖς, ὅταν ἐπικαλεστοῦμε μέ πίστη τόν ἅγιο αὐτό, σίγουρα θά τόν βροῦμε βοηθό σέ κάθε μας θλίψη, νά μεσιτεύει μέ προθυμία γιά χάρη μας καί νά πρεσβεύει διηνεκῶς ὑπέρ τῶν ὁμοπίστων καί ὁμοδούλων χριστιανῶν στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τοῦ Ὁποίου ἡ Δόξα καί ἡ Δύναμη μαζί μέ τοῦ Ἀνάρχου Πατέρα καί τοῦ Παναγίου Πνεύματος μένει στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

 

Τό βιβλίο εἶναι ἀπό τήν σειρά ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ 11

Κεντρική διάθεση: ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ