Πρὶν ἀπὸ μένα ἕνα παλληκάρι ἔγραψε τὸ ὄνομά του καὶ τὸ ἔβαλε στὸ βάζο. Τα χαρτιὰ γιὰ ὅσους θέλαμε νὰ προσευχηθῇ ὁ Γέροντας ἦταν σὲ ἕνα βάζο κοντὰ στὸν φράχτη, ποὺ ἀπεῖχε γύρω στὰ δέκα μέτρα ἀπὸ τὸ κελλί. Βγαίνοντας ὁ Γέροντας τοῦ λέει: “Βρὲ παιδί μου τί κάνεις ἐκεῖ;” Ἐκεῖνος τρόμαξε, καὶ βέβαια, ὅσοι εἴμαστε ἐκεῖ καὶ ἀκούσαμε, ἀπορήσαμε.
Γωνιά της Γλώσσας 146 – Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη: Ὁ ἅγιος Παΐσιος καὶ τὰ ψαλιδισμένα ὀνόματα
