Τὸ παλληκάριον εἶναι ὑποκοριστικὸ τοῦ «πάλληξ». Ὁ πάλληξ ἦταν ὁ νεαρός, μικρότερος τοῦ ἐφήβου. Στὴν μεσαιωνικὴ ἐποχὴ ἀπέκτησε τὴν σημασία «νεαρὸς σύντροφος πολεμιστῆ» καὶ συνεκδοχικὰ γενναῖος
Γωνιά της Γλώσσας 110 – Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη: Ἀπὸ ποῦ κατάγεται τὸ παλληκάρι;
