Ο ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ

AG BLASIOS

11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥΣΥΝΑΞΑΡΙ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

 

Σοφίας Φράγκου-Πλατῆ 

 

   Οἱ φίλοι του τ’ ἀγρίμια.

   Στὴν παράξενη καὶ μακρινὴ χώρα τῆς Ἀρμενίας ζοῦσε τὰ πολὺ παλιὰ χρόνια, ἕνας γιατρὸς ὁ Βλάσιος. Ἔμοιαζε μὲ τὸν Ἰώβ. Σεβόταν τὸν Θεό, γιάτρευε καὶ βοηθοῦσε τοὺς ἀνθρώπους σὰν ἀδέλφια του, καμιὰ πονηρὴ σκέψη δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὸν νοῦ του. Ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν κι ἔτσι τὸν διάλεξαν καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη νὰ γίνει ἐπίσκοπς τῆς πόλης Σεβαστείας.

   Ὅταν οἱ εἰδωλολάτρες κυνηγοῦσαν καὶ βασάνιζαν τοὺς χριστιανοὺς ἐπειδὴ πίστευαν στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ὄχι στοὺς ψεύτικους, ὁ ἐπίσκοπος Βλάσιος πήγαινε στὶς φυλακὲς,  τοὺς ἔδινε θάρρος, καὶ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὸν Χριστό, ποὺ τοὺς περιμένει στὸ οὐράνιο Βασίλειό Του. Κάποτε ἔπιασαν τὸν Εὐστράτιο καὶ τὸν ἔριξαν σὲ σκοτεινὴ φυλακή. Μέσα στὴ νύχτα ὁ ἐπίσκοπος πῆγε καὶ ἔκανε τὴ θεία λειτουργία. Ὁ Εὐστράτιος μετάλαβε. Κάθισε ὡς τὸ πρωὶ ὁ Βλάσιος μαζί του. Μιλοῦσαν σιγανὰ  γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη Του καὶ ἡ καρδιὰ τους ἦταν γεμᾶτη χαρά.

   Μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴ νύχτα ὁ ἐπίσκοπος Βλάσιος ἔφυγε ἀπὸ τὴν πόλη. Κάτι μέσα του τοῦ ἔλεγε νὰ φύγει, νὰ πάει στὴν ἔρημο. Περπάτησε μία ὁλόκληρη μέρα, ἀνέβηκε στὸ βουνό, βρῆκε μία σπηλιὰ καὶ τὴν ἔκανε σπίτι του. Ἐκεῖ, μόνος του στὴν ἡσυχία μιλοῦσε μὲ τὸν Χριστό. Μέρα καὶ νύχτα. Κανεὶς καὶ τίποτα δὲν τὸν ἐμπόδιζε. Οἱ φασαρίες τῶν ἀνθρώπων κι ὁ θόρυβος ἦταν πολὺ μακριά. Τὰ δέντρα γύρω του ψιθύριζαν μαζί του προσευχές. Ὁ ἄνεμος ἔπαιρνε καὶ σκόρπιζε παντοῦ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν σὰν τὸ θυμίαμα τῆς ἐκκλησίας. Οἱ πηγὲς μὲ τὸ τρεχούμενο νεράκι ἔψελναν μαζί του καὶ τὰ πουλιὰ δοξολογοῦσαν μὲ τὸ τιτίβισμά τους. Ὁ ἐπίσκοπος Βλάσιος μιλοῦσε μὲ τὸν ἀγαπημένο φίλο του τὸν Χριστὸ κι ἑτοιμαζόταν νὰ πάει κοντά Του, στὸν  Βασιλιὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Τὸ ἤξερε λίγο καὶ τὸ περίμενε τὸ συναπάντημα τοῦτο μὲ δέος καὶ λαχτάρα κρυφή. Ὅταν προσευχόταν μέσα στὴ σπηλιά του, τὸ ἄρωμα τῆς καθαρῆς προσευχῆς του ἁπλωνόταν πέρα μακριά. Σὰν πέρασαν δύο τρεῖς μέρες, κάτι τράβηξε τ’ ἀγρίμια τοῦ δάσους. Μία γλυκιὰ δύναμη. Κι ἔτσι, ἕνα πρωὶ νωρίς, καθὼς βγῆκε ὁ παππούλης ἐπίσκοπος ἀπὸ τὴν προσευχή του καὶ ἀπὸ τὴ σπηλιά, βρέθηκε μπροστὰ σὲ ἀρκοῦδες, λύκους, ἀλεποῦδες καὶ ἐλάφια. «Τί συμβαίνει;» ἀναρωτήθηκε. «Στὸν Παράδεισο βρέθηκα σὰν τὸν Ἀδάμ, τὸν πρῶτο ἄνθρωπο, τὸν βασιλιὰ τῆς γῆς;».

   -Καλῶς τά μου, ἤρθατε νὰ πάρετε τὴν εὐλογία τοῦ Πλάστη σας ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ παπποῦ;

   Εἶπε ὁ ἐπίσκοπος καὶ τὰ εὐλόγησε. Ἐκεῖνα  ἔσκυψαν τὸ κεφάλι σὰν ἄνθρωποι στὴν ἐκκλησία ποὺ σκύβουν ὅταν ὁ λειτουργὸς βγαίνει στὴν ὡραία πύλη κι εὐλογεῖ. Ἔπειτα κάθησαν γύρω του ἥσυχα, καὶ μερικὰ ἔσπρωξαν μπροστά του τὰ ἄρρωστα καὶ πληγωμένα ζωάκια. Ὁ γιατρὸς Βλάσιος τὰ χάιδεψε. Μετὰ προσευχήθηκε στὸν οὐράνιο Πατέρα του καὶ τὰ σταύρωσε. Σὲ μία στιγμὴ ἔγιναν καλά. Τὰ μικρὰ χοροπήδησαν γύρω του καὶ τὰ πιὸ μεγάλα του ἔγλειψαν τὰ πόδια του μὲ εὐγνωμοσύνη.

   Ἀπὸ τότε μαζεύονταν κάθε πρωὶ ὁλόγυρά του κι ἐκεῖνος τὰ γιάτρευε, τὰ χάιδευε καὶ τά γλυκομιλοῦσε. Αὐτὰ τὸν κοίταζαν. Τὰ ἐλάφια τρυφερά, οἱ λύκοι ἔξυπνα, οἱ ἀλεποῦδες ἀθῶα, οἱ ἀρκοῦδες ἀγαθά, καὶ οἱ λαγοὶ ἄφοβα. Μὰ καὶ τὸ βουνὸ ὅλο ἄνθιζε, ἔβγαλε μπόλικο χορτάρι. Τὰ χρώματα ἔγιναν λαμπερά. Ὅλα τὰ ζῶα ἔγιναν ἥμερα, κανένα δὲν ἔτρωγε τὸ ἄλλο. Ἔβοσκαν χορτάρι καὶ καρπούς. Ἀγριόμηλα, κούμαρα, καρύδια, μύγδαλα, φουντούκια. Τὸ δειλινό, ὅταν ἔψελνε ὁ παππούλης τὸν ἑσπερινό, μαζεύονταν ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ κι ἀφουγκράζονταν ἀκίνητα. Ἔβγαινε μετὰ ἐκεῖνος καὶ τὰ χαΐδευε ἕνα ἕνα μιλώντας τα σιγανά. Τὴ νύχτα δὲν ἀκουγόταν οὐρλιαχτὸ ἢ κραυγὴ ἀνατριχιαστική, διότι ὅλα κοιμόνταν ἥσυχα, δὲν ἔψαχναν τροφή. Μόνο τὸ ἀηδόνι ἀγρυπνοῦσε μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο Βλάσιο, ποὺ εὐχόταν:

   -Κύριε δῶσε τὴ χάρη σου καὶ στοὺς ἀνθρώπους, νὰ ἐξημερωθοῦν ὅλοι σὰν αὐτὰ τὰ ἀγρίμια!

   Τὸ γλυκὸ κρυστάλλινο κελάηδημα τοῦ ἀηδονιοῦ συνόδευε τὴν νυχτερινή του προσευχὴ στὸν Δημιουργό τους. Ὅλα τὰ ζῶα εἶχαν γίνει σὰν ἀρνάκια. Πρῶτα ξυπνοῦσαν τὰ πουλιὰ τὸ πρωί. Τὰ φλύαρα σπουργίτια, οἱ φλῶροι, οἱ καρδερίνες, οἱ κορυδαλλοί. Κατέβαιναν κι οἱ παπαγάλοι γιὰ ν’ ἀνέβουν ἔπειτα στοὺς ὤμους τοῦ παππούλη, στὰ χέρια του, καὶ ὁ γκρίζος παπαγάλος ἀνέβαινε στὸ κεφάλι του κι ἔλεγε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με.». Τὸ ἔλεγε ἐντελῶς ὅμοια μὲ τὸν παππούλη. Κατέβαινε μετὰ στὸ χέρι του κι ἐκεῖνος τὸν χάιδευε στὸ κεφάλι. Κι ὁ γκρίζος παπαγάλος δὲν ἤθελε νὰ φύγει, ὡσότου ἀναγκαζόταν ὁ παππούλης νὰ τὸν ἀποθέσει μαλακὰ στὰ κέρατα τοῦ ἐλαφιοῦ ποὺ ἦταν σὰν κλαδιὰ κι ὁ παπαγάλος γραπωνόταν μὲ τὰ νύχια του κι ἀπὸ κεῖ τὸν προσκυνοῦσε.   

   Κάποιοι  ἄνθρωποι ὅμως πιὸ ἄγριοι ἀπὸ τ’ ἀγρίμια, δὲν ἡσύχαζαν. Ὁ Ἀγρικόλαος, ἕνας κακὸς ἄρχοντας, ἔφθασε στὴ Σεβάστεια ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, γιὰ νὰ συλλάβει χριστιανούς. Ἔστειλε λοιπὸν στρατιῶτες νὰ αἰχμαλωτίσουν ἄγρια θηρία. Εἶχε σκοπὸ νὰ τοὺς ρίξει ἀνάμεσά τους γιὰ νὰ διασκεδάσει αὐτὸς κι οἱ φίλοι του. Ἀλλὰ ἀκοῦστε τί συνέβη. Οἱ στρατιῶτες ἀνέβηκαν στὸ βουνὸ καὶ βρέθηκαν μπροστὰ σ’ ἕνα παράξενο καὶ τρομαχτικὸ γι’ αὐτοὺς θέαμα. Ἕναν παπποὺ καὶ γύρω του πλῆθος ἀγρίμια νὰ κάθονται ὅπως τὰ σκυλάκια στὰ πόδια τοῦ ἀφέντη τους. Καρφώθηκαν τρομαγμένοι στὴ θέση τους τρέμοντας ἀπὸ φόβο. Ὁ ἐπίσκοπος ὅμως σηκώθηκε, πέρασε ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ ζῶα ποὺ δὲν κουνήθηκαν,  πλησίασε τοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς εἶπε:

  -Σᾶς περίμενα, ὁ μεγάλος φίλος μου ὁ Χριστός μου εἶχε πεῖ πὼς θὰ ‘ρθετε. Πᾶμε.

   Τ’ ἀγρίμια σηκώθηκαν ἕτοιμα νὰ ὁρμήσουν στοὺς στρατιῶτες, ὅταν εἶδαν νὰ τοῦ δένουν τὰ χέρια καὶ νὰ τὸν παίρνουν, ἀλλὰ ὁ παπποὺς ἐπίσκοπός τους εἶπε:

   -Ἥσυχα, ἥσυχα, καθῖστε καλά μου, δὲ θὰ σᾶς ἐγκαταλείψω, μόνο νὰ εἶστε ὅπως σᾶς ἔφτιασε ὁ Δημιουργός μας.

   Καὶ τὰ ζῶα ὑπάκουσαν.

   Στὸν δρόμο ποὺ πήγαιναν σκορποῦσε εὐλογία καὶ χαμόγελα, ἀλλὰ καὶ γιατρειά. Ἔλαμπε ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Σὰν περνοῦσε κοντὰ ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ εἶχε φανερὴ ἢ κρυφὴ ἀρρώστια, αὐτὸς γινόταν καλά. Πολλοὶ ἒλεγαν: «Πιστεύω στὸν Θεὸ αὐτοῦ τοῦ καλοῦ ἀνθρώπου», καὶ γίνονταν χριστιανοί. Μία μητερούλα πλησίασε τὸν ἐπίγειο αὐτὸν ἄγγελο. Τοῦ ἔδειξε κλαίγοντας τὸ παιδάκι της ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ κόκαλο ψαριοῦ. Στάθηκε στὸ λαιμό του καὶ τὸ ἔπνιξε. Ἐκεῖνος τὸ πῆρε στὴν ἀγκαλιά του, βύθισε τὸ χέρι στὸν λαιμό του, καὶ παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ τὸ ξαναφέρει  στὴ ζωή. Τὸ παιδάκι ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ τοῦ χαμογέλασε. Καὶ ὁ ἐπίσκοπος Βλάσιος δίνοντάς το στὴ μανούλα του εἶπε: «Θεέ μου σὲ παρακαλῶ, ἀπὸ δῶ καὶ πέρα σῶζε ὅποιον πνιγεῖ καὶ σὲ παρακαλέσει στὸ ὄνομά μου». Ἄκουσε μέσα του τὸν μεγάλο του Φίλο νὰ τοῦ λέει, «ναί, ἔτσι θὰ γίνεται ἀπὸ δῶ καὶ πέρα».  Γι’ αὐτὸ πολλὲς μανοῦλες ἢ γιαγιοῦλες φωνάζουν ὅταν πνίγεται τὸ μωράκι τους, «Ἅγιέ μου Βλάση πρόφτασε».

   Στὸ μεταξύ, ἔφθασαν στὴν πόλη καὶ οἱ στρατιῶτες τὸν πῆγαν κατευθείαν στὸν ἀρχηγό τους, τὸν Ἀγρικόλαο. Ἐκεῖνος τὸν ρώτησε ἂν πιστεύει στοὺς Θεοὺς τῆς πόλης, καὶ ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ ἀπάντησε ὅτι πιστεύει μόνο στὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Δημιουργό τοῦ κόσμου.

   -Ὅ,τι καὶ νὰ μοῦ κάνεις ἄρχοντά μου, δὲν θ’ ἀλλάξω. Δὲν θ’ ἀρνηθῶ τὸν ἀγαπημένο Φίλο μου, τὸν Χριστό, τὸν Βασιλιὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Μὲ περιμένει νὰ πάω στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ ζήσω αἰώνια μαζί Του.

    Ὁ Ἀγρικόλαος θύμωσε καὶ διέταξε νὰ φέρουν τὰ θηρία γιὰ νὰ τὸν φᾶνε. Μὰ εἶδαν ὅλοι κάτι πολὺ περίεργο, ἀπίστευτο! Τὰ πεινασμένα ἀγρίμια πῆγαν κοντὰ στὸν παππούλη ἐπίσκοπο σὰν νὰ τὸν γνώριζαν. Ἐκεῖνος προσευχόταν. Περίμεναν ἥσυχα γύρω του. Σήκωσε τὸ χέρι του. Τὰ εὐλόγησε. Ἔσκυψαν τὸ κεφάλι ἐκεῖνα κι ἔφυγαν σιγά, σιγά. 

   -Δὲν θὰ καταφέρεις νὰ μᾶς κοροϊδέψεις μὲ τὶς μαγεῖες σου, εἶπε ἀφρίζοντας ἀπὸ θυμὸ ὁ ἀνόητος Ἀγρικόλαος.

   Ἕνας στρατιώτης ἔσκυψε στὸ αὐτί του καὶ τοῦ εἶπε πὼς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἡμερεύει τὰ θηρία.

   -Ραβδῖστε τὸν καὶ ρίξτε τον στὴ φυλακή. Διέταξε.

   Ἑπτὰ γυναῖκες πετάχτηκαν μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο τότε καὶ φώναξαν:

   -Πιστεύουμε κι ἐμεῖς στὸν Χριστὸ καὶ στὸν φίλο Του τὸν ἐπίσκοπο Βλάσιο.

   Εἶχαν δεῖ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε καθὼς τὸν πήγαιναν πρὶν ἀπὸ λίγο οἱ φρουροί. Ἔνιωσαν τὴν ἀγάπη του καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε πάνω του. Τὸν ἀκολούθησαν λοιπὸν γεμᾶτες χαρὰ κι ἐνθουσιασμό. Οἱ φρουροὶ τὶς ἔπιασαν ἀμέσως καὶ ὁ Ἀγρικόλαος τὶς δίκασε καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὶς βασανίσουν. Τὶς ἔδεσαν σὲ πασσάλους καὶ τὶς ξέσκιζαν ἀλύπητα. Ἀλλά…τὸ σῶμα τους δὲν πάθαινε τίποτα. Ὁ ἄρχοντας ἦταν τυφλὸς στὸ νοῦ καὶ δὲν καταλάβαινε. Τοὺς ἔδειχνε ὡραία φορέματα καὶ τοὺς ἔλεγε νὰ προσκυνήσουν τοὺς θεοὺς καὶ θὰ τοὺς τὰ χαρίσει. Αὐτὲς προσεύχονταν. Εἶπε νὰ τὶς ρίξουν στὴ φωτιά. Τίποτα, μήτε τὰ φορέματά τους δὲν κάηκαν. Τέλος, ἐνῶ ἐκεῖνες δοξολογοῦσαν τὸν Θεὸ τοὺς ἔκοψαν τὸ κεφάλι καὶ ἐκεῖνες ἐλεύθερες πιὰ ἔπεσαν στὴν ἀγκαλιὰ τῶν ἀγγέλων ποὺ τὶς περίμεναν γιὰ νὰ τὶς πάνε κοντὰ στὸ Χριστό.

   Τὴν ἄλλη μέρα ὁδήγησαν τὸν ἅγιο Βλάσιο πάλι μπροστὰ στὸν Ἀγρικόλαο. Ὁ ἄρχοντας κοίταξε ἄγρια τὸ ἤρεμο καὶ γλυκὸ πρόσωπο τοῦ παππούλη ἐπισκόπου.

   -Τί ἀποφάσισες, θὰ λυπηθεῖς τὴ ζωή σου;

   -Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή, τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος.

   -Πᾶρτε τον καὶ πηγαίνετε νὰ τὸν πνίξετε στὴ λίμνη.

   Τὸν ὁδήγησαν ἐκεῖ, στὴ λίμνη ὅπου μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες θὰ μαρτυροῦσαν γενναῖα οἱ 40 μάρτυρες. Μόλις ἔφθασαν στὴ λίμνη, δὲν χρειάστηκε νὰ τὸν βάλουν σὲ βάρκα γιὰ νὰ τὸν πᾶνε στὰ βαθιά. Ὁ ἅγιος Βλάσιος ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ ἄρχισε νὰ περπατάει πάνω στὸ νερὸ ὅπως ἀκριβῶς ὁ Χριστὸς παλιά, χωρὶς νὰ βουλιάζει. «Μὰ τί ἄνθρωπος εἶναι αὐτός;» εἶπαν οἱ φρουροί. Σὰν ἔφθασε στὴ μέση της λίμνης, γύρισε καὶ φώναξε στοὺς στρατιῶτες  καὶ τοὺς ἄρχοντες ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει, γιὰ νὰ δοῦν τὸ θέαμα.

    -Ἐλᾶτε καὶ σεῖς μὲ τὴ δύναμη τῶν πολλῶν θεῶν σας. Μερικοὶ ξεκίνησαν ἀπὸ ἐγωϊσμό, μὰ βούλιαξαν ἀμέσως καὶ πνίγηκαν. Ἕνας ἄγγελος φωτεινὸς παρουσιάστηκε τότε στὴν ὄχθη τῆς λίμνης καὶ κάλεσε τὸν μάρτυρα νὰ γυρίσει πίσω γιὰ νὰ πάρει τὸ στεφάνι τῆς νίκης. Περπατώντας πάλι στὸ νερὸ χωρὶς νὰ βουλιάζει γύρισε στὴ στεριά. Εἶχαν φέρει ἐκεῖ καὶ τὰ δύο παιδιὰ μιᾶς ἀπὸ τὶς 7 γυναῖκες ποὺ εἶχαν μαρτυρήσει πιὸ πρίν. Ἔλαμπαν ἀπὸ φῶς καὶ χαρά, ποὺ θὰ πήγαιναν νὰ συναντήσουν τὸν Χριστὸ στὴν οὐράνια βασιλεία του. Ὁ ἐπίσκοπος Βλάσιος γονάτισε μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ καὶ προσευχήθηκε. Ζήτησε μία χάρη ἀπὸ τὸν Χριστὸ, ὅποιος ἄρρωστος ζητοῦσε τὴ βοήθειά του, νὰ τὸν κάνει Ἐκεῖνος καλὰ γιὰ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομά Του.. Κι ἀκόμα νὰ προστατεύει τὰ ζῶα ἀπὸ ἀρρώστιες καὶ ἀπὸ ἄσκεφτους κι ἄπονους ἀνθρώπους ποὺ τὰ σκοτώνουν χωρὶς λόγο. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς παρουσιάστηκε τότε σ’ ὅλη του τὴ δόξα. Οἱ εἰδωλολάτρες βέβαια καὶ οἱ στρατιῶτες δὲν ἔβλεπαν τὸ φῶς, τοὺς λαμπεροὺς καὶ μεγαλοπρεπεῖς ἀρχαγγέλους, τὰ χερουβὶμ καὶ τὰ σεραφὶμ ποὺ πετοῦσαν γύρω ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Χριστοῦ ὑμνώντας Τον ἁρμονικά. Οὔτε ἄκουσαν τὴ θεϊκὴ φωνή Του ποὺ εἶπε, «Ἄκουσα τὴν προσευχή σου Βλάσιε καὶ ὅ,τι ζήτησες ἔγινε.» Ἔπειτα τὸν στεφάνωσε καθὼς καὶ τὰ δύο παιδιά. «Ἐλᾶτε τώρα μαζί μου στὸν Παράδεισο», τοὺς εἶπε.

   Τρία παιδάκια ποὺ ἔπαιζαν κοντὰ στὴ λίμνη καὶ σταμάτησαν βέβαια τὸ παιχνίδι τους ὅταν στρατιῶτες καὶ ἄρχοντες ἔφθασαν ἐκεῖ, αὐτά, ποὺ εἶχαν καθαρὴ καὶ ἀθῶα ψυχή, εἶδαν τὰ πάντα. Τὸν Χριστὸ στὸ θρόνο Του, τοὺς ἀγγέλους, τὸ φῶς, καὶ ἄκουσαν τὸν ὕμνο τους. Τὰ διηγήθηκαν στοὺς μεγάλους. Ἄλλοι τὰ πίστεψαν καὶ ἄλλοι ὄχι. Ἐκεῖνα ὅμως δὲν ξέχασαν ποτὲ κι ἀργότερα βαφτίστηκαν χριστιανοί.

   Κάθε χρόνο στὶς 11 Φεβρουαρίου γιορτάζουμε τὸν ἅγιο Βλάσιο, τὸν γιατρὸ, τὸν ἐπίσκοπο ποὺ ἔμοιαζε τοῦ Ἰὼβ καὶ εἶναι γνωστὸς σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Γιατρεύει κάθε ἀρρώστια μὲ τὴ δύναμη τοῦ μεγάλου φίλου του, τοῦ Χριστοῦ, ἂν μὲ  πίστη τὸν παρακαλέσεις.

 

Ετικέτες - Σχετικά Θέματα