ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ & ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος

Ἡ σωστὴ προτεραιότητα

Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Γ’ Κυριακῆς Ματθαίου (στ’ 22 – 33) ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, στὴν ὁποία ἐξαγγέλονται οἱ βασικὲς ἀρχὲς τῆς διδασκαλίας Του. Πράγματι, μετὰ ἀπὸ τὴν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν, ὁ Κύριος ξεκινάει νὰ διδάσκῃ καὶ κηρύσσει «τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας» σὲ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦν.

Ἡ ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου (Ματθ. ε’ – ζ’) εἶναι ἕνα ὁλοκληρωμένο κείμενο διδασκαλίας τῆς ὀρθῆς πίστεως, ζωῆς καὶ πολιτείας. Ἐξ ἄλλου, ἡ βίωση τῶν ἀρχῶν τῆς πολιτείας ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστὸς στὴν γῆ ἀποτελεῖ τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν εἴσοδο στὴν οὐράνια βασιλεία. Ὁ Ἴδιος διευκρινίζει: «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.» (ὅ. π., ζ’ 21). Καὶ ἀκόμη πιὸ χαρακτηριστικά: «ὃς ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (ὅ. π., στ’ 19). Συνεπῶς, γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ δώρου δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς ἡ ὀρθὴ πίστη, ἀλλὰ χρειάζεται ἡ ἐπισφράγισή της μὲ τὴν συνεπῆ ζωὴ καὶ τὴν δίκαιη καὶ ἀγαπητικὴ πολιτεία μας.

Συγκεκριμένα, ὁ Κύριος στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία τονίζει ὅτι ὁ καινὸς νόμος Του δὲν ἦλθε νὰ καταργήσῃ ἀλλὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸν παλαιὸ νόμο. Γι’ αὐτό, ἀναφερόμενος στὶς παλαιὲς ἐντολές, τὶς ἀνανοηματοδοτεῖ, στεκόμενος ὄχι στὸ γράμμα ἀλλὰ ἐμβαθύνοντας στὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἀναφέρεται, παράλληλα, στὸ νόημα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ ἐλεημοσύνης, στὸν ὀρθὸ τρόπο νηστείας καὶ προσευχῆς καὶ στόν «χρυσὸ κανόνα», ποὺ χρειάζεται νὰ διέπῃ τὶς σχέσεις μας μὲ τὸν συνάνθρωπο.

Στὸ εὐαγγελικὸ ἀπόσπασμα τῆς ἡμέρας (ὅ. π., στ’ 22 – 33), ὁ Κύριος συνδέει τὴν λειτουργία τοῦ φωτὸς μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ λόγου Του. Λέει χαρακτηριστικά: «ἐὰν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;» (ὅ. π., 23). Αὐτὸ τὸ ἐσωτερικὸ φῶς -ἢ σκοτάδι- ἀντανακλᾶται στὸν ἔξω ἄνθρωπο, στὸ παρουσιαστικὸ καὶ μάλιστα στὰ μάτια του. Τὰ μάτια εἶναι ὁ καθρέπτης τῆς ψυχῆς καὶ ἐὰν θέλουμε νὰ καταλάβουμε πῶς σκέπτεται ἢ πῶς αἰσθάνεται κάποιος, τὸν κοιτᾶμε κατάματα, διότι «ἀπὸ τὰ μάτια φαίνεται ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου», ἀλλοιῶς «ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἐστὶ ὁ ὀφθαλμός.» Ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς εἶναι καθαρός («ἁπλοῦς»), τότε ὅλο τὸ σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Τοὐναντίον· ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς εἶναι σκοτεινός («πονηρός»), τότε ὅλο τὸ σῶμα θὰ εἶναι σκοτεινό (ὅ. π.).

Σκεφθῆτε τὸ φῶς ποὺ ἀντανακλᾶ ἡ ὄψη ἁγιασμένων μορφῶν, ὥστε νὰ ἕλκουν ἄλλους ἀνθρώπους νὰ τοὺς πλησιάζουν, γιὰ νὰ γίνωνται καὶ αὐτοὶ φῶς! Ὁ στόχος, ἑπομένως, τοῦ χριστιανοῦ, εἶναι ἀκριβῶς αὐτός, νὰ ἀποκτήσῃ καθαρὴ ψυχὴ καὶ νὰ λάμπῃ διὰ τῶν φωτεινῶν του ἔργων: «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ἡμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» (ὅ. π., ε’ 16)

Ἡ συνέχεια τοῦ ἀναγνώσματος σχετίζεται μὲ τὴν προηγούμενη ἀναφορὰ στὴν καθαρότητα καὶ φωτεινότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ὁ Κύριος γίνεται κατηγορηματικός: «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν.» Καὶ πιὸ συγκεκριμένα: «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.» (ὅ. π., 24). Ὁ ἀληθινὰ φωτεινὸς ἄνθρωπος ἀντλεῖ τὴν φωτεινότητά του ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ φωτὸς καὶ πράττει τὰ ἔργα τοῦ φωτός. Τὰ ἔργα τοῦ φωτὸς δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰ ἔργα τοῦ σκότους, ποὺ πράττει ὁ σκοτεινὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐπικοινωνία μὲ τὸ φῶς.

Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος τονίζει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπηρετῇ κάποιος συγχρόνως δύο θεούς, τὸν φωτεινὸ Θεὸ τοῦ δικαίου καὶ τὸν σκοτεινὸ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας. Ἀναφέρεται, μάλιστα, στὸν μαμωνᾶ, τὸν θεὸ τοῦ κέρδους, διότι, κατὰ τὸν λόγο Του, «ὅπου ἐστὶν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.» (ὅ. π., 21).  Ἐξαρτᾶται ποῦ ἔχει ἐναποθέσει ὁ ἐπίγειος ἄνθρωπος τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του: στοὺς ἐπιγείους ἢ στοὺς οὐρανίους θησαυρούς. Οἱ πρῶτοι, οἱ ἐπίγειοι, ἀπειλοῦνται εἴτε ἀπὸ τὴν κλοπὴ εἴτε ἀπὸ τὴν σαπίλα, ἐὰν παραμένουν ἀδιάθετοι. Οἱ δεύτεροι εἶναι ἀπολύτως ἀσφαλισμένοι καὶ μαζὶ ἐξασφαλίζουν καὶ τὸν κάτοχό τους, γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τοῦ διασφαλίζουν τὴν οὐράνια βασιλεία!

Μὲ αὐτὸ συνδέεται καὶ τὸ τρίτο θέμα τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Δὲν χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος νὰ μεριμνᾷ γιὰ τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, πρωτίστως, ἀλλὰ γιὰ τὴν ψυχή του. Ἀξίζει νὰ σημειωθῇ ὅτι ὁ Κύριος δὲν λέει «μὴν ἐνδιαφέρεστε», ἀλλά «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν», δηλαδὴ μὴν σᾶς ἀπορροφοῦν οἱ καθημερινὲς φροντίδες, μὴν δίνετε τὴν ψυχή σας σὲ αὐτές, «τί φάγητε, τί πίητε, τί ἐνδύσησθε.» (ὅ. π., 25).

Γιὰ νὰ κάνη, μάλιστα, ἀντιληπτὴ τὴν ἀξία τῆς προτεραιότητας στὴν τακτοποίηση τῆς ψυχῆς ἔναντι τοῦ σώματος, φέρνει τὸ παράδειγμα ἀπὸ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὰ ὁποῖα «οὐ σπείρουσιν, οὐδὲ θερίζουσιν, οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας.» Ἐὰν γιὰ αὐτὰ φροντίζῃ «ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος», δὲν θὰ φροντίση γιὰ σᾶς, ποὺ ἔχετε μεγαλύτερη ἀξία («μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν»); Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ντύνει ἀκόμη καὶ τὸ ταπεινὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ δὲν θὰ ἐπιμεληθῇ ἐσᾶς, τὸ πολύτιμο δημιούργημά Του, «ὀλιγόπιστοι;» (ὅ. π., 26-30).

Στὸ σημεῖο αὐτό, ὁ Κύριος ἐπισημαίνει τὴν αἰτία τῆς μέριμνάς μας, τῆς περισσῆς ἀγωνίας μας γιὰ τὰ ἀνθρώπινα. Εἶναι ἡ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ Πατέρα Του. Ἐκεῖνος γνωρίζει ὅτι «χρήζετε τούτων ἁπάντων», μᾶς διαβεβαιώνει, καὶ τὰ παρέχει ὅλα ἀναλόγως ἀνάγκης ἀλλὰ καὶ συμφέροντος γιὰ τὴν ψυχή σας. «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἡ πρωταρχική σας μέριμνα, τότε «ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (ὅ. π., 33). Θὰ λάβετε, ὡς πρόσθετο δῶρο, καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας Του, τὰ ὁποῖα, ἄλλωστε, γιὰ ἐσᾶς δημιούργησε ὁ ἀγαθὸς Θεός.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἔχουμε τέτοιον ἄρχοντα Θεὸ ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης, τότε, ἀλήθεια, γιατί μεριμνοῦμε; Γιατί σκοτιζόμαστε καὶ ἀγχωνόμαστε; Γιατί θλιβόμαστε καὶ καταθλιβόμαστε; Μήπως γιατὶ ἔχουμε περισσότερη ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό μας καὶ στὶς δυνάμεις μας ἀπ’ ὅ τι στὸν Θεό; Μήπως γιατί, στὴν πραγματικότητα, ἐπιθυμοῦμε περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ χρειαζόμαστε; Ἀκόμη χειρότερα· Μήπως γιατὶ ἀποκτοῦμε αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμοῦμε γρηγορότερα, μὲ τὴν ἀπάτη καὶ τὴν ἀδικία, ἀπ’ ὅ τι θὰ τὰ ἀποκτούσαμε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ καλοῦ Θεοῦ;

Ὅπως καὶ νά ‘χη, ἡ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ἄλλες ἀγάπες, στὴν φιλοχρηματία, στὴν φιληδονία, στὴν φιλοδοξία, γιὰ τὶς ὁποῖες εἰσπράττουμε διαρκῆ μέριμνα καὶ ἀγωνία. Στὸ τέλος, ἀπογοητευόμαστε καὶ ἀρρωσταίνουμε ἀπὸ τὴν ἀνικανότητα νὰ ἱκανοποιήσουμε τὴν ματαιοδοξία μας. Συμβαίνει, μάλιστα, νὰ γινώμαστε καὶ ὑποκριτές, μὲ τὸ στόμα μας νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Θεό, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα μας νὰ ὑπηρετοῦμε τοὺς μαμωνάδες τοῦ κόσμου τούτου, στοὺς ὁποίους ἔχουμε δώσει τὴν ψυχή μας.

Καταληκτικά, στὸ παραπάνω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους διδασκαλία Του, ὁ Κύριος μᾶς συμβουλεύει νὰ θέτουμε τὶς σωστὲς προτεραιότητες καὶ νὰ ἐνεργοῦμε μὲ γνώμονα ὄχι τὴν ἀτομική μας ἱκανοποίηση ἀλλὰ τὴν προσωπική μας ὠφέλεια. Ὅπως τὸ ὄφελος τοῦ ἡλιάνθου εἶναι νὰ προσβλέπῃ πρὸς τὸν ἥλιο, γιὰ νὰ ἀντλῇ τὸ ὑλικὸ φῶς καὶ νὰ αὐξάνεται, ἔτσι καὶ τὸ ὄφελος τοῦ προσώπου εἶναι νὰ προσβλέπῃ πρὸς τὰ ἄνω καὶ νὰ ἀντλῇ φῶς ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ πνευματικοῦ φωτός, ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ θερμαίνεται καὶ τοὺς ἄλλους νὰ θερμαίνῃ.

Ἂς ἐπιζητοῦμε ἀπὸ Ἐκεῖνον, ποὺ εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον», νὰ μᾶς φωτίζῃ νὰ ἐνεργοῦμε πάντοτε γιὰ τὴν ζήτησή Του, πρὸς δόξα Θεοῦ Πατρὸς καὶ γιὰ τὴν δική μας ὠφέλεια, «νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τὸν ἅπαντα αἰῶνα.» Ἀμήν! Γένοιτο!

Τῆς Ἐκκλησίας τὰ νεόφωτα ἄστρα

«Τοὺς νεοφανεῖς ἀστέρας», «τοὺς ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις περιφανῶς ἀθλήσαντας» τιμᾶ κατ’ ἔθος ἡ Ἐκκλησία μας τὴν Γ’ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου (B’ μετὰ τῶν Ἁγίων Πάντων). Σύμφωνα μὲ τὸ Συναξάριο τῆς ἑορτῆς, τὴν Ἀκολουθία τῆς ὁποίας ἔχει συνθέσει ὁ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, αὐτὴν τὴν ἡμέρα «μνείαν ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν Ἁγίων Νεοφανῶν τοῦ Χριστοῦ Μαρτύρων τῶν μετὰ τὴν Ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρησάντων».

Ἡ πρόνοια τοῦ ἀγαθοῦ καὶ φιλεύσπλαγχνου Θεοῦ ἐνήργησε, ὥστε κατὰ τὴν πολύχρονη αἰχμαλωσία τὸ γένος μας νὰ μὴν μείνῃ ἀπαραμύθητο, ἀλλὰ «δι’ αὐτῆς καὶ ἐξ αὐτῆς (τῆς αἰχμαλωσίας) εὐκλεής (ἔνδοξος) καὶ ἄξιος καρπὸς ἀνεβλάστησεν, οἱ νεοφανεῖς μάρτυρες» (ἀπὸ τὸν Οἶκο τῆς ἑορτῆς).

Διπλῆ, ἑπομένως, ἡ προσφορὰ τῶν Νεομαρτύρων: πνευματικὴ καὶ ἐθνική.
Αὐτοὶ ὑπῆρξαν «κραταίωμα» τῆς ὀρθοδόξου πίστεως σὲ καιροὺς χαλεπούς, ὅταν αὐτὴ πολεμεῖτο λυσσαλέως τόσο ἀπὸ τοὺς ἀλλοθρήσκους Ὀθωμανοὺς ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς ἀλλοδόξους -οἱ δεύτεροι, μάλιστα, ἦταν περισσότερο δυσδιάκριτοι καὶ ὕπουλοι ἐχθροί. Γι’ αὐτό, Νεομάρτυρες δὲν θεωροῦνται μόνον οἱ ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν μαρτυρήσαντες ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν 12ο αἰῶνα καὶ ἑξῆς ὑπὸ τῶν Λατινοφράγκων τελειωθέντες, καὶ μάλιστα μετὰ ἀπὸ τὴν Α’ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὴν Δ’ Σταυροφορία (1204). Πλέον, ὑπὸ τὸν ὅρο αὐτὸν δηλώνονται ὅλοι οἱ νεώτεροι ἀθλητὲς τῆς πίστεως ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία ἕως καὶ τὶς μέρες μας, ποὺ τὸ δένδρο τῆς πίστεως δὲν παύει νὰ ἀνακαινίζεται διαρκῶς ἀπὸ τὰ πορφυρά των αἵματα.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ προασπιστὲς τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος οἱ Νεομάρτυρες, κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ἀνεδείχθησαν καὶ «προστάται τοῦ ἡμετέρου γένους», διότι ὅποιος ἔχανε τὴν πίστη του ἦταν χαμένος καὶ γιὰ τὸ γένος, ἐξ οὗ καὶ ἡ ἔκφραση «τούρκεψε», γιὰ ὅποιον ἀλλαξοπιστοῦσε. Κοντολογίς, ἡ ἐθνικὴ προσφορὰ τῶν «νεοσυλλέκτων» αὐτῶν μαρτύρων ὑπῆρξε τεράστια. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ νέοι αὐτοὶ ἀθλητὲς προστέθηκαν στὴν χορεία τῶν παλαιῶν ἀθλητῶν τῆς πίστεως, μὲ τοὺς ὁποίους ἕνωσαν τὴν μαρτυρία των στὸν οὐρανό, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τὸ μαρτύριό των ἐνίσχυσαν τοὺς τυραγνισμένους ῥαγιάδες καὶ μάλιστα ἐνεδυνάμωσαν ἀδυνάμους, ἀλλαξοπιστήσαντες ἢ μή, ἀδελφοὺς στὸν ἀγῶνα καὶ στὴν μαρτυρία των ἐναντίον τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος.

Γι’ αὐτό, παρὰ τὰ πολυώδυνα μαρτύριά των, παρέμεναν σταθεροὶ στὴν πίστη των καὶ ὡμολογοῦσαν μὲ θάρρος: «Δὲν τουρκεύω», «δὲν προδίδω τὸν Χριστό», ἀλλὰ καὶ «πολεμῶ (-οῦμε) γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος». Κοινῶς, θυσίαζαν πρόθυμα τοὺς ἑαυτούς των «γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία», γιὰ τὰ ὁποῖα μάχονταν καὶ οἱ μετέπειτα ἀγωνιστὲς τοῦ ’21.

Κατὰ τ’ ἄλλα, «τὰ νεόφωτα ἄστρα», «οἱ νέοι ὁπλῖται τοῦ Χριστοῦ» σὲ τίποτε δὲν διέφεραν ἀπ’ τοὺς πρὸ αὐτῶν στερροὺς ἀθλητές. Ἐβάστασαν τὸ δοκίμιο τῆς πίστεως μὲ ὑπομονὴ καὶ ἄντεξαν παρόμοια καὶ ἀγριώτερα ἀκόμη μαρτύρια: αἰκισμούς (=σωματικὲς κακώσεις), τυμπανισμούς, ἀπαγχονισμούς, ἀκόμη καὶ ἀποτρόπαιους σουβλισμοὺς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀντὶ νὰ δειλιάζουν καὶ νὰ ἀποτρέπωνται ἀπὸ τὰ δεινὰ βασανιστήρια, αὐτοὶ περισσότερο ἐνδυναμώνονταν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς πνευματικούς των ἀλεῖπτες ἀλλὰ καὶ φιλοτιμοῦνταν καὶ συναγωνίζονταν στὸ μαρτύριο ἄλλους τολμηροὺς ἀδελφούς.

Πάνω ἀπ’ ὅλα, ὅμως, παλαιοὶ καὶ νέοι ἀγωνιστές, «τὸ περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων», «ἀφοροῦσαν» (προσέβλεπαν) στὸν «ἀρχηγὸ καὶ τελειωτὴ τῆς πίστεως» (Ἑβρ., ιβ’ 1-2), τὸν πρωταθλητὴ Χριστό, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ ἐμπνευστής των καὶ τὸ ἰσχυρὸ κραταίωμά των. Αὐτὸν ἐπικαλοῦνταν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου των καὶ Αὐτὸς τοὺς ἐνεψύχωνε νὰ ἀντέξουν καὶ νὰ μὴν λυγίσουν. Ἡ μορφὴ τοῦ θεμελιωτοῦ τῆς πίστεως Χριστοῦ καὶ τὸ παράδειγμα πάντων τῶν μιμητῶν Του, Ἀποστόλων, κηρύκων, ὁμολογητῶν καὶ πάσης φύσεως μαρτύρων, τοὺς ἔδινε θάρρος καὶ κουράγιο στὴν ἄθλησή των. Κυρίως ὅμως τοὺς ἐνεδυνάμωνε ἡ ἐλπίδα τῆς ἀποκτήσεως τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καὶ τοῦ στεφάνου τῆς αἰωνίας δόξης Του, «ὅν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Καθολικὴ Ἐπιστολὴ Ἰακώβου, α’ 12).

Ἐὰν θέλωμε, λοιπόν, καὶ μεῖς νὰ διατηρήσωμε ζωντανὴ τὴν πίστη μας, ποὺ δοκιμάζεται καὶ πάλι, στοὺς χαλεποὺς αὐτοὺς καιρούς, ἀπὸ φανεροὺς καὶ κρυφοὺς ἐχθρούς, καὶ νὰ μὴν ἀποκάμωμε «ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν ἐκλυόμενοι (ἀποθαρρυνόμενοι)» (Ἑβρ., ιβ’ 3), δὲν ἔχομε παρὰ νὰ βαδίζωμε στὰ ἴχνη τῶν μαρτύρων, παλαιῶν καὶ νέων, καὶ ἀντλῶντας συνεχῶς δύναμη καὶ θάρρος ἀπὸ τὸν δικό των ἀγῶνα νὰ δίνωμε καὶ μεῖς τὴν δική μας μαρτυρία καὶ τὸν δικό μας ἀγῶνα, μὲ τὴν βεβαία ἐλπίδα ὅτι, στὸ τέλος, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ τῶν δικῶν των τιμῶν.

Τὸ παράδειγμα, μάλιστα, τῶν Νεομαρτύρων, ποὺ ἦταν παιδιὰ καὶ νέοι, μπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ τὸν καλύτερο ὁδοδείκτη καὶ γιὰ τὰ σημερινὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους μας, νὰ ἀγωνίζωνται μὲ ὅραμα, μὲ στέρεα ἰδανικὰ καὶ ἀξίες, ὅπως αὐτὲς ποὺ τοὺς διδάσκουν οἱ καταξιωμένοι, παλαιοὶ καὶ νέοι, ἀθλητὲς τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Αὐτοὶ μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν γνήσια καὶ ἀσφαλῆ πρότυπα, ποὺ δὲν θὰ τοὺς ἀπογοητεύσουν ποτέ, διότι εἶναι διαχρονικοὶ καὶ αἰώνιοι, ὅπως αἰώνιος εἶναι καὶ ὁ Χριστός, στὸν Ὁποῖον ἐκεῖνοι ἀφ-οροῦν (προσβλέπουν). Μὲ τὶς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων Του καὶ μάλιστα τῶν ἐνδόξων Νεομαρτύρων Του, γένοιτο!

Πηγὴ γιὰ ὅσα χωρία δὲν παρατίθεται εἶναι ἡ Ἀσματικὴ Ἀκολουθία πάντων τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων τῶν μετὰ τὴν Ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρησάντων μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος καὶ Χαιρετισμῶν, Α’ ἔκδ. Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Νικοδήμου (Ἁγιορείτου) ἐν Ἑλληνικῷ Γορτυνίας, 1983.

Ἐπίσης, ἀναφέρονται ἐνδεικτικά:

– Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, ἤτοι μαρτύρια τῶν νεοφανῶν μαρτύρων, ἐπιμ. Παντελῆ Πάσχου, Ἀστήρ, ἔκδ. Δ’, Ἀθήνα 1993.

-Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Οἱ Νεομάρτυρες, εἰσαγωγή, σημειώσεις, ἐπιμέλεια Ἰωάννου Χρ. Κωνσταντινίδου, Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1970.