Πώς οι Ευρωπαίοι έσωσαν πέντε φορές την Οθωμανική Αυτοκρατορία από διάλυση από το 1829 ως το 1922

Μιχάλης Στούκας

Οι παρεμβάσεις ευρωπαϊκών δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Πρωσίας και Ρωσίας) που έσωσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία λίγο πριν την πλήρη κατάρρευσή της (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1829, Τουρκοαιγυπτιακοί Πόλεμοι 1833 και 1839, Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1878 και Μικρασιατική Εκστρατεία 1921-1922)

Η άποψη ότι το νεότερο ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε χάρη στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες το στήριξαν και τα επόμενα χρόνια είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη. Δεχόμαστε ότι η άποψη αυτή έχει και μια δόση αλήθειας. Εκείνο στο οποίο δεν γίνεται σχεδόν ποτέ αναφορά, είναι ότι αυτή που έχει σωθεί επανειλημμένα χάρη στην παρέμβαση των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, διαφορετικών κάθε φορά, είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ουσιαστικά δηλαδή η Τουρκία. Τουλάχιστον πέντε φορές σε διάστημα μικρότερο των εκατό ετών (1828-1922), λίγο πριν η Οθωμανική Αυτοκρατορία πέσει στα χέρια αντιπάλων (Ρώσων, Αιγυπτίων) ή χάσει μεγάλο τμήμα των εδαφών της (Μικρασιατική Εκστρατεία), η παρέμβαση κάποιων χωρών την έσωζε.

Μικρασιατική Εκστρατεία

Επανειλημμένα ο Ταγίπ Ερντογάν, για τον οποίο το κρεσέντο ιστορικών ψευδών είναι κανόνας, έχει κατηγορήσει την Ελλάδα ότι καταφεύγει στους Συμμάχους για να αποφύγει ήττες ή εδαφικές απώλειες από την Τουρκία. Βέβαια δίνουμε κι εμείς δικαιώματα (βλ. «Ευχαριστώ τους Αμερικανούς», Κ. Σημίτης, 01/02/1996 στη Βουλή) κάποιες φορές… Ο υπερφίαλος κύριος Ερντογάν όμως, παραλείπει να μιλήσει για την αποφασιστικής σημασίας βοήθεια που πρόσφεραν στους προγόνους του οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, σώζοντάς τους από οδυνηρές καταστάσεις, που θα έφταναν ακόμα και στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από το 1828 ως το 1922 πέντε φορές σώθηκαν οι Οθωμανοί χάρη στις δραστικές παρεμβάσεις ξένων δυνάμεων. Ας δούμε αναλυτικότερα τα σχετικά γεγονότα.

Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1828-1829)

Στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829 έχουμε αφιερώσει εκτενές άρθρο στις 16/2/2020. Θα αναφερθούμε περιληπτικά στα γεγονότα του πολέμου αυτού, που έληξε με την Συνθήκη της Αδριανούπολης, με την οποία, εκτός των άλλων, ο σουλτάνος δέχτηκε για πρώτη φορά την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Η Ρωσία και η Τουρκία, που τον τελευταίο καιρό έχουν έρθει πολύ κοντά, συγκρούστηκαν επανειλημμένα στο παρελθόν. Δέκα ρωσοτουρκικοί πόλεμοι έγιναν από το 1676 ως το 1878! Ο σημαντικότερος για τη χώρα μας ήταν αυτός που έγινε το 1828-1829, λίγο μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, η οποία αποτέλεσε και την αφορμή του, λόγω της συμμετοχής και των Ρώσων σε αυτή. Η Ελληνική Επανάσταση δεν είχε λήξει, ενώ υπήρχε έως τότε απροθυμία από την πλευρά του σουλτάνου να αναγνωρίσει ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

Μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ έκλεισε τα Δαρδανέλια για τα ρωσικά πλοία και ανακάλεσε την Συνθήκη του Άκερμαν (1826). Λάδι στη φωτιά έριξε η προκήρυξη που κυκλοφόρησαν οι Οθωμανοί, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία χαρακτηριζόταν «προαιώνιος εχθρός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Ισλάμ». Οι συγκρούσεις Ρώσων και Τούρκων ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1828. Επικεφαλής των 100.000 Ρώσων στρατιωτών ήταν ο ίδιος ο τσάρος Νικόλαος, ενώ αρχηγός των Οθωμανών ήταν ο Χουσεΐν πασάς. Αρχιστράτηγος των Ρώσων ήταν ο Peter Wittgenstein, ο οποίος κινήθηκε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Τον Ιούνιο του 1828 ο κύριος όγκος των ρωσικών στρατευμάτων πέρασε τον Δούναβη και έφτασε στη Δοβρουτσά. Στόχος των Ρώσων ήταν η κατάληψη τριών βασικών οχυρών των Οθωμανών: της Σούμλα (Σούμεν), της Σηλυμβρίας και της Βάρνας (και τα τρία αυτά οχυρά σήμερα ανήκουν στη Βουλγαρία). Οι Ρώσοι κατέλαβαν τη Βάρνα στις 29 Σεπτεμβρίου 1828, όμως αδυνατούσαν να εκπορθήσουν τη Σούμλα και τη Σηλυμβρία. Μετά από ανάπαυλα λίγων μηνών λόγω του χειμώνα, οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν. Ο «λίγος» Wittgenstein αντικαταστάθηκε από τον Πρώσο στρατιωτικό Χανς Καρλ φον Ντίμπιτς (Hans Karl Friedrich von Diebitsch, 1785-1831), ο οποίος είχε διακριθεί στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Στις 7 Μαΐου 1829 ξεκίνησε η δεύτερη φάση του πολέμου.

Hans Karl von Diebitsch, πίνακας του I.Winberg

Στις 30 Μαΐου, 40.000 Οθωμανοί ηττήθηκαν από τους Ρώσους στη μάχη του Kulevicha (στη σημερινή Ουκρανία). Αλλά και στο μέτωπο του Καυκάσου, οι Ρώσοι με επικεφαλής τον Ivan Paskevich νίκησαν τους Οθωμανούς στη μάχη του Akhalzik και κατέλαβαν το Καρς και το Ερζερούμ στα τέλη Ιουνίου 1829. Οι Ρώσοι κατευθύνθηκαν προς την Τραπεζούντα, ενώ κατέλαβαν προσωρινά και την Αδριανούπολη. Θορυβημένοι από τις ρωσικές επιτυχίες Άγγλοι, Γάλλοι και Αυστριακοί ετοιμάζονταν να αναλάβουν δράση στην περιοχή. Κάπου εκεί, οι Ρώσοι αποφάσισαν να μην προχωρήσουν νότια της Αδριανούπολης, ενώ και ο σουλτάνος φάνηκε ότι δέχτηκε τους όρους των Ρώσων. Πάντως, οι Ρώσοι είχαν φτάσει σε απόσταση μόλις 60 χιλιομέτρων από την Κωνσταντινούπολη και στο πέρασμά τους κατέστρεφαν και λεηλατούσαν τα πάντα. Ο σουλτάνος εσπευσμένα δέχτηκε να υπογραφεί η Συνθήκη της Αδριανούπολης (2/14 Σεπτεμβρίου 1829) στο στρατηγείο του von Diebitch. Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, έχει το άρθρο 10 της Συνθήκης, με το οποίο ο σουλτάνος δεχόταν τις αποφάσεις του Λονδίνου (1827), με τις οποίες οι Μεγάλες Δυνάμεις, με πρωτοβουλία του Τζορτζ Κάνινγκ πρότειναν την παραχώρηση ανεξαρτησίας στην Ελλάδα. Μέχρι τότε, ο Μαχμούτ Β’ δεν δεχόταν κάτι τέτοιο. Ο Φρίντριχ Ένγκελς πάντως, δεν δέχεται ότι η Ελλάδα απελευθερώθηκε από την εξέγερση του Αλή πασά, τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και τις νίκες του Μεζόν στον Μοριά, αλλά από τον von Diebitch. Σαφώς ήταν σημαντική η νίκη των Ρώσων επί των Οθωμανών το 1829, αλλά ο Ένγκελς παρέλειψε να αναφερθεί στις σημαντικές ελληνικές επιτυχίες στον Αγώνα της ανεξαρτησίας, στους αγωνιστές του 1821 και στα συγκλονιστικά γεγονότα της Επανάστασης. Δεν ήταν αδρανείς οι Έλληνες και ξαφνικά ήρθε ο von Diebitch από το πουθενά το 1829 και εξαΰλωσε τους Τούρκους. Το βέβαιο είναι πάντως, ότι αν Αγγλία, Γαλλία και Αυστρία, που είχαν προχωρήσει σε προκαταρκτικές στρατιωτικές ενέργειες, για να εμποδίσουν την προέλαση των Ρώσων, δεν παρενέβαιναν, ο von Diebitch θα είχε καταλάβει και την Κωνσταντινούπολη, κάτι που θα σήμαινε ίσως και το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…

Η μάχη του Akhaltsikhe

Α’ Αιγυπτιοτουρκικός Πόλεμος (1831-1833)
Κι αν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1828-1829 είναι σχετικά γνωστός, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους δύο τουρκοαιγυπτιακούς πολέμους που έγιναν τη δεκαετία του 1830. Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ είχε υποσχεθεί στον Μοχάμετ Άλι της Αιγύπτου τη Συρία, ως αντάλλαγμα για τη βοήθεια που του πρόσφερε αυτός στην Ελληνική Επανάσταση. Όμως, μετά την ήττα και των Αιγυπτίων στον Μοριά, ο Μαχμούτ έδειχνε απρόθυμος να υλοποιήσει την υπόσχεσή του.

Ο κυβερνήτης της Άκρας (σήμερα η πόλη, γνωστή και ως Άκο, ανήκει στο Ισραήλ) που λέγεται ότι φιλοξενούσε Αιγύπτιους φυγάδες, αρνήθηκε να παράσχει βοήθεια στον Μοχάμετ Άλι. Με το πρόσχημα αυτό στάλθηκε εναντίον του ο γνωστός μας Ιμπραήμ πασάς με χερσαίες και θαλάσσιες δυνάμεις. Η πολιορκία της Άκρας διήρκεσε έξι και πλέον μήνες (Οκτώβριος 1831-Μάιος 1832), η πόλη όμως έπεσε στα χέρια του Ιμπραήμ, ο οποίος συνέχισε καταλαμβάνοντας το Χαλέπι, τη Χομς, τη Βηρυτό, τη Σιδώνα, την Τρίπολη (του σημερινού Λιβάνου) και τη Δαμασκό! Μάταια οι Οθωμανοί προσπάθησαν να αναχαιτίσουν τον Ιμπραήμ. Ιδιαίτερα, η νίκη του στη Χομς θεωρείται καθοριστική. Στα τέλη του 1832 ο στρατός του Ιμπραήμ συνέχισε την πορεία του στην Ανατολία και στις 21 Νοεμβρίου 1832 κατέλαβε το Ικόνιο, το οποίο βρίσκεται περίπου 460 χλμ. μακριά από την, τότε πρωτεύουσα των Οθωμανών, Κωνσταντινούπολη. Τρομοκρατημένος ο σουλτάνος οργάνωσε έναν στρατό από 80.000 άντρες με επικεφαλής τον Μεγάλο Βεζίρη, Ρεσίντ Μεχμέτ Πασά, τον γνωστό μας από την Ελληνική Επανάσταση Κιουταχή, ίσως τον καλύτερο στρατιωτικό που διέθετε. Ο Ιμπραήμ απ’ την άλλη πλευρά διοικούσε μεν 50.000 άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους όμως βρίσκονταν διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία από το Κάιρο ως το Ικόνιο. Εκεί, στο Ικόνιο, είχε μόνο 15.000 στρατιώτες. Οι δύο παλιοί σύμμαχοι(βλ. Μεσολόγγι και αλλού) Ιμπραήμ και Κιουταχής συγκρούστηκαν στις 21 Δεκεμβρίου 1832. Ο αιγυπτιακός στρατός, άριστα οργανωμένος από Ευρωπαίους αξιωματικούς συνέτριψε τους Οθωμανούς. Ο Κιουταχής πιάστηκε αιχμάλωτος. 3.000 Τούρκοι έχασαν τη ζωή τους, ενώ ο Ιμπραήμ είχε σαφώς μικρότερες απώλειες. Η Αίγυπτος είχε πλέον κατακτήσει ολόκληρη σχεδόν την Τουρκία, εκτός από την Κωνσταντινούπολη. Ο βαρύς χειμώνας εμπόδιζε τον Ιμπραήμ να κινηθεί εναντίον της Πόλης και τον υποχρέωσε να καθηλωθεί, κατασκηνώνοντας στο Ικόνιο. Έτσι, η Πύλη βρήκε την ευκαιρία να συνάψει συμμαχία με τη Ρωσία, από την οποία είχε ηττηθεί τρία χρόνια νωρίτερα (!). Ρωσικές δυνάμεις έφτασαν στην Ανατολία, εμποδίζοντας περαιτέρω προέλαση των Αιγυπτίων.

Η μάχη του Ικονίου όπου ο Ιμπραήμ συνέτριψε τον Κιουταχή

Η επιρροή που άρχισε να ασκεί η Ρωσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία θορύβησε τους Άγγλους και τους Γάλλους, οι οποίοι πίεσαν τον Μοχάμετ Άλι και τον Ιμπραήμ να υπογράψουν τη Σύμβαση της Κιουτάχειας (Μάιος 1833). Με αυτή, ο Μοχάμετ Άλι έγινε κύριος της Συρίας και γενικός κυβερνήτης της περιοχής. Όμως παρέμεινε υποτελής του σουλτάνου. Έξι χρόνια αργότερα, ο Μοχάμετ Άλι κινήθηκε για να κηρύξει de jure ανεξαρτησία. Ο σουλτάνος τον κήρυξε προδότη και έστειλε στρατό να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ πασά, ξεκινώντας έτσι τον Δεύτερο Αιγυπτιοτουρκικό Πόλεμο.

Ιμπραήμ και Κιουταχής

Β’ Αιγυπτιοτουρκικός Πόλεμος (1839-1841)
Όμως η σύγκρουση Αιγύπτιων – Οθωμανών το 1839-1841, γνωστή ως Β’ Αιγυπτιοοθωμανικός Πόλεμος, είχε διαφορετική εξέλιξη από την πρώτη, καθώς η παρέμβαση των Ευρωπαίων ήταν αμεσότερη και καταλυτική. Τον Ιούνιο του 1839 ο οθωμανικός στρατός με επικεφαλής τον Γερμανό Στρατηγό Helmuth Karl Bernhard Graf von Moltke εισέβαλε στη Συρία και προσπάθησε να ανακαταλάβει τα εδάφη που είχε κερδίσει πριν λίγα χρόνια ο Μοχάμετ Άλι. Και πάλι όμως ανέλαβε δράση ο Ιμπραήμ πασάς, ο οποίος στη μάχη του Νεζίμπ (24 Ιουνίου 1839) συνέτριψε ξανά τις οθωμανικές δυνάμεις επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία της Αιγύπτου στη Συρία. Και πάλι η Κωνσταντινούπολη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία κινδύνευαν να καταληφθούν από τον Ιμπραήμ. Μάλιστα, ο οθωμανικός στόλος αυτομόλησε και προσχώρησε στις δυνάμεις του Μοχάμετ Άλι. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ πέθανε την 1η Ιουλίου 1839. Διάδοχό του άφησε τον 16χρονο γιο του Αμπντούλ Μετζίτ Α’. Ο κίνδυνος διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έμοιαζε πιο πιθανός από ποτέ.

Τότε οι Ευρωπαίοι (Βρετανία, Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία) ανέλαβαν δράση, καθώς δεν επιθυμούσαν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και δεν έβλεπαν με καλό μάτι την εδαφική επέκταση της Αιγύπτου στη Συρία. Αντίθετα, Γαλλία και Ισπανία, υποστήριζαν τον Μοχάμετ Άλι, κυβερνήτη της Αιγύπτου. Οι νέοι υπουργοί του σουλτάνου επιχείρησαν να λύσουν την κρίση παραχωρώντας την κυριαρχία της Συρίας στον Μοχάμετ Άλι, όμως οι Βρετανοί, Αυστριακοί και Ρώσοι πρεσβευτές, τους ανάγκασαν να ακυρώσουν τη συμφωνία, παρά την προσπάθεια της Γαλλίας να παρέμβει υπέρ της Αιγύπτου.

Τον Ιούνιο του 1840 ο Βρετανός Ναύαρχος Ρόμπερτ Στόπφορντ, διοικητής του βρετανικού μεσογειακού στόλου, έστειλε τον Τσαρλς Νάπιερ με μια μικρή ναυτική μοίρα στη συριακή, σήμερα λιβανέζικη, ακτή και στη συνέχεια κινήθηκε προς τη Βηρυτό. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1840 ο Στόπφορντ αποβιβάστηκε στην πόλη την οποία κατέλαβε στις 3 Οκτωβρίου, καθώς ο Ιμπραήμ είχε να αντιμετωπίσει μια εξέγερση που είχε ξεσπάσει στη Συρία. Στις 9 Οκτωβρίου ο Νάπιερ νίκησε «καθαρά» τον Ιμπραήμ και κατέλαβε τη Σιδώνα. Στα χέρια των Αιγυπτίων παρέμενε, από τις παραθαλάσσιες πόλεις της Συρίας, μόνο η Άκρα. Στις 3-4 Νοεμβρίου 1840 ο βρετανικός στόλος άρχισε την πολιορκία της πόλης ρίχνοντας συνολικά 48.000 κανονιοβολισμούς εναντίον της! Οι Αιγύπτιοι είχαν σοβαρές απώλειες. Μόνο από την έκρηξη μιας οβίδας στην κεντρική πυριτιδαποθήκη της πόλης σκοτώθηκαν 1.100. Τελικά οι Αιγύπτιοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν και η πόλη πέρασε στα χέρια των Βρετανών που είχαν πολύ μικρές απώλειες: 18 νεκρούς και 41 τραυματίες. Ο Στόπφορντ έστειλε στη συνέχεια στην Αλεξάνδρεια τον Νάπιερ, ο οποίος ενεργώντας ανεξάρτητα και αυθαίρετα επέβαλε ναυτικό αποκλεισμό στην πόλη (25 Νοεμβρίου 1840) και, αυτόβουλα ξανά, διαπραγματεύθηκε με τον Μοχάμετ Άλι, εγγυώμενος σε αυτόν τη διατήρηση της κυριαρχίας της Αιγύπτου και την επιστροφή του Ιμπραήμ στην Αλεξάνδρεια. Ο Αιγύπτιος κυβερνήτης από την πλευρά του παραιτήθηκε από κάθε αξίωση στη Συρία. Ο Στόπφορντ και ο Βρετανός πρόξενος ήταν έξαλλοι με αυτή τη συμφωνία. Το ίδιο και οι Οθωμανοί που τη χαρακτήρισαν άκυρη.

Πάντως η επίσημη Συνθήκη που υπογράφηκε λίγο αργότερα και επικυρώθηκε κι από τον σουλτάνο, στηρίχθηκε στη συμφωνία του Νάπιερ και τροποποιήθηκε πολύ λίγο… Για τρίτη φορά λοιπόν μέσα σε δώδεκα χρόνια, η Οθωμανική Αυτοκρατορία σώθηκε από τη διάλυση, χάρη στην επέμβαση των Ευρωπαίων. Υπάρχει όμως και συνέχεια.

Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878)
Όπως αναφέραμε στην αρχή του άρθρου, οι πόλεμοι μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν συνεχείς. Ο τελευταίος πόλεμος μεταξύ Ρώσων και Οθωμανών (1877-1878) ήταν ο πιο σημαντικός. Το 1877 η Ρωσία και η σύμμαχός της Σερβία έσπευσαν να βοηθήσουν τη Βουλγαρία και τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη που είχαν εξεγερθεί κατά της τουρκικής κυριαρχίας. Οι Ρώσοι επιτέθηκαν μέσω της Βουλγαρίας και αφού κατέλαβαν το Πλέβεν, μετά από σκληρή πολιορκία προχώρησαν στη Θράκη, καταλαμβάνοντας την Αδριανούπολη τον Ιανουάριο του 1878. Στις 3 Μαρτίου 1878 η Ρωσία συνήψε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με την οποία το Μαυροβούνιο, η Σερβία και η Ρουμανία απελευθερώθηκαν από την τουρκική κυριαρχία, η Βοσνία – Ερζεγοβίνη έγινε αυτόνομη, ενώ δημιουργήθηκε μια τεράστια, αυτόνομη Βουλγαρία υπό την προστασία της Ρωσίας. Είχε προηγηθεί, τον Ιανουάριο του 1878, η αποδοχή της εκεχειρίας που πρότειναν οι Οθωμανοί από τους Ρώσους, κάτω από την πίεση της Βρετανίας.

Μάχες Ρώσων και Οθωμανών στη Μαύρη Θάλασσα, το 1877-1878

Αλλά και η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου τροποποιήθηκε αργότερα στο Συνέδριο του Βερολίνου, καθώς οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις φοβήθηκαν την μεγάλη επέκταση της Ρωσίας. Έτσι, και το γιγαντιαίο κράτος της Βουλγαρίας που είχε δημιουργηθεί, περιορίστηκε εδαφικά. Και σ’ αυτή την περίπτωση όμως η Ρωσία δεν σταμάτησε να κινείται προς την Κωνσταντινούπολη, παρά την εκεχειρία που είχε αποδεχθεί τον Ιανουάριο του 1878. Οι Βρετανοί τότε έσωσαν για μια ακόμα φορά τους Τούρκους, καθώς έστειλαν έναν στόλο θωρηκτών να εκφοβίσει τη Ρωσία, η οποία αναγκάστηκε να στείλει τις δυνάμεις της στον Άγιο Στέφανο (προάστιο 11 χλμ. από το κέντρο της Κωνσταντινούπολης).

Πολεμικός χάρτης-κόμικ του 1877 που απεικονίζει τη Ρωσία σαν χταπόδι έτοιμο να απλωθεί στα Βαλκάνια

Ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία
Η εύνοια των Μεγάλων ευρωπαϊκών Δυνάμεων προς την Τουρκία συνεχίστηκε και τον 20ο αιώνα. Οι σφαγές Ελλήνων, Αρμενίων και άλλων τη δεκαετία του 1910, πέρασαν για πολλά χρόνια «απαρατήρητες». Αλλά και στη συνέχεια, μετά τη Συνθήκη των Σεβρών, πάλι οι ευρωπαϊκές χώρες έσωσαν την Τουρκία από τον πλήρη διαμελισμό. Εκμεταλλευόμενοι και τα ελληνικά λάθη οι Ρώσοι, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί βοήθησαν ουσιαστικά τον Κεμάλ. Αν δεν υπήρχε αυτή η βοήθεια, η Τουρκία πιθανότατα θα είχε περιοριστεί σε μια μικρή εδαφική έκταση στην Ανατολία.

Η κατάληψη της Τρίπολης του Λιβάνου από τους Βρετανούς τον Σεπτέμβριο του 1840

Στη συμπεριφορά των Ευρωπαίων απέναντι στην Ελλάδα κατά τη μικρασιατική εκστρατεία έχουμε αναφερθεί εκτενώς σε διάφορα άρθρα. Ας κάνουμε όμως μια σύντομη ανακεφαλαίωση. Πρώτοι και καλύτεροι οι Γάλλοι που κατέληξαν στην υπογραφή μιας συμφωνίας παύσης των εχθροπραξιών στην Κιλικία (25 Φεβρουαρίου/10 Μαρτίου 1921). Αυτή υπογράφηκε από τον Υπουργό Εξωτερικών των εθνικιστών (κεμαλικών) Bekir Sami Bey και προέβλεπε την εκκένωση της περιοχής από τα γαλλικά στρατεύματα, καθώς και την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Επίσης, καθόριζε το δικαίωμα προτεραιότητας Γάλλων κεφαλαιούχων στα ανθρακωρυχεία των Αργάνων και του Ακ Δαγ, ενώ προέβλεπε τη συμμετοχή Γάλλων βιομηχάνων στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις της Τουρκίας. Οι Γάλλοι μάλιστα, «αμέλησαν» να ενημερώσουν τους Έλληνες και τους Βρετανούς για την υπογραφή της συμφωνίας. Ακολούθησαν οι Μπολσεβίκοι του Λένιν, οι οποίοι λόγω και της συμμετοχής των Ελλήνων στην Εκστρατεία της Ουκρανίας, πρόσφεραν στον Κεμάλ από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, ως τον Μάιο του 1922 11.000.000 χρυσά ρούβλια και 100.000 χρυσές οθωμανικές λίρες, περίπου δηλαδή 80.000.000 τουρκικές χάρτινες λίρες της εποχής. Τέλος, οι Ιταλοί, εκτός από την αθέτηση της Συμφωνίας Βενιζέλου – Τιτόνι, την άνοιξη του 1921, υπέγραψαν και μια συμφωνία (Σύμφωνο Sforza – Bekir Sami), που προέβλεπε παραχωρήσεις σε ιταλικές εταιρείες στην Τουρκία, σε αντάλλαγμα για την άδεια προμήθειας οπλισμού από τους κεμαλικούς στην ιταλική ζώνη της Αττάλειας…

(Τα στοιχεία της τελευταίας παραγράφου προέρχονται από το δίτομο έργο του Δρα Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου, «Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1833-1949, Τόμος Ι, Εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ 2014).

Γελοιογραφία του 1876, με τη Ρωσία να ετοιμάζεται να αμολήσει τα βαλκανικά σκυλιά του πολέμου και τη Βρετανία να την προειδοποιεί να προσέχει

Επίλογος
Τόσο οι Τούρκοι, όσο και τα εγχώρια παπαγαλάκια τους και οι εθνομηδενιστές που αφθονούν στη χώρα μας, στέκονται διαρκώς στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και προσπαθούν να περάσουν στην κοινή γνώμη την αντίληψη ότι η Ελλάδα ήταν και είναι το χαϊδεμένο παιδί των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Δυστυχώς γι’ αυτούς, άλλοι είναι τα χαϊδεμένα παιδιά των Ευρωπαίων στην περιοχή. Τους έσωσαν από τη διάλυση τουλάχιστον πέντε φορές και συνέχισαν να κάνουν τα στραβά μάτια και στη συνέχεια (προσάρτηση Αλεξανδρέτας με δημοψήφισμα – παρωδία το 1939, ανοχή στην «επιτήδεια ουδέτερη» Τουρκία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καμία αντίδραση στην εισβολή και παράνομη κατοχή για 50 χρόνια του 40% της Κύπρου, ανοχή στη φιλορωσική της στάση, μετά την εισβολή των Ρώσων στην Ουκρανία κ.ά.). Και πλέον στο παιχνίδι μπήκαν για τα καλά, ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι Η.Π.Α. Ας είναι πιο προσεκτικοί οι τουρκολάγνοι, γιατί, όπως νομίζουμε φάνηκε ξεκάθαρα απ’ όσα γράψαμε, ότι αν κάποια χώρα ευνοείται συστηματικά στα Βαλκάνια, τουλάχιστον για 200 χρόνια, είναι η Τουρκία… Η Ελλάδα ήταν πάντοτε παρούσα όταν της ζητήθηκε και, δυστυχώς κι από δικά της λάθη, πήρε πολύ λιγότερα απ’ όσα έπρεπε και όσα της άξιζαν…

cognoscoteam.gr