ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ (Α)

Στὴν πολιτικὴ θεωρία τῶν Βυζαντινῶν ὁ φορέας τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ἔπρεπε νὰ διακρίνεται γιὰ συγκεκριμένες ἀρετές, προκειμένου νὰ δικαιώνει στὴ συνείδηση τῶν ὑπηκόων του την (ἐκ Θεοῦ καὶ διὰ τῶν καθεστωτικῶν παραγόντων) ἐκλογή του στὸ ὕπατο ἀξίωμα. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ βασιλεύς ἐπιβαλλόταν νὰ διακρίνεται γιὰ τὸ εὐσεβές του φρόνημα, γιὰ τὴν ἀπόλυτη ἀφοσίωσή του στὸ ὀρθὸ δόγμα καὶ γιὰ τὸ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον του νά καθοδηγεῖ τοὺς ὑπηκόους του στὴν ὁδὸ τῆς εὐσέβειας.

Ἀκολούθως, ὄφειλε νὰ ἀποδεικνύει μὲ κάθε ἐνέργεια καὶ κάθε λόγο του τὴν προσήλωσή του στὶς ἐπιταγὲς τοῦ δικαίου, τὸ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴ διατήρηση τῆς εἰρηνικῆς ἔννομης τάξης καὶ τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς, καθὼς καὶ τήν ἀμεροληψία τοῦ κατὰ τὴν ἄσκηση τῶν καθηκόντων του. Πέραν αὐτῶν, ἔπρεπε νὰ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας του νὰ παρέχει ἀδιαμφισβήτητα τεκμήρια γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητά του ἀναφορικὰ μὲ τὴν προάσπιση τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ κάθε ἀπειλή, γιὰ τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματά του ἔναντι τῶν ὑπηκόων του, γιὰ τὴν ἄρτια ἠθική του συγκρότηση, καθὼς καί γιὰ τὴν ἱκανότητά του νὰ διαχειρίζεται μὲ σύνεση τοὺς δημοσιονομικούς πόρους τῆς αὐτοκρατορίας καὶ νὰ ἐπιλέγει τὰ κατάλληλα πρόσωπα γιά τὶς νευραλγικὲς θέσεις τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ.

Οἱ θεμελιώδεις αὐτές ἀρχὲς τῆς πολιτικῆς σκέψης τῶν Βυζαντινῶν, οἱ ὁποῖες ἀνιχνεύονται ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχή του Εὐσεβίου Καισαρείας, τύγχαναν καθολικῆς ἀποδοχῆς ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἁπλοῦς πολῖτες καὶ τοὺς κρατικοὺς ἀξιωματούχους τῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς φορεῖς της βασιλικῆς ἐξουσίας. Αὐτὸ προκύπτει ἀβίαστα ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν ἐπισήμων ἐκφράσεων τῆς αὐτοκρατορικῆς ἰδεολογίας (προοίμια νομοθετικῶν ἔργων, νομίσματα καὶ αὐτοκρατορικὲς σφραγῖδες, βασιλικοὶ λόγοι, κάτοπτρα ἡγεμόνος εἰκονικὲς ἀναπαραστάσεις αὐτοκρατόρων), καθὼς καὶ ἀπὸ τήν ἐπίσημη τιτλοφορία ποὺ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὸν φορέα τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας (π.χ., θεοστεφής, εὐσεβέστατος, νικητής, φιλάνθρωπος, θεοφιλής, φιλόθεος.

 Κωνσταντίνου Παΐδα, Τὸ Θεωρητικὸ ἡγεμονικὸ πρότυπο στὸ ἱστορικό ἔργο τοῦ Ἰωσὴφ Γενεσίου Περὶ Βασιλειῶν, Βυζαντινὰ Σύμμεικτα, τόμος 26, σελ. 213-214