Μπακιρλή Εριφύλη
Διδάκτωρ Εγκληματολογίας, Πάντειο Παν/μιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Από τη δεκαετία του ‘70 γίνεται χρήση στην ελληνική βιβλιογραφία των όρων ανήλικος «παραβάτης» και «παραβατικότητα» ανηλίκων για να περιγράψουν τη συμπεριφορά των ανηλίκων που διαπράττουν αξιόποινες πράξεις. Σκόπιμα αποφεύγεται η χρήση του όρου ανήλικος «εγκληματίας» εξαιτίας του αρνητικά φορτισμένου περιεχομένου του (Φαρσεδάκης 1985: 12), αλλά και του περιστασιακού χαρακτήρα της ανήλικης παραβατικής συμπεριφοράς (Κουράκης 1997: 63). Ο όρος «παραβατικότητα ανηλίκων» (juvenile delinquency) περιλαμβάνει ποικιλομορφία συμπεριφορών, από την απλή παραβίαση κοινωνικών κανόνων έως τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων (π.χ. κλοπές, ληστείες, βανδαλισμοί). Οι σοβαρές παραβατικές πράξεις των ανηλίκων διαπράττονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από ένα συγκριτικά μικρό ποσοστό νεαρών ατόμων (14-16 ετών), ενώ στη χώρα μας ως ανήλικοι παραβάτες θεωρούνται οι δράστες εγκλημάτων ηλικίας από 12 έως 18 ετών (βλ. Χάιδου 2019: 3-5).
Σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση ή μη της παραβατικής συμπεριφοράς παίζει η ομαλή «κοινωνικοποίηση» του ατόμου, ως της έμφυτης τάσης του να ενταχθεί αρμονικά στην κοινωνία στην οποία ζει, μαθαίνοντας τις αξίες, τους κανόνες και τους προσανατολισμούς της (Λαμπροπούλου 2023: 91). Υπάρχει ευρεία κλίμακα παραγόντων, οι οποίοι σχηματίζουν το πλαίσιο της κοινωνικοποίησης, το οποίο οδηγεί ακολούθως στην παρουσία ή την απουσία των προσωπικών αυτό-ελέγχων. Άρα η κοινωνικοποίηση του ατόμου εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την εμπλοκή ή μη του ανηλίκου σε παρεκκλίνουσες συμπεριφορές (Δημόπουλος 2012: 100, βλ. αναλυτικά Δημόπουλος & Κοσμάτος 2011: 7-9).
Ως κοινωνικός έλεγχος σύμφωνα με την Λαμπροπούλου (1994: 19) ορίζεται η ικανότητα της κοινωνίας να αυτορυθμίζεται επί τη βάσει αρχών και αξιών που η ίδια έχει θέσει, και διακρίνεται σε εσωτερικό και εξωτερικό. Ο εσωτερικός κοινωνικός έλεγχος σηματοδοτεί την ενθάρρυνση σεβασμού των κοινωνικών κανόνων μέσα από την ικανότητα αυτοελέγχου του ατόμου. Το ώριμο και κοινωνικά υπεύθυνο άτομο επεξεργάζεται παραγωγικά τις απογοητεύσεις που λαμβάνει από τη διάψευση των προσδοκιών του και αποφεύγει την προσφυγή σε κοινωνικά βλαπτικές συμπεριφορές. Ο εξωτερικός κοινωνικός έλεγχος από την άλλη πλευρά, ταυτίζεται με τις πιέσεις, τις αντιδράσεις και τις κυρώσεις που προέρχονται από τους κοινωνικούς θεσμούς σε περίπτωση παρέκκλισης του ατόμου από τις κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές και μπορεί να λάβει διάφορες μορφές ανάλογα με τη βαρύτητα της παρέκκλισης (από απλή επίπληξη έως στέρηση της ελευθερίας και θανατική ποινή) (Λαμπροπούλου 2023: 85-87).
Η παράλληλη λειτουργία και των δύο αυτών μορφών ελέγχων είναι αποτέλεσμα της μακρόχρονης διαδικασίας κοινωνικοποίησης, τα σημαντικότερα στάδια της οποίας
ολοκληρώνονται σε νεανική ηλικία, αλλά δεν σταματούν να διατρέχουν ολόκληρη τη ζωή του ατόμου. Οι εσωτερικές μορφές ελέγχου είναι περισσότερο αποτελεσματικές, διότι η επιθυμία του ατόμου για σεβασμό των κοινωνικών κανόνων δεν υπαγορεύεται από τον φόβο της ανακάλυψης και της τιμωρίας, αλλά από την εσωτερική απόρριψη της παραβατικής συμπεριφοράς. Σε κάθε περίπτωση, ο κοινωνικός έλεγχος συμβάλλει στην κοινωνική ειρήνη και ενσωμάτωση, και αποτελεί σπουδαίο μηχανισμό επίλυσης των κοινωνικών συγκρούσεων (Λαμπροπούλου 2023: 85-87).
Ο κοινωνικός έλεγχος διακρίνεται σε άτυπο ή ανεπίσημο, ο οποίος ασκείται από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες οι οποίες περιβάλλουν το άτομο (όπως οικογένεια, σχολείο, ομάδες ομηλίκων, εκκλησία, γειτονιά, μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης), και σε τυπικό ή επίσημο, ο οποίος ασκείται οργανωμένα από τα θεσμικά όργανα της πολιτείας (όπως κρατικοί φορείς, αστυνομικές αρχές, δικαστήρια, σωφρονιστικά καταστήματα) σε περίπτωση εμφάνισης παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς (Χάιδου 2019: 15-17, 41, Δημόπουλος 2012: 100-101, βλ. αναλυτικά Δημόπουλος & Κοσμάτος 2011: 7-11, Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου 2010: 203).
Η εμπλοκή των ανηλίκων σε παραβατικές συμπεριφορές δεν είναι κάτι νέο. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια έξαρση του φαινομένου, με κύριο χαρακτηριστικό την έντονη χρήση βίας και τη σοβαρή πρόκληση βλάβης στα θύματα (κυρίως ανήλικα). Σε κάθε περίπτωση, μια πολυδιάστατη, ορθολογική, βιώσιμη και ολιστική αντεγκληματική πολιτική, σε συνδυασμό με την έμφαση στην πρωτογενή πρόληψη, είναι απαραίτητη για την επιτυχή αντιμετώπιση της βίας που ασκείται από τους ανηλίκους (Ζαραφωνίτου 2024: 19).
Βιβλιογραφία
Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, Α. (2010), Η γένεση βίαιης και επιθετικής στάσης στην παιδική και εφηβική ηλικία, στο Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου (επιμ.), Ομαδική Βία και Επιθετικότητα στα Σχολεία, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, σσ. 197-240.
Δημόπουλος, Χ. (2012), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη.
Δημόπουλος, Χ. & Κοσμάτος, Κ. (2011), Δίκαιο Ανηλίκων. Θεωρία και Πράξη, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη.
Ζαραφωνίτου, Χ. (2024), «Η συμμαχία της πρόληψης είναι μονόδρομος». Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής Φάκελος ΒΙΑ ΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ, σελ. 19.
Κουράκης, Ν. (1997), Η πρόληψη της παραβατικότητας των ανηλίκων στην Ελλάδα, στο Α. Τσήτσουρα (επιμ.), Αντεγκληματική Πολιτική και Δικαιώματα του Ανθρώπου,
Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, χ.τ., Α.Ν. Σάκκουλας, σσ. 63-76.
Λαμπροπούλου, Έ. (1994, 2023), Κοινωνικός Έλεγχος του Εγκλήματος, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση.
Φαρσεδάκης, Ι. (1985), Παραβατικότητα και Κοινωνικός Έλεγχος των Ανηλίκων, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη.
Χάιδου, Α. (2019), Εγκληματικότητα Ανηλίκων, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη.
