Γεωργίου Βιλλιώτη, Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ
Τὴν παράδοση αὐτὴ ἀποδέχεται ὁ ἱερὸς Καβάσιλας ὡς αὐτονόητη, ὡς lex orandi καὶ lex credenti (κανόνα τῆς προσευχῆς καὶ κανόνα τῆς πίστεως). Δὲν ἀναφέρεται στὰ γεγονότα, προφανῶς, διότι στὸ ἀκροατήριό του εἶναι γνωστά. Μελετῶντας τὴν σχετικὴ ὁμιλία του ποὺ ἀφορᾶ τὴν πάνδοξον κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καὶ παναχράντου Θεοτόκου, διαπιστώνει ὅτι ἀπὸ τὰ δεκατρία κεφάλαια μόνο τὰ τέσσερα ἀναφέρονται στὴν Κοίμηση τῆς Παρθένου. Τὰ ὑπόλοιπα ἀποτελοῦν μία ἐμβριθῆ θεολογικὴ ἀνάλυση τῆς συμβολῆς τῆς Παναγίας στὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας.
Τὸ σῶμα τῆς Παναγίας «τὴν ἐπωνυμίαν ὑπερέβη· καὶ ἦν οὐ ψυχικὸν οὐδ’ ἄλλο τι, ἀλλ΄ ὅ φησι Παῦλος, σῶμα πνευματικόν». Παραπέμποντας στὸν Ἀπόστολο Παῦλο χαρακτηρίζει τὸ σῶμα της Παναγίας «πνευματικό». Δεδομένου ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐννοεῖ ὡς «πνευματικὸ» τὸ μετὰ τὴν Ἀνάσταση σῶμα, ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα γιὰ ποιὸ λόγο ὀνομάζει πνευματικὸ τὸ σῶμα τῆς Παναγίας πρὸ τοῦ θανάτου. Πῶς ἑρμηνεύεται ἡ δυσεξήγητη φράση: «τὴν ἐπωνυμίαν ὑπερέβη»;
Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ -ὅπως εὐθύβολα ἐπισημαίνει ὁ Καβάσιλας- γεννιέται καὶ ἀρχίζει στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ θὰ συνεχιστῇ ἐν πληρότητι καὶ εὐρυχωρίᾳ στὴν μέλλουσα. Οὔτε ἡ παροῦσα ζωὴ μπορεῖ νὰ ὁλοκληρώσῃ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων οὔτε ἡ μέλλουσα, ἂν δὲν ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν ἐνθαδικὴ ζωή. Διότι στὴν παροῦσα ζωὴ ἡ σάρκα δημιουργεῖ σύγχυση καὶ φθορά, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ κληρονομήσῃ τὴν ἀφθαρσία. Τὸ σαρκίον στὴν παροῦσα ζωὴ «ἐπισκοτεῖ» καὶ δὲν ἐπιτρέπει οὔτε στοὺς ἁγίους νὰ προσκολληθοῦν στὸν Θεό, γι’ αὐτό καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πίστευε ὅτι ὁ θάνατος θὰ τὸν φέρῃ πιὸ κοντὰ στὸν Χριστό. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ σῶμα, νοουμένου ὡς αἰσθητοῦ ὑλικοῦ στοιχείου, ποὺ ἐμπόδιζε τοὺς ἁγίους νὰ ἑνωθοῦν ὁλοκληρωτικὰ μὲ τὸν Θεό, «τοῦτο μεθ’ ὑπερβολῆς προσῆν τῇ μακαρίᾳ παρθένῳ»· εὐλόγως, λοιπὸν, συμπεραίνει ὁ ἱερὸς συγγραφέας ὅτι ἐκεῖνο ποὺ συμβαίνει στοὺς ἄλλους ἁγίους μετὰ τὸν θάνατο, ἤτοι νὰ παραμένουν ἀμετακίνητοι στὴν ἀρετὴ καὶ τὸ ἀγαθό, συμβαίνει στὴν Παρθένο πρὶν ἀποθέσῃ τὸ σῶμα Της. Τὰ ὁρατά, ὑπὸ τὸν ἀκριβῆ ὅρο χρήσης «πᾶν ὁρατόν», ἀποτελοῦσαν τροχοπέδη ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ἀκόμα καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ εἶχαν καταλειφθῆ ἀπὸ θεῖο ἔρωτα νὰ στρέψουν ἐξ ὁλοκλήρου τὸν νοῦ τους στὸν Θεό. Ἡ Παρθένος, ὅμως, μόνη τὸ κατόρθωσε, ἀφοῦ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶχε σκηνώσει μέσα Της καὶ εἶχε μεταθέσει ὅλους τοὺς νόμους τῆς φύσεως. Πρὶν «μεταθεῖναι τὸν βίον» εἶχε βιοτεύσει μὲ τέτοια ἀκρίβεια κατὰ τὰ προστάγματα τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶχε μέσα Της ἀμετακίνητο τὸ ὑπέροχο ἐκεῖνο ἀγαθὸ καὶ τὴν θαυμαστή ἀρετή Της. Ἡ θεοειδὴς ψυχή Της βίωνε τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ «παρῆν τοῖς μέλλουσιν ἀγαθοῖς»· ζοῦσε «τὴν ἐν Χριστῷ κεκρυμμένην ζωήν». Δὲν εἶναι τυχαία ἐν προκειμένῳ ἡ χρήση τῆς πατερικῆς φράσης «ἐν Χριστῷ κεκρυμμένην ζωή», ποὺ κατ’ ἐξοχὴν ἔζησε ἡ Παναγία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κατὰ χάρη ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ζοῦσε τὴν κεκρυμμένη καὶ μόνιμη ζωὴ «ἐπὶ τοῦ παρόντος», ὅπερ σημαίνει ὅτι εἶχε ξεπεράσει τὸν θάνατο. Ἐπάγεται λοιπὸν τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ὡς ἄνω ἐκτεθεῖσα θέση του: «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ φύεται μὲν ἐν τῷδε τῷ βίῳ καὶ τὰς ἀρχὰς ἐντεῦθεν λαμβάνει· τελειοῦται δὲ ἐπὶ τοῦ μέλλοντος […] Ἐπὶ μὲν γὰρ τοῦ παρόντος, τὸ σαρκίον ἐπισκοτεῖ, καὶ ἡ ἐκεῖθεν νεφέλη καὶ φθορά, “μὴ δυναμένη τὴν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖν”» δὲν τελεῖ ἐν ἰσχύι στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου κατὰ θαυμαστὸ τρόπο, διότι «Θεὸν ὑπὲρ πᾶσαν παραβολὴν ἐδέξατο μόνη».
Ἐντάσσει στὴν προβληματική του καὶ τὸν στίχο ἀπὸ τὴν Ὠδὴ τῆς Θεοτόκου: «ἐποίησέ σοι μεγαλεῖα ὁ δυνατός». Κατὰ τὴν δημιουργικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Νικολάου ἡ «ἐν Χριστῷ κεκρυμμένη ζωὴ» φανερώθηκε στὴν Παρθένο στὸν παρόντα βίο· ὅλα ἔπρεπε νὰ ὑπάρξουν κατὰ καινὸ τρόπο, «ᾗ καὶ φύσεως ὑπεχώρησαν νόμοι». Αὐτὲς τὶς θεῖες εὐεργεσίες, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ λάβῃ ἡ Θεοτόκος, ἀνυμνεῖ ὁ Καβάσιλας. Ἡ ἀνωτέρω ἀνάλυση καθιστᾶ σαφῆ πλέον τὴν φράση: «τὴν ἐπωνυμίαν ὑπερέβη».
συνεχίζεται…..
