Εξωγήινα πράγματα…

Παραθέτω κείμενο του Καθηγητή ΑΠΘ Θεόφιλου Πουταχίδη, 

γραμμένο σε ανύποπτο χρόνο,  και συγκεκριμένα το Σεπτέμβρη του 2018,

που εξηγεί πολλά από αυτά που βλέπουμε και ακούμε στα συστημικά ΜΜΕ, 

σήμερα…. Όποιος κατάλαβε…κατάλαβε….

 

Επιλογή:

Αναστάσιος Ομ. Πολυχρονιάδης, δρ Θεολογίας ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη

 

Εξωγήινα πράγματα…

 

Μου εμφανίστηκε μια μέρα ένας εξωγήινος. Ήμουν μονάχος και φοβήθηκα. Απ’ τη σαστιμάρα μου έκανα πως θα τον χτυπήσω, παρότι μου ’ριχνε στο ύψος δύο κεφάλια τουλάχιστον. Σήκωσε τα δυο χέρια του που είχαν τέσσερα δάχτυλα το καθένα, εκ των οποίων δύο ήταν αντίχειρες, παρακλητικά και καθησυχαστικά. Έβγαλε κάτι ήχους περίεργους αλλά μελωδικούς, ενώ ταυτόχρονα μ’ ένα τρίτο μέλος (χέρι δεν το ’λεγες, καθώς έφερνε πιο πολύ σε πλοκάμι) τράβηξε έναν κρύσταλλο μέσα από μια φαρδιά τσέπη του ολόσωμου ρούχου του.

Καθώς έβγαλε ακριβώς τους ίδιους ήχους, ο κρύσταλλος εξέπεμψε σε άπταιστα ελληνικά: «έρχομαι ειρηνικά, θέλω να μιλήσουμε». «Ακούω», το μόνο που μπόρεσα να ψελλίσω…

Άρχισε αμέσως να μου εξηγεί πόσο πολύ μοιάζει το είδος του με τους ανθρώπους στην οργάνωση των κοινωνιών. Έχουν κι αυτοί διαφορετικές χώρες, πόλεις και χωριά στον πλανήτη τους. Έχουν εκλογές, κυβερνήτες, επιστήμες κι επαγγέλματα διάφορα σαν τα δικά μας. Κι ένα χρηματοοικονομικό σύστημα που δεν κατάλαβα καθόλου πως λειτουργεί – σάματι καταλαβαίνω το δικό μας; Έχουν σχολεία, πανεπιστήμια και νοσοκομεία∙ ακόμα κι αθλητισμό. Είχε πολλά παράπονα, όμως, για τη δικιά του χώρα.

Είπε πως στην Ούφρον (τη χώρα του) είναι καθηγητής πανεπιστημίου. Ήρθε, λέει, να μου μιλήσει ως συνάδελφος, για να βγάλει κάποια πράγματα από μέσα του, γιατί αλλιώς θα του ξεραθεί το πλοκάμι. Κάτι σαν το «θα σκάσω» το δικό μας υποθέτω. «Ούτε στην Ούφρον, ούτε στον Φερόντα (τον πλανήτη μου) ολάκερο μπορώ να τα πω αυτά, γιατί θα βρω μεγάλο μπελά», είπε.

Όταν τον προέτρεψα να πει λεπτομέρειες, έκανε να ξεκινήσει αλλά σταμάτησε. Έμεινε σιωπηλός κι έβγαλε ένα μακρόσυρτο γουργουρητό – ο αναστεναγμός τους να ’ναι αυτός άραγε; Η στάση του μου θύμισε τη γλώσσα του σώματος ενός ανθρώπου που λέει χωρίς λόγια: «από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω… τι να σου λέω τώρα…». Έτσι γίνεται, σκέφτηκα, μόνον όταν το άδικο είναι τόσο μεγάλο, περίπλοκο και εκτεταμένο που για να το εξηγήσει κανείς σε κάποιον τρίτο, πρέπει να μιλάει μερόνυχτα.

«Θα στα εξηγήσω μ’ ένα ακραίο παράδειγμα» – έσπασε τη σιωπή του. «Στην Ούφρρον θεωρητικώς είναι δυνατό να συμβεί το εξής: Ένα παιδί μιας οικογένειας που έχει τους… τρόπους της, ακόμα κι αν δεν παίρνει τα γράμματα καθόλου, μπορεί να αποφοιτήσει (μη ρωτάς πώς) από κάποιο “πρωτοταγές σχολείο”. Πατώνοντας στις “Ολουφρονικές εξετάσεις” (που ευτυχώς ακόμα παραμένουν εν πολλοίς αδιάβλητες) δεν πτοείται.

Με κάποιες διαδικασίες (πάλι μη ρωτάς) μπορεί να βρεθεί να σπουδάζει στην καλύτερη πανεπιστημιακή σχολή της Ούφρον ακόμα και… τι αντικείμενο λες εσύ;». Σήκωσα τους ώμους, «ξέρω γω;». Απάντησε μόνος του δυνατά: «Ανωτάτη Θεραπευτική!».

«Περίμενε, γίνεται πολύ καλύτερο», είπε όταν είδε πως δεν αντέδρασα με αρκετή έκπληξη. «Τι θα ’λεγες, αν στη συνέχεια αποφοιτούσε από την “Ανωτάτη Θεραπευτική” με άριστα, χωρίς επαρκή μελέτη, προσπάθεια και σπουδή; Τι θα έλεγες, αν τελείωνε με τον ίδιο τρόπο, αλλά μετ’ επαίνων, ακόμα και την πιο δύσκολη ειδικότητα της θεραπευτικής, την “πλοκαμολογία”; Το φαντάζεσαι;». Εδώ κατάλαβα πως έπρεπε να δείξω εντυπωσιασμένος. «Πλοκαμολογία ε…; Γιά φαντάσου…!», είπα.

«Τι θα έλεγες αν έπαιρνε και “δίπλωμα ανώτατης έρευνας” μετά;». Αυτό μάλλον θα ’ναι σαν διδακτορικό, σκέφτηκα. «Μα πώς το δέχονται αυτό οι καθηγητές που επιβλέπουν την έρευνά του;», αντέδρασα. Η απάντησή του ήταν αφοπλιστική: «αν γι’ αυτήν την έρευνα κανονίσει η οικογένειά του παιδιού γενναία ανταλλάγματα από το κράτος, τι θες να κάνουν; Επωφελούνται κι αυτοί… Με αυτήν την τακτική συν τω χρόνω εμπλουτίζει το βιογραφικό του, γίνεται καθηγητής∙ διευθυντής σε ολόκληρη μονάδα πλοκαμολογίας», συνέχισε.

«Μα αυτό είναι αδιανόητο!», διαμαρτυρήθηκα. «Πώς ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του; Πώς δημοσιεύει τις ερευνητικές εργασίες του; Πώς περατώνει τα ερευνητικά προγράμματα που του δίνει –έστω κι ευνοιοκρατικά αν ισχύουν αυτά που λες– το σύστημα εξουσίας;». «Μήπως είσαι κι εσύ κανένας τέτοιος και δεν σου κόβει καθόλου;», με μάλωσε. «Όλα αυτά τα κάνουν οι ικανοί συνάδελφοι και οι υφιστάμενοί του. Όταν το σύστημα τους αποκλείει στεγνά από χρηματοδότηση, ο μόνος τρόπος για να δημιουργήσουν κάπως, είναι να δουλεύουν με (ή τελικά για) αυτόν. Όταν λαμβάνει ευνοιοκρατικά τόσα κονδύλια, αγαπητέ μου, ασχολείται μόνο με δημόσιες σχέσεις και πολιτική∙ άλλοι δουλεύουν γι’ αυτόν.

»Από ένα σημείο και μετά γίνεται τόσο πλούσιο το βιογραφικό του, που τελικά κανείς δεν αμφισβητεί την αξία του».

«Και οι υπόλοιπες χώρες στον Φερόντα; Οι επιστήμονες από χώρες που είναι επιστημονικά πιο προηγμένες; Πώς τον αποδέχονται;». Εδώ σ’ έπιασα, σκέφτηκα. «Μα ακόμα κι αυτοί συμβάλλουν στον εμπλουτισμό του βιογραφικού του!», απάντησε. «Είναι στο πλαίσιο της ήπιας, αλλά καίριας, αποικιοκρατίας που ασκούν οι πιο προηγμένες χώρες στις άλλες. Ένας δικός τους “σπουδαίος” καθηγητής είναι φοβερό εργαλείο, έτσι κι αλλιώς. Αν τύχει μάλιστα να γίνει στη συνέχεια και βουλευτής, υπουργός ή πρωθυπουργός…».

«Μα σε τι χώρα ζεις συνάδελφε…», είπα με συμπόνοια. Αν αυτά γίνονται στην Ούφρον σε αντικείμενα που καθορίζουν την υγεία και τη ζωή σας, τι να περιμένει κανείς ότι γίνεται στους άλλους τομείς;». «Δεν είμαστε όλοι έτσι πάντως», είπε κι εξαφανίστηκε. Εξωγήινα πράγματα, σκέφτηκα… Ευτυχώς που δεν υπάρχουν τέτοια στην Ελλάδα…

 

**Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο pontosnews (25/9/2018), https://www.pontosnews.gr/425102/gnomes/exogiina-pragmata/, ενώ συμπεριλαμβάνεται και στο βιβλίο του Θεόφιλου Πουταχίδη, Πενήντα και οκτώ αλεξίκακα άρθρα, εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα 2021.