ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ 8

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Εἰρήνης Ἀρτέμη

Θεολόγου καὶ Φιλολόγου

MA & PhD Θεολογίας

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄:

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

1. Ὁ ρολος τῆς θρησκείας στή δημιουργια τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ.

 

Ὁ ὅρος Θρησκεία, ποὺ χρησιμοποιεῖται ἐνίοτε ἐναλλακτικὰ μὲ τὴν λέξη πίστη, ἢ κάποιο σύστημα πίστης καθορίζει γενικῶς τὴν πίστη στὸ ὑπερφυσικό, τὸ ἱερὸ ἢ τὸ θεῖο καὶ τοὺς ἠθικοὺς κώδικες, πρακτικές, ἀξίες, ὀργανισμοὺς καὶ τελετουργικὰ ποὺ συνδέονται μαζί της. Στὴν εὐρύτερη ἔννοιά της, ὁρισμένοι τὴν ἔχουν ὁρίσει ὡς τὸ σύνολο τῶν ἀπαντήσεων ποὺ δόθηκαν γιὰ νὰ ἑρμηνευθεῖ ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους μὲ τὸ σύμπαν. Στὴν μακρὰ πορεία ἀνάπτυξής της, ἡ θρησκεία ἔλαβε διάφορες μορφὲς σὲ διαφορετικοὺς πολιτισμοὺς καὶ ἄτομα. Σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις ἡ λέξη θρησκεία χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ προσδιορίσει αὐτὸ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ περιγραφεῖ ὀρθότερα ὡς «ὀργανωμένη θρησκεία»-δηλαδὴ ἑνὸς ὀργανισμοῦ ποὺ ὑποστηρίζει τὴν ἄσκηση μίας θρησκείας συχνὰ ὑπὸ τὴν μορφὴ νομικῆς ὀντότητα[1].

Θρησκεία, λοιπόν, θὰ μποροῦσε νὰ ὁρισθεῖ ἡ πίστη σὲ μία ἢ περισσότερες ἀνώτατες καὶ ὑπερβατικὲς δυνάμεις ἢ ὄντα, καὶ οἱ σχετικὲς μὲ αὐτὲς διδασκαλίες καὶ τελετουργικὲς παραδόσεις. Φυσικὰ μὲ τὸν ὁρισμὸ αὐτό, θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ συμπεράνει ὅτι ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ ἕνα κατασκεύασμα τοῦ ἀνθρώπου, στὴν προσπάθειά του νὰ δώσει ἀπαντήσεις σὲ καίρια ἐρωτήματα τῆς ὑπάρξεώς του, τῆς δημιουργίας του, τοῦ θανάτου κ.ἄ. Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ διασαφηνισθεῖ ὅτι ὅλες οἱ Θρησκεῖες ἀποδέχονται αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸ ἐκτός του Χριστιανισμοῦ. Ὁ τελευταῖος, κατὰ τὴ θεολογία τῶν Πατέρων, δὲν θεωρεῖται θρησκεία μὲ τὴν κυριολεκτικὴ ἔννοια τοῦ ὄρου ἀλλὰ ἀποκάλυψη. Ἱδρυτής της δὲ θεωρεῖται κάποιος ἄνθρωπος, ὅπως συμβαίνει μὲ τὶς ἄλλες ὑπάρχουσες θρησκεῖες. Ἱδρυτὴς τῆς εἶναι τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας ποὺ ἐνανθρώπησε κάποια συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμὴ μέσα στὴν ἱστορία. Ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος παραμένοντας συγχρόνως τέλειος Θεὸς[2]. Ἕνα ὁρισμὸ τῆς θρησκείας, σύμφωνα μὲ τὸ Χριστιανισμὸ μπορεῖ κάποιος νὰ  βρεῖ στὴν Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου στὴν ΚΔ. Ἐκεῖ, χαρακτηριστικά, ἀναφέρεται, «Θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῶ καὶ Πατρὶ αὐτὴ ἐστίν, ἐπισκέπτεστε ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τὴ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου»[3], δηλαδὴ θρησκεία εἶναι οἱ ἐκδηλώσεις ἀγάπης καὶ καλοσύνης πρὸς τοὺς πονεμένους συνανθρώπους μας καὶ ἡ τήρηση τοῦ ἑαυτοῦ μᾶς καθαροῦ καὶ ἀμόλυντου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πραγματικό, ὅμως, νόημα τῆς θρησκείας θὰ μποροῦσε νὰ συνοψιστεῖ σὲ τρεῖς λέξεις, στὴν πίστη, στὴ λατρεία καὶ στὴν ἠθική.

Ἡ δημιουργία καὶ ἡ ἀνάπτυξη μίας κοινωνίας εἶχε ὡς βασικὴ προϋπόθεση καὶ τὴν ὕπαρξη μίας θρησκείας[4]. Στὸ πέρασμα τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, οἱ δύο αὐτοὶ παράγοντες, εἴτε πορεύτηκαν δίπλα-δίπλα εἴτε ἀναλώθηκαν σὲ ὁλοκληρωτικὲς ἢ ἐπιμέρους συγκρούσεις? πολλὲς φορές, ἡ μία ἔθεσε τὰ θεμέλια γιὰ κτιστεῖ γερὰ τὸ οἰκοδόμημα τῆς ἄλλης. Ἄλλοτε, πάλι, στὸν ἀγώνα γιὰ τὸ ποιὰ θὰ ἐπικρατήσει, ὁδηγοῦνταν σὲ ἕναν ἀνελέητο ἀγώνα ἐπιβίωσης καὶ κυριαρχίας.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι θρησκευτικὸ ὄν. Τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα καὶ φαινόμενο εἶναι ἔμφυτο στὸν ἄνθρωπο Βρίσκεται, δηλαδή, στὴν ψυχή του ἀπὸ τὴν πρώτη ποὺ ἀρχίζει νὰ κατανοεῖ τὸν κόσμο. Πολλοὶ μελετητὲς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας καὶ συμπεριφορᾶς ἔχουν καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἅμα ἄνθρωπος ἅμα θρησκεία. Τὸ ὁποῖο θὰ πεῖ, πὼς μόλις παρουσιάστηκε στὴ γῆ ὁ ἄνθρωπος, ἀμέσως παρουσίασε καὶ τὴν θρησκευτικότητά του. Γιὰ τὴν ἔμφυτη αὐτὴ θρησκευτικότητα τοῦ ἀνθρώπου ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει· «Τήν περί αὐτοῦ γνῶσιν ἐξ ἀρχῆς τοῖς ἀνθρώποις ἐνέδωκεν ὁ Θεός». Δηλαδή,·ἀπὸ τότε ποὺ ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ἔβαλε μέσα τοῦ τὸν πόθο καὶ τὴν τάση νὰ τὸν γνωρίσει καὶ νὰ συνδεθεῖ μαζί του.

Ἑπομένως, ἡ θρησκευτικότητα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φαινόμενο καθολικό. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅλων τῶν γενεῶν, ὅλων τῶν ἐποχῶν, ὅλων τῶν φυλῶν, ὅλων τῶν αἰώνων, ἀπὸ τὸν πρῶτο ἄνθρωπο ὡς τὸν σημερινὸ εἶχαν καὶ ἔχουν θρησκεία, τί πιστεύει καὶ πῶς. Τὸ γεγονὸς δηλαδὴ εἶναι ἕνα, ὅτι τὸ νὰ θρησκεύει ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπῆρξε ποτὲ μεμονωμένο οὔτε παροδικὸ φαινόμενο, ποὺ πέρασε καὶ ἔφυγε, σὰν τοὺς διάττοντες ἀστέρες. Ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει γενικό, καθολικὸ καὶ πανανθρώπινο.

Ἐδῶ, πρέπει νὰ γίνει μία μικρὴ ἀναφορὰ στὸν ὄρο παραδοσιακὲς θρησκεῖες. Μὲ τὸν ὄρο αὐτὸ ἐννοοῦνται οἱ μεγάλες ἱστορικὲς θρησκεῖες, σύμφωνα μὲ τὸν Weber[5]. Στὴ συγκεκριμένη ἐργασία, θὰ κάνουμε ἀναφορὰ σὲ μία μόνο παραδοσιακὴ θρησκεία τὸ Χριστιανισμό. Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ βασίζεται στὸ ὅ,τι ζοῦμε σὲ μία χώρα ποὺ ὁ Χριστιανισμὸς βρίσκει ἀποδοχὴ στὴ μεγαλύτερη μερίδα τοῦ πληθυσμοῦ της. Ἐπιπλέον ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει ἀφήσει τὸ στίγμα του στὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες ἀγωνίζονταν γιὰ «τοῦ Θεοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδας τὴν ἐλευθερία».

 

2. Θρησκεία – Νεωτερικότητα – Θεὸς

Ἡ θρησκεία οὐδέποτε ἔπαψε νὰ ἀσκεῖ ἐπίδραση στὶς κοσμοαντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων τῆς νεωτερικότητας. Τί ἐννοεῖται, ὅμως, μὲ τὸν ὄρο «νεωτερικότητα»;

Ὁ ὅρος «Νεωτερικότητα» (modernity, modernite) δὲν ὀνομάζει ἁπλῶς τὴν ἱστορικὴ περίοδο μετὰ τὸ Διαφωτισμό, ἀλλὰ χαρακτηρίζει καὶ ἕνα αἴτημα αὐτονομίας καὶ αὐτὸ-προσδιορισμοῦ στὸ χῶρο τῆς τέχνης, τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς φιλοσοφίας. Παράλληλα ὁ ὅρος αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὴ σύγκρουση μὲ τὶς ἤδη κατεστημένες «αὐθεντίες», ὅπως ἡ θρησκεία καὶ γενικότερα ἄρνηση κάθε αὐθεντίας. Στὴν περίοδο τοῦ Διαφωτισμοῦ εἶχε ἀσκηθεῖ αὐστηρὸς κριτικὸς ἔλεγχος κάθε αὐθεντίας καὶ ἀμφισβήτηση τῆς ἔννοιας καὶ τοῦ περιεχομένου τῆς θρησκείας. Ἄλλωστε εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ θρησκεία ἀποτελοῦσε γιὰ τὸ Διαφωτισμὸ καὶ τὴ νεωτερικὴ σκέψη ὄχι μόνο ἕναν ἀναχρονισμὸ ποὺ δροῦσε ὡς τροχοπέδη στὴν ἀνάπτυξη καὶ τὴν πρόοδο τοῦ ἀνθρώπου, μία συντηρητικὴ ἢ καὶ ἀντιδραστικὴ ἰδεολογία.

Πρὶν τὸ Διαφωτισμό, ἡ θρησκεία καὶ ὅσοι τὴν ὑπηρετοῦσαν -κυρίως στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη- εἶχαν κατηγορηθεῖ ὡς βασικὰ θεμέλια της ἐποχῆς τοῦ Μεσαίωνα. Τὴν περίοδο αὐτή, ὁποιαδήποτε ἐπιστημονικὴ πρόοδο ἢ προσπάθεια γιὰ ἀτομικὴ καὶ κοινωνικὴ χειραφέτηση ἦταν καταδικασμένη νὰ ἀποτύχει, ἐξαιτίας τῆς δαιμονοποίησής της ἀπὸ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία.

Ἐπειδὴ ἡ θρησκεία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀμφισβητήθηκε στὸ μέγιστο βαθμὸ κατὰ τὸν «Αἰώνα τῶν Φώτων»[6], πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Διαφωτιστὲς θεώρησαν ὅτι μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ὁ κοινωνικὸς καὶ πολιτιστικὸς ρόλος τῆς θρησκείας θὰ ἔφθινε συνεχῶς καί, τελικά, θὰ ἐξαφανιζόταν[7]. Οἱ Διαφωτιστὲς ὑποστήριζαν ὅτι ἡ θρησκεία δὲν εἶχε καμία θέση στὴν κοινωνία ποὺ στήριζε τὴν πρόοδό της στὴν ἐπιστήμη. Ὁ «Αἰώνας τῶν Φώτων», εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς θρησκευτικῆς μεταφυσικῆς του φωτός, ἔτσι ὥστε ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ μετατράπηκε σὲ πίστη τοῦ ἀνθρώπου στὸν ἑαυτό του. Ὁ Κὰντ ἔδωσε τὸν κλασικὸ ὁρισμὸ τοῦ Διαφωτισμοῦ: «Διαφωτισμὸς εἶναι ἡ ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἐξ ἰδίας εὐθύνης ἀνηλικιότητά του. Ἀνηλικιότητα εἶναι ἡ ἀνικανότητά του νὰ χρησιμοποιεῖ τὴ διάνοιά του χωρὶς τὴν καθοδήγηση ἑνὸς ἄλλου. Ἐξ ἰδίας εὐθύνης εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνηλικιότητα, ἐπειδὴ ἡ αἰτία της δὲν ἔγκειται σὲ ἐλλειμματικότητα τῆς διάνοιας, ἀλλὰ τῆς ἀποφασιστικότητας καὶ τοῦ θάρρους νὰ χρησιμοποιηθεῖ χωρὶς τὴν καθοδήγηση ἑνὸς ἄλλου. Saper Aude[8]! Ἔχε τὸ θάρρος νὰ χρησιμοποιεῖς τὴ δική σου διάνοια! Τοῦτο εἶναι τὸ λεκτικὸ ἔμβλημα τοῦ Διαφωτισμοῦ»[9].

Ἂν καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Διαφωτιστὲς ἀμφισβήτησαν ἀνοικτὰ τὴ θρησκεία καὶ ὅποια ἐξουσία ἐκείνη ἀσκοῦσε μέσω τὸν ἀντιπροσώπων της, ἐντούτοις δὲν ἀμφισβήτησαν τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς πίστευαν στὸν ντεϊσμό, μία μορφὴ θρησκευτικῆς πίστης, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ θεὸς εἶναι δημιουργός του κόσμου, ἀλλὰ μετὰ τὴ δημιουργία δὲν παρεμβαίνει στὸν κόσμο. Ἀκόμη οἱ ντεϊστὲς ἰσχυρίζονταν ὅτι δὲν χρειάζονται οἱ προσευχὲς οὔτε ἔχουν καμιὰ σημασία οἱ τελετές. Ἡ λατρεία τοῦ ὑπέρτατου ὄντος ὡς δημιουργοῦ του σύμπαντος θεσπίστηκε ἀπὸ τὸν Ροβεσπιέρο, προκειμένου νὰ σταθεροποιήσει τὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἐπανάστασης καὶ νὰ ἀντικαταστήσει τὸ ρωμαιοκαθολικισμὸ ὡς ἐπίσημη θρησκεία τοῦ κράτους[10]. Ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ἦταν ἀναγκαία, ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς διαφωτιστές. Ὁ Βολταῖρος ὑπογράμμιζε ὅτι «ἀκόμα καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε Θεὸς θὰ ἔπρεπε νὰ ἐφεύρουμε ἕνα Θεό». Ἡ θρησκευτικὴ πίστη, συνεπῶς, θεωρεῖται ἀνάγκη, στὸ βαθμὸ ποὺ νὰ ἐπικρατεῖ τὸ σκεπτικὸ ὅτι τὰ ἐρωτήματα ποὺ δὲ βρίσκουν ἀπαντήσεις μέσω τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς, θὰ βροῦν μέσω τῆς παντοδύναμης πίστης, ἡ ὁποία θὰ ἡσυχάσει τὸ θνητὸ πνεῦμα.

 

Συνεχίζεται…

 

 



[1]Irving Hexham,  «By Religion I Mean…», http://people.ucalgary.ca/ (2009). J. Elliott, slide set on «Defining Religion» http://www.unc.edu/ (2009).

[2] Ε. Ἀρτέμη, «Ἀποκλίνοντα στοιχεῖα στίς διδασκαλίες τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ», ὑποσημ. 1, http://www.impantokratoros.gr/DAAAB9B8.el.aspx (2011)

[3] Ἰακ. 1, 27.

[4] «Ἡ Θρησκεία ἔτσι ἀποτελεῖ πολιτισμικό παράγοντα πού ἔχει ἄμεση ἤ ἔμμεση διαλεκτική σχέση μέ τίς πολιτικές καί οἰκονομικές ἐξελίξεις στήν κοινωνία. Παράλληλα ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ βασικό ἀνθρωπολογικό καί ὑπαρξιακό στοιχεῖο μέ τόν τρόπο πού τήν ὁρίζει ὁ Luckmann – ὡς τή βασική ἱκανότητα καί τάση τοῦ ἀνθρώπου νά ὑπερβαίνει τό βιολογικό ὀργανισμό του», Ν. Κοκοσαλάκη, «Παραδοσιακή θρησκεία καί κοινωνία στήν ὕστερη νεωτερικότητα», Θρησκεῖες καί πολιτική στή νεωτερικότητα, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα 2002, σ. 56. Πρβλ. T. Luckmann, The invisible Religion, MacMillan, London 1967.

[5] «By «world religions», we understand the five religions or religiously determined systems of life-regulation which have known how to gather multitudes of confessors around them. The term is used here in a completely value-neutral sense. The Confucian, Hinduist, Buddhist, Christian, and Islamist religious ethics all belong to the category of world religion. A sixth religion, Judaism, will also be dealt with. It is included because it contains historical preconditions decisive for understanding Christianity and Islamism, and because of its historic and autonomous significance for the development of the modern economic ethic of the Occident–a significance, partly real and partly alleged, which has been discussed several times recently. References to other religions will be made only when they are indispensable for historical connections», M. Weber, Sociology of World Religions: Introduction, http://www.ne.jp/asahi/moriyuki/abukuma/weber/world/intro/world_intro_frame.html (2012)

[6] «Διαφωτισμός ἤ «Αἰώνας τῶν Φώτων» ἀποκλήθηκε, στήν ἱστορία τῶν εὐρωπαϊκῶν πνευματικῶν κινημάτων, τό μεγάλο ἀνατρεπτικό ρεῦμα, τό ὁποῖο, μέ ἰσχυρές ἀγγλικές καταβολές καί μέ ἐπίκεντρο τή Γαλλία τοῦ 18ου αἰώνα, ἐξακτινώθηκε σέ ὅλη τήν εὐρωπαϊκή ἤπειρο καί ἄφησε βαθιά τά ἴχνη του και στίς περιοχές τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Εἶχε, ὡς κύρια χαρακτηριστικά, τήν ἐκκοσμίκευση τῆς γνώσης, τήν πίστη στόν ὀρθό λόγο καί στήν ἰδέα τῆς προόδου, τήν ὑπονόμευση τῆς χριστιανικῆς θρησκείας, τή λατρεία τῆς ἐπιστήμης, τοῦ πειράματος καί τῆς παρατήρησης. Ταυτόχρονα, ἐξέφρασε μιά γενικευμένη ἀμφισβήτηση τῶν ἐξουσιῶν τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, μέ ἀντίστοιχη προβολή τῆς ἀξίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ πολίτη», Φ. Ἠλιού, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός: Ἡ νεωτερική πρόταση», Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ 1770-2000, τ. 2, Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2003, σ. 9.

[7] Ν. Κοκοσαλάκη, ὅπ.π., σ. 57.

[8] Τόλμησε να γίνεις σοφός.

[9] Ἐ. Καντ, Τί εἶναι Διαφωτισμός, Berlinische Monatsschrift, Δεκέμβριος 1784, σ. 8

[10] «Μέ διάταγμα τοῦ Ροβεσπιέρου στίς 7 Μαΐου 1794 καθιερώθηκε ἡ πολιτική θρησκεία στή Γαλλία μέ τή λατρεία τοῦ Υπέρτατου Ὄντος. Βασίστηκε στίς ἰδέες τοῦ Ζαν Ζακ Ρουσό πού περιλαμβάνονται στό «Κοινωνικό Συμβόλαιο» καί στήν ἀντίθεση τοῦ Ρουσό τόσο μέ τόν Καθολικισμό, ὅσο καί μέ τόν ἀθεϊσμό πού πρέσβευε ὁ Ἐμπέρ», http://www.sansimera.gr/biographies/136 (2012)