ΔΗΜ. ΓΡ. ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ Η ΑΦΙΛΟΚΕΡΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑΡΑ

(25 Μαρτίου 1927)

Ἕν ἀπὸ τὰ ὄνειρά μου ἦτο – καὶ συνήθως τὰ ὄνειρα τῆς ἡμέρας δὲν ἐπαληθεύουν – νὰ γράψω διὰ τοὺς ἑλληνοτουρκικοὺς πολέμους τοῦ Ἀγῶνος, ἐν συγκρίσει καὶ ἐκ παραλλήλου πρὸς τοὺς ἑλληνοπερσικοὺς τῆς ἀρχαιότητος, μετὰ προσφυγῆς ἐνίοτε, πρὸς πλήρη παραλληλισμόν, καὶ εἰς τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη.

Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ἐν τούτοις, ὅτι τὴν σκέψιν ταύτην ὀφείλω εἰς τὸν Νικηταρᾶν, ὅστις βλέπων τοὺς Τούρκους φεύγοντας πανικόβλητους εἰς τὴν μάχην τῶν Δολιανῶν, ἐφώναζεν εἰς αὐτούς:«Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε! – Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει.

Εἰς τὸν Νικηταρᾶν δὲ θὰ περιορισθῶ σήμερον. Δὲν θὰ βιογραφήσω ὅμως· διότι θὰ ἦτο ἀνάγκη τότε νὰ ἀναπτύξω ὅλον τὸν ἀπελευθερωτικὸν τῶν Ἑλλήνων Ἀγῶνα, ἀφοῦ εἰς τὰς σημαντικωτέρας μάχας, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Πελοποννήσου, παρέστη καὶ ἔδρασεν ὁ Νικηταρᾶς μετὰ τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Ὑψηλάντου, τοῦ Ὀδυσσέως, τοῦ Καραϊσκάκη καὶ ἄλλων, πάντοτε εἰς τοὺς κινδύνους πρῶτος, καὶ μόνον κατὰ τὴν διανομὴν τῶν λαφύρων φεύγων.

Εἰς τὴν ἀνακοίνωσίν μου ταύτην, θὰ σταθῶ εἰς ἕν ἰδίως σημεῖον τοῦ βίου του, πολὺ χαρακτηριστικὸν ὅμως, προτάσσων κατ’ ἀνάγκην εἰσαγωγικὰ τινα.

Κατὰ τὸ ἔτος 1822 ἡ Τουρκία, ἀπηλλαγμένη ὁπωσδήποτε ἐξωτερικῶν κινδύνων καὶ ἐσωτερικῶν περισπασμῶν, ἀποκεφαλίσασα δὲ καὶ τὸν Ἀλῆ Πασᾶν, ἀπεφάσισε νὰ συγκεντρώσῃ ὅλας αὑτῆς τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις καὶ νὰ τὰς ρίψῃ εἰς τὴν Πελοπόννησον, πρὸς ἐξοντωτικὴν ἀπόσβεσιν πάσης ἐν αὐτῇ ἐπαναστατικῆς ἑστίας, καταστρεφομένου συγχρόνως καὶ παντὸς ἴχνους Ἑλληνικῆς ζωῆς ἐπιπροσθούσης τυχὸν εἰς τὴν πορείαν τῆς στρατιᾶς της.

Καὶ ἔφθασεν ἡ διαταγὴ τοῦ Διβανίου, ὅπως αἱ δυνάμεις αὗται συγκεντρωθοῦν εἰς τὴν Λάρισαν, ὅπου νὰ προσκομισθῇ, ἐν ἀπιστεύτῳ ἀφθονίᾳ, πᾶν ἐφόδιον πολέμου, τροφῆς καὶ τρυφῆς ἀκόμη, ἀλλὰ καὶ πᾶν μεταφορικὸν μέσον.

Ἀρχηγὸς τῆς στρατιᾶς ταύτης ὡρίσθη ὁ κυρίως συντελέσας εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ Χουρσήτ, στρατηλάτης νοήμων, ἀνδρεῖος, πεπειραμένος καὶ ὠμός.

Αὐτὸς εἶχε καὶ εἰδικοὺς λόγους μίσους ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, τῆς Πελοποννήσου ἰδίως, διότι κατὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Τριπολιτσᾶς καὶ τοὺς θησαυροὺς του κατέλαβον οἱ ἐπαναστάται καὶ τὰς γυναῖκάς του ᾐχμαλώτισαν.

Συγχρόνως τὸ Διβάνιον ἀπεφάσισε τὸν καταρτισμὸν καὶ πάλιν μεγάλου στόλου ἐξ 100 καὶ πλέον σκαφῶν μικρῶν καὶ μεγάλων, διὰ τῆς συμμετοχῆς καὶ πλοίων τῆς Ἀλγερίας, τῆς Τύνιδος καὶ τῆς Αἰγύπτου.

Μέγας κίνδυνος ὀλέθρου ἀπειλεῖ ὁμολογουμένως τὴν Ἑλλάδα καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν προστατεύσῃ ἡ Θεία Δύναμις. Καὶ τὴν προστατεύει.

Κάποιος δηλαδὴ εἰς τὸ Διβάνιον, ἰσχυρὸς καὶ φθονερὸς συγχρόνως –ἐκ τοῦ μὴ σπανίζοντος εἴδους αὐτοῦ- θὰ ὑπέδειξεν, ὅτι ἀρκετὰ ἐδοξάσθη ὁ Χουρσήτ, καὶ ὅτι μία ἐπὶ πλέον ἐπιτυχία θὰ ἔχῃ ὡς φυσικὴν συνέπειαν καὶ πρόσθετον δύναμιν, ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ καὶ καμμίαν νέαν ἀποστασίαν. Ἄλλως τε ὁ Χουρσὴτ ἐσφετερίσθη τοὺς θησαυροὺς τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ, ἐκ τῶν ὁποίων μικρὸν μόνον μέρος ἀπέστειλεν εἰς τὸν Χαζενέν.

Καὶ ἀπεφασίσθη ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ Χουρσὴτ εἰς τὴν ἀρχηγίαν τῆς ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων ἐκστρατείας ταύτης, καὶ νὰ διαταχθῇ ὅπως παραμείνῃ εἰς τὴν Λάρισαν ὡς ἀνώτατος ἐπόπτης πάσης ἐνεργείας πρὸς συγκρότησιν τῆς στρατιᾶς. Προσθέτως ὅμως ὑπεδείχθη εἰς αὐτὸν νὰ καταγίνῃ διὰ νὰ καταρτίσῃ ὁπωσδήποτε καὶ τὴν λογοδοσίαν του.

Διάδοχός του ὡρίσθη ὁ συμπράξας μετ’ αὐτοῦ εἰς τὸν κατὰ τοῦ Ἀλῆ πόλεμον καὶ ἱκανὰ συναποκομίσας Μαχμοὺτ Πασᾶς, ὁ γνωστότατος ὡς Δράμαλης.

Ὁ Δράμαλης ἦτο ἀνὴρ καταγωγῆς εὐγενοῦς· ἦτο νέος, ἀκμαῖος, ὡραῖος, μεγαλοπρεπής, πλούσιος καὶ ριψοκίνδυνος· ἀλλ΄ ἐπηρμένος καὶ κοῦφος –ἀνοητότατος ἂν θέλετε.

Εἶχε δὲ καὶ πρόσθετον χάρισμα: ἦτο φιλοχρήματος. Ἀπόδειξις τούτου ἡ ἀκράτητος χαρὰ τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη, ὃταν εἰς τὸν Ἀκροκόρινθον κατεδείχθη εἰς αὐτὸν ἡ κρύπτη τοῦ Κιαμήλ, ἐξ ἧς παρέλαβε θησαυρὸν ὁλόκληρον, ἐπαυξήσας αὐτὸν διὰ τῆς ὡραίας χήρας τοῦ Κιαμήλ, τὴν ὁποίαν καὶ συνεζεύχθη.

Ὑπὸ τὸν Δράμαλην τώρα ἐτάχθησαν ἐννέα πασᾶδες, ἐν οἷς καὶ εἷς πρώην μέγας Βεζύρης καὶ πολλοὶ Δερεμπέηδες, πάντες σχεδὸν γνωστοὶ καὶ ἐξ ὀνόματος.

Οἱ συγκεντρωθέντες εἰς τὴν Λάρισαν πολεμισταὶ ἀνήρχοντο εἰς 30 χιλιάδας, ἔχοντες ὡς πυρῆνα τοὺς δεδοκιμασμένους ἄνδρας εἰς τὸν κατὰ τοῦ Ἀλῆ ἀγῶνα. Τὸ στράτευμα αὐτὸ εἶχεν ἀνάλογον πυροβολικόν, ἀλλὰ καὶ μέγαν ἀριθμὸν ἱππικοῦ. Ὑπῆρχον δὲ 20 χιλιάδες πολεμικῶν ἵππων, 30 χιλιάδες μεταγωγικῶν ἵππων καὶ ἡμιόνων καὶ 500 καμῆλες.

Ἡ ἐκκίνησις τῶν ἐπιδρομέων αὐτῶν, τελευτῶντος τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1822, ὑπῆρξε πομπική. Τὴν περιγράφει καὶ ξένος αὐτόπτης:

Ὁ θόρυβος ὡμοίαζε πρὸς μυκηθμοὺς παμμεγίστης ἀγέλης ταύρων. Προηγοῦντο πολυάριθμοι Δερβίσαι καὶ παντὸς εἴδους λειτουργοί τοῦ Ἀλλάχ, ἀγέρωχοι καὶ ἀλαλάζοντες.

Ἠκούοντο στίχοι τοῦ Κορανίου, θρησκευτικὰ καὶ πολεμικὰ ᾄσματα καὶ παντὸς εἴδους βαρβαρόφωνα ὄργανα.

Τοὺς ἤχους συνεπλήρουν πυροβολισμοὶ χαρᾶς.

Μετὰ τὴν πρωτοπορίαν ταύτην ἤρχοντο οἱ πολυάριθμοι καὶ ποικιλωτάτης μορφῆς καὶ περιβολῆς πολεμισταί, καὶ μετ’ αὐτοὺς πολυπληθεῖς ὑπάλληλοι, ἀστρολόγοι, νεκρομάντεις, γόητες καὶ θαυματοποιοί, πωληταὶ καπνοῦ, ὀπίου, θεριακῆς, παντὸς εἴδους ἐδωδίμων, ποτοπῶλαι, μεταπρᾶται, τροφοδόται, ἀλλὰ καὶ σιδηρουργοί, ἱπποκόμοι, ὑπηρέται, ἀργυραμοιβοί, λησταί, δήμιοι καὶ ἀρκετοὶ τυχοδιῶκται.

Ἤρχοντο κατόπιν οἱ φορτηγοὶ ἵπποι καὶ οἱ ἡμίονοι, φέροντες σκηνάς, ἀποσκευάς, ὅπλα, πολεμοφόδια καὶ τροφάς.

Τελευταῖοι ἐβάδιζον μετὰ νωχελοῦς ἀξιοπρεπείας αἱ κατάφορτοι καμῆλαι.

Εἰς τὸν θόρυβον τοῦ μέσῳ νεφελῶν σκόνης βαδίζοντος πολυσυνθέτου αὐτοῦ συγκροτήματος, προσέδιδον κάτι ἐξόχως δαιμονιῶδες οἱ χρεμετισμοὶ 40 χιλιάδων ἵππων.

Δὲν θὰ παρακολουθήσωμεν τὰς καταστροφὰς τῶν ὀρδῶν τούτων· ἄλλως τε ἀρκετὰ σχετικὰ ἔχουν γραφεῖ.

Ἑκάστη ἐκ τῶν καταστροφῶν αὐτῶν ἀνήγγελλεν ὁ Δράμαλης εἰς τὸ Διβάνιον ὡς νίκην ἔνδοξον.

Καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις ἐπανηγύριζε, χειροκροτούντων τῶν μισελλήνων –διότι ὑπῆρξαν καὶ τοιοῦτοι.

Θὰ σταθῶμεν μόνον μετ’ ὀλίγον εἰς ὑψηλὴν καὶ περίοπτον θέσιν τῶν Γερανείων ὀρέων τῆς Μεγαρίδος: «ἀέρες» ὀνομάζεται ἡ θέσις αὕτη ὑπὸ τοῦ λαοῦ.

Ἐκεῖ ὁ Δράμαλης καθήσας ἐπὶ εἴδους τινὸς θρόνου, ἔδειξε τὴν Πελοπόννησον ἔξαλλος ἐξ ἐνθουσιασμοῦ καὶ λαβὼν στάσιν ἐξόχως μεγαλοπρεπῆ, διένειμε τὰς ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου εἰς τοὺς κορυφαίους τῶν ὑπ’ αὐτόν, κατόπιν δὲ διέταξε γενικὴν ὁμοβροντίαν, ἐκτελεσθεῖσαν ὁπωσδήποτε, καὶ ἐπροχώρησε.

Τὴ 5 Ἰουλίου ἡ στρατιὰ διῆλθε τὸν Ἰσθμόν· εἰσέβαλεν εἰς τὴν Πελοπόννησον, καὶ κατέλαβε τὴν Κόρινθον ἀμαχητί. Κατόπιν ὁ Δράμαλης ἐπροχώρησε πρὸς τὴν Ἀργολίδα πανστρατιᾷ, μὴ ἀποδεχθεὶς ἐν τῇ οἰήσει του τὰ προταθέντα εἰς αὐτὸν διάφορα στρατηγικὰ σχέδια.

Ποῦ νὰ φαντασθῇ ὅμως ὁ Δράμαλης, ὅτι ὄπισθέν του, κατὰ τὴν προσφυεστάτην ἔκφρασιν: «ἐκλείσθησαν αἱ πύλαι».

Ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἑνωμένη τότε· μικροδιαφωνίαι τινὲς καὶ μικροέριδες ἐσίγησαν ἐνώπιον τοῦ γενικοῦ κινδύνου.

Καὶ εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ μία περισωθεῖσα ἐπιστολὴ τοῦ Ὀδυσσέως Ἀνδρίτζου, ἀγγέλλουσα τὴν κάθοδον τοῦ Δράμαλη:

«Σᾶς στέλνω 30 χιλιάδας τούρκους γιὰ νὰ ὁμονοήσετε. Κάμετέ τους ὅ,τι ἠμπορεῖτε. Ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι νὰ μὴν περάσουν ἄλλοι».

Καὶ πράγματι, οἱ περίφημοι στρατηγοὶ καὶ ὁπλαρχηγοὶ τῆς Ρούμελης παρημπόδιζον ὅσον ἠδύναντο πᾶσαν μετὰ τοῦ Δράμαλη ἐπικοινωνίαν τοῦ Χουρσήτ, ὁ ὁποῖος ἴσως κατὰ βάθος καὶ νὰ μὴ εἶχε καὶ μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ συντρέξῃ τὸν σφετεριστὴν τῆς δόξης του.

Τὸ στρατηγικὸν σχέδιον τῶν Ἑλλήνων ἀρχηγῶν κατεστρώθη ὁμοφώνως. Συνίστατο δὲ εἰς τὸ νὰ κρατήσουν τὴν Ἀκρόπολιν τοῦ Ἄργους καὶ τὰς μεγάλας πηγὰς τῶν ὑδάτων τῆς Ἀργολίδος, νὰ παρεμποδίσουν δέ, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν διὰ διαφόρων ὁδῶν πρὸς τὴν Τριπολιτσὰν προέλασιν τοῦ στρατεύματος τοῦ Δράμαλη, ὥστε, παραμένον τοῦτο κατ’ ἀνάγκην ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον εἰς τὸ Ἄργος, νὰ λιμοκτονηθῇ· διότι προλαβόντες κατέκαυσαν ἤδη οἱ Ἕλληνες πᾶσαν ἀποθήκην σίτου, ὡς καὶ τὰς θημωνιὰς ἀκόμη αὐτὰς· κατέστρεψαν δὲ καὶ οἱαδήποτε τρόφιμα εὑρισκόμενα τυχὸν ἐν τῷ τόπῳ.

Τὸ σχέδιον ὅμως αὐτὸ ὑπεβοήθησε πολὺ καὶ ἡ παροιμιώδης λειψυδρία τοῦ ἔτους αὐτοῦ, καθ’ ὅ, καὶ τὰ φρέατα, ἀλλὰ καὶ αἱ πηγαὶ καὶ οἱ ποταμίσκοι ἀκόμη, ἐξηράνθησαν· ἐνῷ ὁ ἥλιος τῆς Ἑλλάδος ἐξηκόντιζε τὸ φοβερώτερον τοῦ Ἰουλίου πῦρ, ἐξ ἄλλου δὲ ἀνομβρία δεινὴ ἐπεκράτει: «χαλκοῦ γεγονότος πρὸς ὑετὸν οὐρανοῦ».

Παρ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν ἴσως θὰ κατωρθοῦτο ἄνευ τῆς ἀδρανείας τοῦ Τουρκικοῦ στόλου.

Ὃταν ἐπεφάνη οὗτος πλέων πρὸς τὸν Ἀργολικὸν κόλπον ἀπελπισία κατέλαβε πάντας.

Ἔξαφνα ὅμως ὁ στόλος μετέβαλε διεύθυνσιν, ἀποφασίσαντος ἴσως τοῦ Καπετὰν ἀγᾶ νὰ δράσῃ ἐντός του Κορινθιακοῦ κόλπου, ἀφοῦ προηγουμένως παραλάβῃ ἐκ Πατρῶν τὸν νέον Καπετὰν πασᾶν, τὸν διάδοχον τοῦ Καρᾶ Ἀλῆ, ὅστις, ὡς γνωστόν, πυρίκαυστος καὶ καταμωλωπισμένος ἀπέθανεν, ἀφοῦ εἶδε καιομένην τὴν ναυαρχίδα του, διὰ τοῦ πυρσοῦ τοῦ Κανάρη.

Ὅπως ὀρθῶς διατυπώνει τὸ φαινόμενον τοῦτο, εἰς τὰ ναυτικὰ τῆς ἐκστρατείας τοῦ Δράμαλη, δόκιμος ἱστορικός: «Ὁ στόλος αὐτός, ὡσὰν νὰ μὴ ἐφρόντιζε περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους του, ὡσὰν νὰ ἦτο ξένος ὁ ἐν τῇ Ἀργολίδι ἀγών, ἀντὶ νὰ εἰσπλεύσῃ, καὶ συμπράττων μετὰ τοῦ στρατοῦ νὰ καταστρέψῃ διὰ μιᾶς τὰ πάντα, ἐξηκολούθησε τὸν πλοῦν του πρὸς τὰς Πάτρας».

Παρέμεινε δ’ ἐκεῖ ὁ στόλος, μετὰ τοὺς πανηγυρισμοὺς ἐπὶ τῇ ἀναρρήσει τοῦ νέου Καπετὰν πασᾶ, τοῦ συνεχίσαντος πλὴν ἄλλων καὶ τὰς καταχρήσεις τῶν προκατόχων του, παρέμεινεν ἐκεῖ πλέον τοῦ μηνός, καθ’ ὅν χρόνον ἡ παρουσία του ἦτο ἀπαραίτητος εἰς τὸν κρατοῦντα καὶ τοῦ Ναυπλίου Δράμαλην.

Ὁ κρύφιος λόγος ἐν τούτοις τῆς μετατροπῆς τῶν ἀρχικῶν ἴσως σκέψεων τοῦ Καπετὰν ἀγᾶ δυνατὸν νὰ ἦτο, τὸ ὅτι ἐφοβεῖτο οὗτος –πλησίον τῆς Ὕδρας μάλιστα καὶ τῶν Σπετσῶν εὑρισκόμενος- ὄχι μόνον τὰ ἑλληνικὰ πυρπολικά, ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ πλοῖα, καὶ τὰ πλοιάρια ἀκόμη.

Καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν τοὺς τοιούτους τουρκικοὺς φόβους ἀπὸ ἱστορικοὺς καὶ χρονογράφους, Ἕλληνας καὶ μή.

Περιεσώθη καὶ παραμένει ἀνέκδοτος ἐν τῷ πρωτοτύπῳ χειρογράφῳ της ἐπίσημος καὶ λεπτομερὴς ἔκθεσις τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Τουρκουαιγυπτιακοῦ ναυτικοῦ ἐπιτελείου.

Μία περικοπὴ τῆς ἐκθέσεως ταύτης λέγει τὰ ἑξῆς:

«Σύσσωμος ὁ στόλος ἡμῶν ἔπλεεν· ὃταν πλησίον μιᾶς τῶν νησίδων ἐθεάθησαν δύο Ἑλληνικὰ πλοῖα. Ὅλα τὰ ἐλαφρὰ μας ἐκινήθησαν ὅπως τὰ καταδιώξουν. Τότε τὸ ἕν ἐκ τῶν δύο Ἑλληνικῶν πλοίων ἔκαμε σημεῖον διὰ καπνοῦ καὶ μετ’ ὀλίγον ἐφάνη ἐξερχομένη διὰ μέσου τῶν νησίδων μοῖρα τοῦ Ἑλληνικοῦ στολίσκου. Περὶ τὴν ἑσπέραν τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα ἐπλησίασαν πολύ, πυροβολοῦντα καὶ διὰ μικρῶν πυροβόλων. Ἡ ἀμάθειά μας, περὶ τοῦ κινεῖσθαι καὶ μάχεσθαι εἰς γραμμήν, ἔρριψε τὴν ἀταξίαν καὶ τὴν σύγχυσιν εἰς τὸν στόλον μας, καὶ ὢ ἐντροπή! Δεκατρεῖς φρεγάτες, δεκαὲξ κορβέτες καὶ 32 ἐλαφρὰ πλοῖα ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον φυγήν, καταδιωκόμενα ὑπὸ μικρῶν Ἑλληνικῶν πλοιαρίων».

Εἰς τὴν Ἀργολίδα οἱ ἄνδρες τοῦ Δράμαλη ἤρχισαν νὰ πεινοῦν, τὰ δὲ κτήνη νὰ ἀποθνῄσκουν. Αἱ μεμψιμοιρίαι μικρὸν κατὰ μικρὸν ὑψώθησαν εἰς κατακρίσεις καὶ εἰς συγκρούσεις. Ἀπειθαρχία καὶ γενικὴ κατακραυγή. Τὴν κατάστασιν ἐπεδείνουν καὶ μυστικοὶ πράκτορες τοῦ Χουρσήτ, ἐνσπείροντες τὴν ἀπόγνωσιν.

Ὁ Δράμαλης ἤλπισεν ὅτι εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τοὐλάχιστον τοῦ Ἄργους θὰ εὑρίσκοντο ἀποταμιεύματα τροφίμων. Ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι, φαντασθέντες ὅτι ἐπὶ τέλους τὴν ἐκυρίευσαν εὗρον αὐτὴν κενὴν ἀνθρώπων, οἵτινες εἶχον κατορθώσει νὰ διαφύγουν ἀπαρατήρητοι, ἀφοῦ ἐξήντλησαν καὶ τὸ τελευταῖον τοῦ φρουρίου παξιμάδι.

Εἶχε καὶ κωμικὸν τι ἐπεισόδιον ἡ ἐκπόρθησις αὕτη. Ὁπλαρχηγὸς τις δηλαδὴ ἐκ τῶν γενναιοτέρων, ὅστις ὑπῆρξεν ἐπὶ τινα χρόνον καὶ φρούραρχος, εἶχεν ἀποκοιμηθῆ καὶ ἐλησμονήθη. Ὁ θόρυβος τὸν ἐξύπνησεν. Ἔξαφνα δὲ εὑρέθη μεταξὺ πλήθους Τούρκων· ἥρπασε τότε αὐτὸς ἐν κατακείμενον καβούκι καὶ τὸ ἐφόρεσε· προσποιούμενος δὲ τὸν Τοῦρκον ἐφώναζε δυνατώτερα τῶν ἄλλων καὶ διέφυγε καὶ αὐτός.

Τέλος ὁ Δράμαλης ἀπεφάσισε νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸς τὴν Κόρινθον ὅπου καὶ τὴν ἀρωγὴν τοῦ στόλου διὰ τοῦ Κόλπου ἐθεώρει βεβαίαν καὶ τὴν μετὰ τοῦ Χουρσὴτ ἐπικοινωνίαν εὐχερεστέραν. Διέδωσεν ὅμως, πολὺ ἐπιτηδείως μάλιστα, ὅτι παρασκευάζεται, ὅπως πάσῃ θυσίᾳ προχωρήσῃ πρὸς τὴν Τριπολιτσάν.

Ἀλλ΄ εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπῆρχε τότε μία στρατηγικὴ κεφαλὴ σκεπτομένη καὶ μία χεὶρ ἐκτελοῦσα.

Ἡ κεφαλὴ ἦτο τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ ἡ χεὶρ ἦτο τοῦ Νικηταρᾶ.

Κατανοήσας τὴν πρόθεσιν τοῦ Δράμαλη ὁ Κολοκοτρώνης ἔταξε διαφόρους ἐκλεκτοὺς σωματάρχας εἰς ἐπίκαιρα σημεῖα τῶν Δερβενακίων. Δία νὰ μὴ χρονοτριβῇ δὲ εἰς συζητήσεις μετὰ τῶν ἀντιφρονούντων, ἔλαβε καὶ μέτρα τινὰ διὰ τὴν τυχὸν πρὸς τὴν Τριπολιτσὰν προέλασιν τοῦ Δράμαλη χωρὶς νὰ πιστεύῃ εἰς αὐτήν.

Καὶ ὄντως ὁλόκληρος ἡ Δραμαλιτικὴ στρατιὰ διῃρημένη εἰς δύο μοίρας ἤρχισε νὰ κινῆται πρὸς τὴν Κόρινθον, διὰ τῶν στενῶν, δ’ ὧν καὶ κατερχομένη διῆλθεν ἀμαχητί.

Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὰ ἐνδοξότατα αὐτὰ διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ Δερβενάκια, ὑπέστη ἀληθῆ ὄλεθρον ὁ Δράμαλης· τόσον εἰς τὰ στενά, τοῦ ἰδίως Δερβενακίου, τοῦ Μαυρορρέματος καὶ τοῦ Ἁγίου Σώστη, ὅσον κατόπιν καὶ εἰς τὴν Κλεισούρα τοῦ Ἁγιανορίου. Καὶ ἡ καταστροφὴ θὰ ἦτο πλήρης, ἂν ὑπῆρχε πληρεστέρα συνεννόησις καὶ ὀλιγωτέρα λαφυραγωγία.

Ἡ πορεία τῆς στρατιᾶς τοῦ Δράμαλη ἦτο καὶ πάλιν πομπική, προηγουμένων τῶν Δελήδων καὶ πλήθους φωνακλάδων· ἀλλὰ καὶ πολὺ γραφική.

Ἀείμνηστος ἱστοριοδίφης, εἰδικῶς ἀσχοληθεὶς εἰς τὰ τῆς καταστροφῆς ταύτης, ὁ Βαρδουνιώτης, παρέχει τὰς ἑξῆς χαρακτηριστικὰς γραμμὰς:

«Περὶ τὸν ὄρθρον τῆς 26 Ἰουλίου ὁ Δράμαλης ἐξώρμησε πανστρατιᾷ διὰ τὰ Δερβενάκια. Τὸ πλῆθος τῶν στρατιωτῶν ἐφαίνετο μακρόθεν ὡς ἐν παμμέγιστον μαῦρον σύννεφον. Ἡ στρατιὰ αὕτη κινουμένη ἐλάμβανε σχῆμα παμμεγέθους καὶ φοβεροῦ δράκοντος. Ἡ πρωτοπορία ἦτο ἡ κεφαλή· τὸ σῶμα ἐξετείνετο εἰς τὴν πεδιάδα, ἡ δὲ οὐρά, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν οἱ πασάδες, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐφοδιοπομπὴ καὶ τὰ φορτηγὰ κτήνη εἷρπεν ἀκόμη πλησίον τοῦ Ἄργους».

Δὲν θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὰ τῆς μάχης ταύτης, περὶ τῆς ὁποίας πολλὰ καὶ λεπτομερῆ ἔχουν γραφῆ.

Κατ’ αὐτὴν κυριολεκτικῶς κατεστράφη ἡ πρωτοπορία τοῦ Δραμαλικοῦ στρατοῦ.

Τὴν μεγαλυτέραν φθορὰν ἐπέφερεν ὁ Νικηταρᾶς, προλαβών, μετὰ τῶν λοιπῶν σὺν αὐτῷ ὑπερόχων πολεμικῶν παραγόντων, νὰ φθάσῃ ἐπίκουρος καὶ νὰ καταλάβῃ τὸν Ἅγιον Σώστην.

Καὶ ἐδῶ ἠκούσθη πάλιν ἡ κραυγὴ τοῦ Νικηταρᾶ, φοβερὰ τώρα: «Κτυπᾶτε τοὺς Πέρσας».

Τὸ δεύτερον σῶμα τοῦ Δράμαλη ἐστάθη κατὰ τὴν μεσημβρινὴν εἴσοδον τῶν Στενῶν, διὰ νὰ ἴδῃ τὴν τύχην τοῦ πρώτου. Ὑπεχώρησε τότε πρὸς τὸ Ναύπλιον καὶ παρέμεινεν ὁλόκληρον τὴ ἐπιοῦσαν ἀκινητοῦν.

Κατὰ τὴν ληφθεῖσαν δὲ ἀπόφασιν, τὴν 28ην τοῦ Ἰουλίου ἐπροχώρησε καὶ αὐτὸ πρὸς τὴν Κόρινθον, λαβὸν ἄλλην διεύθυνσιν, διὰ τῆς Κλεισούρας τοῦ Ἁγιονορίου· εἶχε δὲ καὶ ἀσφαλεῖς ὁδηγούς.

Ἀλλὰ νέαν πάλιν καταστροφὴ ἀνέμενε καὶ τὸ κύριον αὐτὸ σῶμα τῆς στρατιᾶς. Ἀναφέρονται ὀνομαστὶ οἱ πεσόντες ἐκ τῶν ἐπιφανῶν Τούρκων· διεξήχθη δὲ τότε καὶ μονομαχία τις μεταξὺ Ἕλληνος ὁπλαρχηγοῦ καὶ τοῦ πρώην Βεζύρη.

Καὶ ἐδῶ πάλιν ὁ Νικηταρᾶς ἐθριάμβευσεν. Εἰς τὸ Ἁγιονόρι δὲ ἐδόθη, κοινῇ βοῇ, εἰς αὐτὸν τὸν πρῶτον, ὁ τίτλος τοῦ «Τουρκοφάγου», ὁ ὁποῖος ἐπικρατήσας, ἐπεσκίασε πάντα ἄλλον τίτλον, δι’ οὐ ἐχαρακτηρίσθη οὗτος καὶ ἐπισήμως μάλιστα.

Κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν συμφορὰν ὁ στρατηλάτης Δράμαλης ἐτίμησε τὰ νῶτα ἐκλεκτοῦ, ὡς περιγράφεται, ὄνου, ἐπιτηδειοτάτου δὲ «διὰ νὰ σκαρφαλώνῃ εἰς τὰ κατσάβραχα». Ἀλλὰ καὶ ὁ ὄνος ἐφονεύθη· καὶ τότε ὁ Δράμαλης ἐπροχώρησε πεζὸς καὶ κατώρθωσε τέλος νὰ φθάσῃ εἰς τὴν Κόρινθον μὲ ράκη ἐνδυμάτων καὶ χωρὶς σαρίκι.

Ἐκεῖ δὲ νοσήσας τὸ πρῶτον ἠθικῶς καὶ κατόπιν σωματικῶς ἀπέθανε τὴν ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ 1822.

Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπὸ τῶν μαχῶν αὐτῶν περισωθέντες ἄνδρες τῆς φοβερᾶς ταύτης στρατιᾶς ἄλλοι ἐφονεύθησαν κατόπιν καὶ τινες κατώρθωσαν νὰ φύγουν.

Σημείωμα ἐπίσημον, ἐκ Τουρκικῆς πηγῆς, δοθὲν εἰς τὸν Κολοκοτρώνην καὶ διατυπωθὲν ὑπ’ αὐτοῦ, ἀναγράφει ταῦτα:

«28 χιλιάδες ἐμβῆκαν εἰς τὴν Πελοπόννησον· 20 χιλιάδες ἄλογα τῆς σέλας, 30 χιλιάδες ἀλογομούλαρα φορτηγὰ καὶ 500 καμήλια. Ὅλα αὐτὰ ἔμειναν εἰς τὴν Πελοπόννησον».

Γέροντες δὲ Ἕλληνες πολεμισταὶ διηγοῦντο κατόπιν, ὅτι «πολλὰ χρόνια πουλὶ δὲν ἐλάλησε σ’ αὐτὰ τὰ μέρη».

Ἡ βοὴ καὶ ὁ ἀλαλαγμὸς τῶν Δερβενακίων πολὺ ὡμοίαζε πρὸς τὴν θρυλικὴν βοήν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη καὶ τώρα τὰ μεσάνυκτα τὴν ἀκούουν οἱ βοσκοὶ ποὺ διανυκτερεύουν εἰς τὶς πλαγὲς τῶν βουνῶν, τὰ ὁποῖα στεφανώνουν τὸν Μαραθῶνα, καὶ εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ Βρανᾶ.

Ἀμύθητα ἦσαν τὰ ἀπὸ τῆς μάχης τῶν Δερβενακίων περισυλλεγέντα λάφυρα. Καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης:

«Θησαυροὺς καὶ ἄρματα ὡραῖα, τὰ ἐπῆραν οἱ Ἕλληνες. Αὐτὸ τὸ στράτευμα τῶν Τούρκων ἦτον ὅλο πλούσιο, γιατί τὰ εἶχε πάρει ἀπὸ τὸν θησαυρὸ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ ποὺ τὸν ἐπολεμοῦσε».

Εἰς τὴ περιγραφὴν τῆς ἐπιούσης τῆς πρώτης μάχης σημειοῦνται τὰ ἑξῆς σχετικά:

«Ἐδῶ ἀποσκευαί, πλούσιαι ἐνδυμασίαι, κιδάρες, διεσκορπισμέναι σκηναί, σημαῖαι, σάλπιγγες, τύμπανα, λαμπρὰ ὃπλα, πιστόλια, σπαθιά, μάχαιραι, λόγχαι, ἐφίππια, σκεύη ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ, πολύτιμοι λίθοι, καὶ ποικίλα τιμαλφῆ, χρήματα καὶ τροφαὶ τῇδε κἀκεῖσε. Παρέκει ἵπποι πλανώμενοι ἄνευ ἱππέων καὶ χρεμετίζοντες».

Καὶ τὸ ταμεῖον τοῦ στρατοῦ ἐδῶ ἀπέμεινε καὶ αὐτό.

Καὶ ἀναγράφει ὁ προμνημονευθεὶς χρονογράφος:

«Αἱ δὲ καμῆλες γονατισταὶ μετὰ τοῦ φορτίου των ἐφαίνοντο ὡσὰν νὰ προσέφερον εὐλαβῶς εἰς τοὺς νικητὰς τὰ λάφυρα τῶν ἡττηθέντων».

Ἐπίσης μετὰ τὴν δευτέραν μάχην συνεκεντρώθη μέγας ἀριθμὸς λαφύρων, ἰδίως ἐκ τῶν εἰς δώδεκα μεγάλα κιβώτια, τοῦ φονευθέντος πρώην μεγάλου Βεζύρη καὶ τοῦ Δράμαλη, μεταφερομένων ἀντικειμένων. Καὶ τί δὲν ἦσαν εἰς τὰ λάφυρα ταῦτα!

Μέσῳ πολλῶν ἄλλων καὶ σπάθη ἀδαμαντοκόλλητος ἔχουσα τὴν λεπίδα ἐκ πολυτίμου μαύρου Περσικοῦ μετάλλου μετὰ χρυσῆς ἐπιγραφῆς· κατὰ τὴν λαβὴν εἶχεν αὕτη ἕν μέγα ρουμπίνι κυκλούμενον ὑπὸ ἓξ ἄλλων τοιούτων· ἡ δὲ θήκη της ἦτο ἐκ καθαροῦ χρυσοῦ ὡς καὶ οἱ θύσανοι. Ἐπίσης ἀργυρᾶ ἐγχειρίδια καὶ γιαταγάνια, πολύτιμοι τάπητες καὶ 9 χιλιάδες λίραι. Πλῆθος ἀργυρῶν σκευῶν καὶ ἄλλων τιμαλφῶν ἀντικειμένων, ἐν οἷς βεβαίως καὶ χρυσᾶ ὡρολόγια.

Καὶ ὁ ἀναγινώσκων τὴν περιγραφὴν τῶν λαφύρων αὐτῶν, πρὸ παντὸς ὀφείλει νὰ φαντασθῇ τὸ μέγεθος καὶ τὴν ποικιλίαν τῶν δόλων, τῶν καταπιέσεων, τῶν βασανισμῶν, τῶν ἐγκλημάτων, ἐπὶ σειρὰν αἰώνων, ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, τῶν μόνων παραγόντων τοῦ πλουτισμοῦ τῶν κυριάρχων αὐτῶν, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου.

Πολλὰ ἐκ τῶν λαφύρων ὡς ἦτο φυσικὸν τότε, διηρπάγησαν ὑπὸ τῶν πολεμιστῶν· τῆς τοιαύτης δὲ διαρπαγῆς παρέχει γραφικὴν εἰκόνα ὁ Φωτάκος σημειώνων τὰ ἑξῆς: «σὰν τὰ μερμήγκια ἔτρεχαν φορτωμένοι λάφυρα. Ὁ ἕνας πήγαινε καὶ ὁ ἄλλος ἐρχότανε. Ἐμοίραζαν μὲ τὸ φέσι τὰ φλουριά! ».

Παρὰ τὰ ἔκτροπα ταῦτα, ἀπεστάλη εἰς τὴν Τριπολιτσὰν πλῆθος λαφύρων, φορτωθέντων εἰς 800 ἵππους, 1200 ἡμιόνους καὶ 36 καμήλους.

Ὃταν τὰ λάφυρα συγκεντρωθέντα ὑψώθησαν εἰς σωροὺς πρὸς ἀνάλογον διανομήν, παρετηρήθη ὅτι ὁ ἕνας ἐκ τῶν ἀρχηγῶν ἔλειπεν.

Ἦτο ὁ Νικηταρᾶς.

Εἶχεν ἐξαφανισθῆ διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῇ νὰ λάβῃ τι ἐκ τῶν λαφύρων.

Τέλος, κοινῇ βοῇ παρακληθεὶς συγκατετέθη νὰ λάβῃ μίαν σέλαν, ἕνα σπαθὶ καὶ μίαν ξυλίνην ταμπακέραν μὲ γλυφάς.

Καὶ τὴν μὲν σέλαν ἐδώρισε κατόπιν εἰς φίλον συμπολεμιστήν του, τὴν δὲ ξυλίνην ταμπακέραν ἀπέστειλε εἰς τὴν σύζυγόν του, τὴν θυγατέρα τοῦ περιφήμου ἀρχιαρματολοῦ τοῦ Μωριᾶ, τοῦ Ζαχαριᾶ. Ἐδημοσιεύθη δὲ κάποτε ἡ πρὸς τὴν σύζυγόν του ταύτην ἐπιστολή του, εἰς τὴν ὁποίαν τῆς ἔγραφε: «Τὴν στέλνω σὲ σένα ποὺ ἀγαπῶ ὕστερα ἀπὸ τὴν Πατρίδα. Λάβε την γιὰ νὰ μὲ θυμᾶσαι». Περὶ δὲ τοῦ ξίφους τοῦ Νικηταρᾶ ἔχει γίνει μεγάλη συζήτησις, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξάγεται, ὅτι μόνον τὸ ἔλασμα ἦτο πολύτιμον.

Τὴν σπάθην ταύτην ὁ Νικηταρᾶς ἀπέστειλε χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ στόλου εἰς τὴν Ὕδραν, ἀφοῦ χρήματα δὲν εἶχεν.

Ἀλλ’ οἱ πρόκριτοι τῆς Ὕδρας εἰς θαυμασίαν ἐπιστολὴν περισωθεῖσαν τοῦ ἔγραψαν, ὅτι τὸ σπαθὶ αὐτό, μόνον ὃταν τὸ κρατῇ τὸ χέρι τοῦ Νικηταρᾶ, ἔχει ἀξίαν. Ἂς μὴ τοῦ τὴν ἀφαιρέσῃ λοιπόν».

Εἰς τὸν χρόνον αὐτὸν ἀνάγεται καὶ ἡ παροιμιώδης δωρεὰ ὑπὸ τοῦ Νικηταρᾶ, ἑνὸς μικρόσωμου λευκοῦ ἵππου «χωρὶς οὐράν», πρὸς τὸν λαϊκὸν στιχουργὸν τοῦ Ἀγῶνος, τὸν περιβόητον Τσοπανᾶκον.

Ἐπειδὴ τοιαύτας ἐμπνεύσεις φαίνεται ὅτι εἶχεν ὁ Νικηταρᾶς, δὲν δυσκολευόμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἰδέα ἰδικὴ του ἦτο, ὅπως, προκειμένου ν’ ἀποσταλῇ ἀναμνηστικὸν τι δῶρον εἰς νῆσον τινά, προτιμηθῇ πρὸς τοῦτο μία καμῆλα.

Καὶ συνεκεντρώθησαν οἱ μὴ ταξειδευμένοι νησιῶται αὐτοί, εἰς τὸ μουράγιο, διὰ ν’ ἀποθαυμάσουν τὸ παρόδοξον αὐτὸ ζῷον τὸ ὁποῖον ἠγνόουν.

Καὶ προσεκλήθη τότε ὁ πρωτόγερος, ὁ ὁποῖος ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι «λαγὸς χιλίων ἐτῶν» (χιλιοχρονίτικος).

Τῆς ἀφιλοκερδείας τοῦ Νικηταρᾶ καταφανῆ ἀλλὰ καὶ ἐκπληκτικὴν ἀπόδειξιν, ἂς μὴ ζητήσῃ τις οὔτε εἰς τὰς παραδόσεις τῶν χρόνων τοῦ Ἀγῶνος, οὔτε εἰς σχετικὰς τοιαύτας ἀναγραφὰς ἱστορικῶν καὶ χρονογράφων.

Περιεσώθη ἐν πρωτοτύπῳ ἐπιστολὴ του γραφεῖσα τρία ἔτη κατόπιν καὶ ἀποσταλεῖσα πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ζακύνθου, τὴν ὁποίαν ἐπιστολὴν εἴχομεν τὴν τύχην νὰ ἀνεύρωμεν.

Αὕτη περιέχει τὰ ἑξῆς:

«Τὰ κιάλε πού μοῦ ἐστείλατε μὲ ὠφελεῖ μεγάλως διὰ τὸν Ἰμπραήμη. Μοῦ ἦτον ὅμως ἀναγκαιότατον καὶ ἕνα ὡρολόγι διὰ νὰ ρεγολάρουμε εἰς τοὺς πολέμους. Ὅθεν καὶ ὅπως ἀγαπᾶτε κάμετε. Σᾶς ἀσπάζομαι ἀδελφικῶς καὶ μένω.

ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ».

Μετὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης περιεσώθη καὶ ἡ ἀπόδειξις παραλαβῆς, δοθείσης ὑπὸ τοῦ πρὸς τοῦτο ἀποσταλέντος ἐπίτηδες ἀνθρώπου του.

«Ἔλαβον ἐγὼ ὁ ὑποκάτωθεν σημειούμενος ἕνα ὡρολόγιον ἀσημένιον περικλεισμένον εἰς ἕνα κουτὶ χάρτινον καὶ καλὰ βουλωμένον ἀπὸ τὰ δύο μέρη μὲ τσέρα-σπάνεα, ὡς θέλει βουλωθῆ καὶ τὸ παρὸν μὲ τὴν ἰδίαν βοῦλα, καὶ ὑπόσχομαι νὰ τὸ παραδώσω αὐτὸ τὸ βουλωμένον κουτίον μὲ τὸ ὡρολόγιον, πρὸς τὸν Στρατηγὸν Νικήταν Σταματελόπουλον, μὲ τὸ καλὸν ἐκεῖ φθάσιμόν μου».

Ὁ Νικηταρᾶς ἀπέθανε δεινῶς πάσχων εἰς τὸν Πειραιᾶ κατὰ τὸ ἔτος 1849, ἀφήσας εἰς τὴν οἰκογένειάν του μέγα ὄνομα καὶ μεγάλην δυστυχίαν.

Ἐτάφη εἰς τὰς Ἀθήνας.

Δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω τὸν τάφον του. Πιστεύω δὲ ὅτι οὔτε ἄλλος τις θὰ κατορθώσῃ τοῦτο.

Ὁ μὴ ἀμέτοχος ὅμως τοῦ Ἑλληνικωτάτου γνωρίσματος: τοῦ σεβσμοῦ πρὸς τοὺς τάφους, ἂς παρηγορηθῇ διὰ τῆς σκέψεως ὅτι τὸν Νικηταρᾶν πᾶσα ἡ Ἑλληνικὴ γῆ ἔχει ἀνοικτὰς τὰς ἀγκάλας