
Τὸ ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη κι ὅτι στὴν οὐσία της ἀνήκει στὸν ἀθάνατο κόσμο, τὸ ἀποδείχνει τὸ γεγονὸς ὅτι, στὴν ἐπίγεια αὐτὴ ζωή, νιώθει σὰν τὸν ἀνικανοποίητο ταξιδιώτη σὲ ξένη χώρα, ποὺ τίποτα στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ τὸν χορτάσει καὶ νὰ τὸν ζωογονήσει. Ἀκόμα κι ἂν ἡ ψυχὴ εἶχε τὴ δυνατότητα ν’ ἀδειάσει μέσα της τὸ σύμπαν ὁλόκληρο μ’ ἕνα ποτήρι νεροῦ, ἡ δίψα της ὄχι μόνο δὲν θὰ λιγόστευε, ἀλλὰ στὴν οὐσία θὰ γινόταν ἐντονότερη. Γιατί τότε δὲν θά ‘μενε μέσα της οὔτε ἴχνος ἐλπίδας πῶς, μετὰ τὸν ἑπόμενο λόφο, θὰ βρισκε κάποια ἄλλη ἀναπάντεχη πηγὴ νεροῦ.
Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ζωντανή. Ζωντανὴ ποὺ πάντα ὅμως διψάει γιὰ περισσότερη ζωή. Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ξεδιψάσει, παρὰ μόνο ἡ ζωή. Ἡ ζωή της ὅμως βρίσκεται μόνο στὸ Θεό, στὸ ζῶντα Θεό. Ἐδίψησεν ἡ ψυχὴ μου πρὸς Θεὸν τὸν ζῶντα. Δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ψαλμὸς αὐτός, εἶναι ἕνα γεγονός. Ὁ λαιμὸς τοῦ διψασμένου λιονταριοῦ ποὺ βρυχᾶται στὴν ἔρημο, μ’ ὅλο ποὺ ὁ βρηχυθμός του ἠχεῖ στὰ πουλιὰ τῆς ἐρήμου σὰν τραγούδι, στὸ λιοντάρι δὲν εἶναι τραγούδι, μὰ κραυγὴ γιὰ βοήθεια.
Ἐδίψησεν ἡ ψυχὴ μου πρὸς Θεὸν τὸν ζῶντα. Αὐτὰ δὲν εἶναι λόγια ποὺ τὰ λέει κάποιος ποιητής, ἀλλ’ ἕνας διψασμένος ταξιδιώτης ἐν γῆ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ. Δὲν εἶναι τραγουδιστὴς αὐτὸς ποὺ ἔχει συνθέσει τοὺς στίχους αὐτούς, ἀλλ’ ἴσως ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ μεγαλύτερη ἔμπνευση στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας.
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ὁμιλίες Γ΄, Ἀναστάσεως Ἡμέρα, Μετάφραση-ἐπιμέλεια Πέτρου Μπότση, Ἀθήνα 2016, σελ. 44
