
Ἡ μαρτυρία τοῦ φιλέλληνος Γάλλου ἱστορικοῦ Πουκεβίλ, πού δημοσιεύθηκε τό 1824 στό Παρίσι ἀναφέρεται στό μαρτύριο τῶν Ναουσαίων νεομαρτύρων. «Τεσσάρων νέων, ἀφοῦ ἀπέκοψαν τάς χεῖρας ἔστησαν αὐτούς ἐπί σωροῦ πτωμάτων καί τούς προέτρεπον εἰς ἐξωμοσίαν. Ἀρνουμένων δέ ἐκείνων ἔκοψαν ἀλληλοδιαδόχως τάς ῥῖνας, τά ὦτα, τά χείλη, καί τελευταίως ἐξορύξαντες τούς ὀφθαλμούς των ἀφῆκαν αὐτούς ἡμιθανεῖς».
Ὁ James Baker στό βιβλίο του «Ἡ Τουρκία στήν Εὐρώπη» πού δημοσιεύθηκε τό 1876 ἀναφέρει: «Τούς φώναζαν ἕναν-ἕναν. Τούς ρωτοῦσαν τό ὄνομά τους καί στή συνέχεια ἀκολουθοῦσε ἡ ἴδια πάντα ἐρώτηση: «Γκιαούρη, πιστεύεις στόν θεό καί στόν προφήτη γιά νά σώσεις τήν ψυχή σου;» Ἡ ἀπάντηση ὅλων ἦταν μία: «Ὄχι, ἐφέντιμ». «Ἀληθινά», σημειώνει ὁ Baker, «αὐτοί ἦταν χριστιανοί μάρτυρες. Καί ἡ φυλή τους θά πρέπει νά εἶναι ἱκανή μεγάλων κατορθωμάτων».
Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ μάρτυρος ὑπῆρξε ἕνας νεαρός ἄνδρας, τόσο σωματώδης, τόσο εὐγενής, τόσο ὄμορφος, πού σταμάτησαν. Κατόπιν διστακτικά τοῦ τέθηκε τό μοιραῖο ἐρώτημα, καί ἀπάντησε ἀποφασιστικά: «ΟΧΙ». «Γύρνα πίσω, γκιαούρη, καί σκέψου καλύτερα τίς συνέπειες τῆς ἀρνήσεώς σου γιά μία ὥρα ἀκόμη». Πάλι τόν ἔσυραν ἐμπρός στόν κριτή, καί πάλι ἡ ἴδια ἀπάντηση. Ἀκόμη ἀπρόθυμοι, τοῦ προσέφεραν μία τρίτη καί τελευταία εὐκαιρία γιά μεταμέλεια. Τήν Μαρούσια Ἰωάννου Πασχαλίτσα, τήν πόθησε ὁ τριτότοκος γιός τοῦ Μπέη τοῦ Μοναστηρίου καί τήν θέλησε γιά γυναίκα του. Ἐπειδή ὅμως αὐτή δέ δεχόταν, τήν ἔβαζαν νά κάνει τίς περισσότερο βαριές ἐργασίες ὥστε νά δεχτεῖ. Γιά νά τίς ἀποφύγει, προσποιήθηκε τήν παράλυτη καί γιά πολλούς μῆνες τή βασάνιζαν, καίγοντας τά πόδια καί τά χέρια της μέ πυρακτωμένες βελόνες καί καυτά σίδερα, χωρίς νά δείξει αὐτή ὅτι αἰσθανόταν τόν πόνο, μέχρι πού ἀπό τά πολλά βασανιστήρια καί τή συνεχῆ ἀκινησία ἔγινε ῥάκος. Σέ αὐτή τήν κατάσταση τήν πούλησε τότε ὁ Μπέης γιά ἑκατόν πενήντα γρόσια. Ἀφοῦ γλίτωσε ἀπό τά βάσανα, ἡ κοπέλα ἐπέστρεψε στήν Νάουσα καί συντόμως ἀνέκτησε τήν ὑγεία της.
Ἐπιπρόσθετα ὁ Πουκεβίλ κάνει ἀναφορά στό μαρτυρικό τέλος τῶν γυναικῶν τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Καρατάσου & τοῦ Ζαφειράκη στήν Θεσσαλονίκη. «δεόμενη ὑπέρ τῶν δημίων της καί ἐπικαλούμενη τή βοήθεια τῆς Παναγίας», καί πιστοποιεῖ ὅτι οἱ Τοῦρκοι «δολοφόνησαν τή γυναίκα τοῦ Καρατάσου καί τοῦ Ζαφειράκη, ἐπειδή δέν δέχθηκαν νά ἀλλαξοπιστήσουν». Ἡ μία μαρτύρησε μέσα σέ ἕνα τσουβάλι μέ φίδια. Τή δεύτερη τήν ἔκτισαν μέσα σέ ἕνα τοῖχο! Προηγουμένως εἶχαν φροντίσει νά τίς ἀλείψουν μέ μέλι ὥστε νά δέχονται τά τσιμπήματα τῶν μελισσῶν καθώς καί ὕβρεις, φτυσίματα & πέτρες ἀπό τούς παρατρεχάμενους μουσουλμάνους. Ἔχει διασωθεῖ κατά τίς μέρες τῶν σφαγῶν τό ἑξῆς ἐντυπωσιακό γεγονός. Ὅταν ἔφτασε ἡ σειρά του, ῥάφτη στό ἐπάγγελμα, Νικολάου Κοκοβίτη μέ τήν γνωστή διαδικασία ὅταν ἀρνήθηκε νά ἀλλαξοπιστήσει ὁδηγήθηκε στόν δήμιο. Μόλις τοῦ κόπηκε τό κεφάλι ἀντί τό ὑπόλοιπο σῶμα νά σωριαστεῖ κάτω, σηκώθηκε ὄρθιο καί ἄρχισε ἀκέφαλο νά περπατᾶ πρός τήν σκηνή τοῦ στρατάρχη. Στήν πορεία άλλαξε κατεύθυνση, πήδηξε ἕνα αὐλάκι μέχρι πού τό ἀκούμπησε ἕνας στρατιώτης καί ἔπεσε κάτω. Αὐτό θεωρήθηκε θεῖον σημάδι ὅτι ἔπρεπε νά σταματήσει ἡ σφαγή καί ἦταν ὁ τελευταῖος πού ἐκτελέστηκε.
Ὁ ὁπλαρχηγός Ζῶτος μήν ἀντέχοντας νά πέσει στά χέρια τῶν Τούρκων ἔβαλε φωτιά στό μπαρούτι ἀνατινάζοντας τόν ἑαυτό του μαζί μέ τούς διώκτες του. Ἡ μεγαλύτερη σφαγή ἔγινε στούς αἰχμαλώτους τῆς περιοχῆς Κιόσκι ὅπου δόθηκε διαταγή νά σκοτωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνδρες μεταξύ 15-65 ἐτῶν. Γιά τόν σκοπό αὐτό εἶχαν ἔρθει δήμιοι γύφτοι ἀπό τήν Βέροια καί ἄλλοι 600 ἑβραῖοι ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, πού ἀποδείχτηκαν φοβερότεροι ὅλων. Ἡ ἱστορία κατέγραψε 1.241 σφαγιασθέντες μπροστά στόν Τοῦρκο διοικητή πού παρακολουθοῦσε ἀτάραχος.
Πηγή με πρόσθετο υλικό (βίντεο): cognoscoteam
