
του Γεράσιμου Α. Μαρκαντωνάτου*
Όταν μιλάμε, και ειδικότερα όταν γράφουμε, δίνουμε κατά κανόνα ιδιαίτερη προσοχή στο να μην υποπίπτουμε σε λάθη ορθογραφικά, συντακτικά, κυριολεκτικά κ.λπ., ελάχιστοι όμως από εμάς επιδεικνύουμε το ίδιο ενδιαφέρον και για την αισθητική της γλώσσας, δηλαδή για να παρουσιάζεται η εκφορά του λόγου μας αισθητικά ορθή – να διαβάζεται με άλλα λόγια και να ακούεται ο λόγος μας εναργής, εύηχος και ευχάριστος. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και οι λογοτέχνες, οι δημοσιογράφοι και ιδίως οι αγορητές στη Βουλή αδιαφορούν πολύ συχνά για την αισθητική της γλώσσας, με αποτέλεσμα ο λόγος τους στις περιπτώσεις αυτές, όχι απλώς να μη συνάδει προς το κοινό γλωσσικό αίσθημα, αλλά να εκφέρεται ή να ακούεται ασαφής, κακόηχος και δυσάρεστος. Θα αναφερθούμε πιο κάτω σε δύο-τρία ενδεικτικά παραδείγματα, που αποκαλύπτουν την ολιγωρία μας για την επίτευξη ποιοτικού αισθητικά λόγου.
Αποφεύγουμε μερικές φορές να χρησιμοποιούμε επιρρήματα σε -ως, προερχόμενα από δευτερόκλιτα επίθετα, για να μη δείχνουμε τάχα ότι το γραπτό μας ή ο προφορικός λόγος μας έχει επηρεαστεί από την καθαρεύουσα. Ωστόσο, όταν τυχαίνει να συνυπάρξουν στη φράση μας επίθετα ή μετοχές ή άλλα τυχόν γλωσσικά στοιχεία σε -α, λόγω της χασμωδίας του άλφα σε συνεκφορά μάλιστα διαδοχικών λέξεων, η φράση παρουσιάζει αφόρητη κακοηχία και μπορεί να δημιουργήσει ακόμη και κάποια παρανόηση στον ακροατή ή στον αναγνώστη μας. Γι’ αυτό πρέπει να προτιμάμε σε αυτές τις περιπτώσεις τα επιρρήματα σε -ως. Λέμε ή γράφουμε λόγου χάριν: κινηματογραφικά έργα αυστηρά ακατάλληλα (αντί: αυστηρώς)· λυόμενα σπίτια παράνομα στημένα (αντί: παρανόμως)· συμβόλαια αυτοδίκαια άκυρα (αντί: αυτοδικαίως)· σχόλια αδικαιολόγητα προσβλητικά (αντί: αδικαιολογήτως) κ.ά.ό. Παραλείπουμε τα κακόζηλα εκείνα: προηγούμενα, επόμενα, ιδιόχειρα, ταχυδρομικά κ.ά. αντί: προηγουμένως, επομένως, ιδιοχείρως, ταχυδρομικώς κ.ά. Άλλωστε όλα τα επιρρήματα, όπως ξέρουμε, που προέρχονται από τα σιγμόληκτα τριτόκλιτα επίθετα σε -ης (εκτός από το: ειλικρινά < ειλικρινής) λήγουν κανονικά σε -ως: απρεπώς, αφειδώς, διεθνώς, εκτενώς, επαρκώς, σαφώς. Και μάλιστα κάθε προσπάθεια που έγινε, για να μετασχηματιστούν και τα επιρρήματα αυτά σε -α, τάχα επί «το δημοτικώτερον» –κατά τα παραγόμενα δηλαδή από τα δευτερόκλιτα επίθετα -, αποτέλεσε βιασμό της γλώσσας με τραγελαφικά αποτελέσματα: ενστικτώδικα (ενστικτωδώς), πεισματώδικα (πεισματωδώς), πυρετώδικα (πυρετωδώς), αδρομερά (αδρομερώς), επιεικά (επιεικώς), άβλαβα (αβλαβώς) κ.λπ.!
Μια άλλη περίπτωση αφορά στην αύξηση παρατατικού και αορίστου στα σύνθετα ρήματα της νεοελληνικής, τη λεγόμενη εσωτερική αύξηση, η οποία χαρακτηρίζεται όντως από σχετική αμφιταλάντευση: μετέφραζα και μετάφραζα, διέδωσε και διάδωσε, κατέστρεψα και κατάστρεψα κ.λπ. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις έχουμε και διαφορά στη σημασία: κατέλαβα (= κυρίευσα) και κατάλαβα (= αντιλήφθηκα), πρόβαλα (= εμφανίστηκα) και προέβαλα (= αντέταξα) κ.λπ. Ωστόσο μερικοί, για να αποφύγουν δήθεν τύπους της καθαρεύουσας, όπως πιστεύουν, χρησιμοποιούν «τύπους-εκτρώματα», που είναι πράγματι κακόηχοι και θα λέγαμε αποκρουστικοί: έγκρινε (ενέκρινε), έκδωσε (εξέδωσε), έκθεσε (εξέθεσε), συνάφθηκε (συνήφθη) κ.λπ. Ετσι ακούσαμε στη Βουλή των Ελλήνων φράσεις, όπως αυτές: Η αρμόδια επιτροπή δεν έγκρινε ακόμη το σχέδιο νόμου! Με τις δηλώσεις του αυτές έκθεσε τον εαυτό του και το κόμμα του! κ.ά. Επέστη ο καιρός νομίζουμε να ξεπεράσουμε αυτό το ψευδοδίλημμα και να υιοθετούμε στον λόγο μας, προφορικό και γραπτό, δόκιμους τύπους, ειλημμένους είτε από τη λόγια είτε από τη δημοτική μας γλωσσική παράδοση, που πρέπει να είναι όμως εύηχοι και κυρίως ανεκτοί στην αισθητική μας. Μερικοί έχουν δίκιο που συνιστούν να εμπιστευόμαστε σε αυτές τις περιπτώσεις πάνω απ’ όλα το αφτί μας, την αισθητική της ακοής μας. Έπειτα βεβαίως τη γραμματική, τα αξιόπιστα λεξικά, τους έγκυρους γλωσσικούς οδηγούς και επίσης κείμενα συνθεμένα από ανθρώπους που καλλιεργούν τη γλώσσα μας με ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία.
