Συμπληρώθηκε ένα έτος από την κοίμηση του Ιδρυτικού Μέλους της ΕΡΩ Εμμανουήλ Περσυνάκη

 
 
Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον – Ἐμμανουήλ Περσυνάκης (16/10/19)
 
Γεννήθηκε στήν Νέα Ζίχνη Σερρῶν 9 Μαρτίου (τῶν 40 Μαρτύρων) τοῦ ἔτους 1945 ἀπό τόν Νικόλαο καί τήν Ἀγγελική. Ὁ μέν πατέρας του κατήγετο ἀπό τήν Κρήτη, ἡ δέ μητέρα του ἀπό ἕνα μικρό χωριό τήν Ἀγριανή Σερρῶν. Ὁ παπποῦς ἀπό τήν μητέρα του, Βοζίκης, ἦταν Μακεδονομάχος. Οἱ Βούλγαροι τόν κατακρεούργησαν γιατί ἀρνήθηκε νά προδώση μυστικά τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Τόν μνημονεύει ἡ Πηνελόπη Δέλτα στό βιβλίο της “Τά Μυστικά τοῦ Βάλτου”. Ὁ Νικόλαος ἦταν ράφτης στό ἐπάγγελμα, τά χρόνια τότε δύσκολα καί ὡς ἐκ τούτου τά οἰκονομικά τῆς οἰκογένειας πολύ χαμηλά. Ἐπαρκοῦσαν ἴσα–ἴσα γιά τά πρός τό ζῆν. 
 
Ὁ Μανώλης, στά ἐφηβικά του χρόνια, ἄρχισε νά δουλεύη εὐκαίρως–ἀκαίρως ὅταν δέν εἶχε σχολεῖο, ὥστε νά βοηθᾶ στά οἰκονομικά τοῦ σπιτιοῦ. Τότε…γνώρισε τόν ἱεροκήρυκα π. Γερβάσιο Ραπτόπουλο καί μαζί μέ τήν μοναδική ἀδελφή του, Γαρυφαλιά, στράφηκαν στήν ἐκκλησία οὐσιαστικά. Ὁ Μανώλης ἀκολουθοῦσε παντοῦ τόν π. Γερβάσιο καί τόν ὑπηρετοῦσε πιστά. Ὁ ἱεροκήρυκας βλέποντας ὅτι ὁ νέος ἔχει δυνατότητες, τόν ὤθησε νά σπουδάση στήν Θεσσαλονίκη. Ἡ φτώχεια ὅμως μεγάλη. Μέ μισή δραχμή στήν τσέπη ἀναχώρησε ἀπό τό σπίτι του γιά τήν Θεσσαλονίκη, γιά σπουδές. “Μόνον αὐτά τά χρήματα ἔχω”, τοῦ εἶπε ὁ πατέρας του φεύγοντας, τό ἔτος 1965. 
 
 
Μέ τήν βοήθεια τοῦ π. Γερβασίου τόν φιλοξένησαν γιά ὅλη τήν διάρκεια τῶν σπουδῶν στό Οἰκοτροφεῖο τῆς “Ἀπολύτρωσης”. Σπούδασε Ἠλεκτρονικός ἀλλά ὅλοι νόμιζαν πώς εἶναι θεολόγος. Δύο δρόμους γνώριζε. Τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Σχολῆς του. Παρακολουθοῦσε ἀνελλιπῶς τόν π. Συμεών Κραγιόπουλο στίς συνάξεις καί τίς ἀκολουθίες. Παράλληλα μάθαινε Βυζαντινή Μουσική μέ τούς ἐπιφανεῖς μουσικούς τῆς ἐποχῆς, Καραμάνη, Ταλιαδῶρο, Θεοδοσόπουλο. 
 
Ἕνα ἀπό τά σημαντικά γεγονότα τῆς φοιτητικῆς του ζωῆς ἦταν ἡ γνωριμία του μέ τό Ἅγιον Ὄρος. Ἕνας μοναχός τῆς Ἱ. Μονῆς Διονυσίου ἦταν στό νοσοκομεῖο χειρουργημένος καί ὅταν ὁ Μανώλης ἔμαθε ὅτι ὁ συνοδός του δέν θά μποροῦσε κάποια ἡμέρα νά παραβρίσκεται στόν ἀσθενῆ, ἔτρεξε νά τόν συμπαρασταθῆ καί νά ξενυχτήση δίπλα στόν μοναχό. Ἕνας νέος ὁρίζοντας ἄνοιξε στόν νεαρό φοιτητή. Ξεκίνησε τίς ἐπισκέψεις στό Ἅγιον Ὄρος ὅπου γνώρισε ἐνάρετους μοναχούς οἱ ὁποῖοι τόν βοήθησαν στήν πορεία τῆς ζωῆς του. Παράλληλα ἐντρυφοῦσε στά Ἀναλόγια μέ τούς πατέρες πού γνώριζαν τήν ψαλτική τέχνη (Δανιηλαίους, Θωμάδες, Φιρφιρή κ.ἄ.). 
 
Ἡ ζωή του πῆρε νόημα καί ἡ ψαλτική ἔγινε ἡ ζωή του. Ἔψαλλε ἀκατάπαυστα γιά τόν Θεό καί τήν Παναγία. 
 
Τά χρόνια πού τελείωσε τήν Ἠλεκτρονική σχολή τοῦ Εὐκλείδη ἦταν περιζήτητοι οἱ τελειόφοιτοι ὡς γνῶστες τέτοιων τεχνολογιῶν. Γιά τόν λόγο ὅτι εἶχε καί ἰδιαίτερες ἐπιδόσεις στήν σχολή του, τοῦ ἔγινε ἀμέσως πρόταση ἀπό τόν ΟΤΕ γιά ὑψηλόβαθμη θέση μέ τίς μεγαλύτερες προϋποθέσεις γιά ἐπαγγελματική ἐξέλιξη. Χάρηκε ὁ νέος ἠλεκτρονικός ἀλλά τούς ἔκανε μέ σοβαρότητα μιά ἐρώτηση: “Τίς Κυριακές θά μπορῶ νά πηγαίνω στήν Ἐκκλησία;”. Ἡ ἀπάντηση ἦταν ἀρνητική, διότι τότε δέν εἶχε ἐξελιχθῆ ἡ αὐτοματοποίηση τῶν τηλεπικοινωνιῶν καί τό προσωπικό ἐργαζόταν καί τίς Κυριακές. Χωρίς δεύτερη σκέψη παραιτήθηκε τῆς πρότασης. 

 
Ἔτσι διορίστηκε στό Τεχνικό Λύκειο Πολυγύρου ὡς καθηγητής Ἠλεκτρονικῆς. Ἐκεῖ διέμενε στό Οἰκοτροφεῖο τῆς Μητροπόλεως, ὅπου ὑπεύθυνοι ἦταν οἱ ἱεροκήρυκες π. Θεόκλητος Μπόλκας καί π. Γρηγόριος Παπασωτηρίου. Μέ τόν δεύτερο ἀνέπτυξε ἰδιαίτερη σχέση καί ἔγινε πνευματικό τέκνο του. Μαζί πλέον πραγματοποιοῦσαν προσκυνήματα στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ὁ π. Γρηγόριος γνώρισε στόν Μανώλη τόν ὅσιο Παΐσιο. Ἐπίσης ξανασυνάντησε τόν Γέροντα Ἰσαάκ τόν Λιβανέζο ψάλτη, πού τόν γνώριζε ἀπό τά φοιτητικά του χρόνια, ἀλλά εἶχε χάσει τά ἴχνη του. Οἱ ἐπισκέψεις στήν Παναγούδα ἀλλά καί στήν Καψάλα ἔγιναν συχνές. Πολλές φορές οἱ δύο Γέροντες (Παΐσιος καί Ἰσαάκ) ἀνταπέδωσαν τήν ἐπίσκεψη στό σπίτι τοῦ Ἐμμανουήλ, ὁ ὁποῖος τούς μετέφερε μέ τό αὐτοκίνητό του στίς κατά καιρούς ἐξόδους τους. 
 
Τό 1973 παντρεύτηκε τήν συγχωριανή του Δασκάλα Ναυσικά Ψαθοπούλου καί μετά ἀπό λίγο ἐγκαταστάθηκαν ὡς ἐκπαιδευτικοί στά Ν. Μουδανιά. Ἀπέκτησαν 4 παιδιά. Τά τρία πρῶτα ἀγόρια πήγαιναν μαζί του διαρκῶς στό Ἅγιον Ὄρος. Μυήθηκαν σιωπηλά στήν ψαλτική τέχνη καί στήν προσευχή. Στήν πλάτη κουβαλοῦσε τό μικρότερο προκειμένου νά μήν χάση καμμιά ἀγρυπνία. Δέν ἔφευγε ἀπό τόν Ναό στίς ἀτελείωτες Ἁγιορείτικες ἀγρυπνίες, ἔστω γιά λίγη ξεκούραση. Ὅταν ἐπέστρεφε στό σπίτι του, τά πόδια του ἦταν πρησμένα. 
 
Σημαντική ἦταν ἡ συμβολή του στό νεο–ἱδρυθέν ἀπό τόν π. Γρηγόριο Ἡσυχαστήριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου στήν Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς, ὅπου εἴτε ὡς ἐργάτης, εἴτε ὡς ἠλεκτρολόγος ἐγκαταστάσεων, εἴτε ὡς οἰκονόμος βοήθησε ἀφιλοκερδῶς, ἰδιαίτερα στά πρῶτα χρόνια ἐγκατάστασης τῆς ἀδελφότητας. Ἔπαιρνε ἀκόμη καί ἀπό τήν Θεσσαλονίκη τό λεωφορεῖο προκειμένου νά φτάση στήν Μεταμόρφωση καί νά προσφέρη ὅ,τι μποροῦσε. 
 
Στήν ζωή του γενικά δούλευε ἀκατάπαυστα πνευματικά καί σωματικά. Πάντα μέ πρόγραμμα. Δέν ἔχανε ἄδικα τόν χρόνο του. Καί ὁ ὕπνος ἦταν προγραμματισμένος. Ἔκανε μέ τήν σύζυγό του τίς νυχθήμερες ἀκολουθίες στό ἐσωτερικό ἐκκλησάκι τοῦ σπιτιοῦ καί καλοῦσε γνωστούς του ἱερεῖς γιά νά τελέσουν εἴτε Ἁγιασμό, εἴτε Εὐχέλαιο. Τά παιδιά παρακολουθοῦσαν ὅσο μποροῦσαν. Δέν τά βίαζε. Συμμετεῖχε στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί προσπαθοῦσε νά διορθώνη τόν ἑαυτό του μέ τήν συχνή ἐξομολόγηση. 

 
Ὡς καθηγητής ἀσχολήθηκε μέ τόν συνδικαλισμό καί δούλεψε δυναμικά γιά τήν ἀναβάθμιση τῆς ἐκπαίδευσης. Δέν φειδόταν κόπους καί πόνους. Βοηθοῦσε τούς πάντες ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς παρατάξεως. Τό μόνο πού ζητοῦσε ὡς “ἀντάλλαγμα” ἦταν νά παντρευτοῦν οἱ ἀνύπαντροι καί νά κάνουν παιδιά ὅσοι καθηγητές ἦταν παντρεμένοι καί δέν τεκνοποιοῦσαν. Ἦταν τίμιος. Ἔλεγε: “Δέν ἀδίκησα κανέναν θεληματικά. Ἔκανα πάντα τό καθῆκον μου”. Καί μέ ὅλη αὐτήν τήν στάση του στίς ἐκλογές τόν ψήφιζαν, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ὅλοι μέ σχεδόν διπλάσια διαφορά, ἀπό τόν δεύτερο αἱρετό. 
 
Ἦταν ἄριστα κατηρτισμένος τόσο, πού οἱ Νομικοί τόν συμβουλεύονταν σέ θέματα ἐκπαίδευσης. Μελετοῦσε πολύ. Πάλευε τίμια καί σήκωνε λεβέντικα τίς ἀδικίες πού τοῦ ἔγιναν καί ἦταν πολλές. Ἀνελίχθηκε σέ Διευθυντή τοῦ Τεχνικοῦ Λυκείου Ν. Μουδανιῶν καί μετά Προϊστάμενος Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης τοῦ Νομοῦ Χαλκιδικῆς. Πάντα ὅμως νομοταγής καί ἐνσυνείδητος χριστιανός. Ποτέ δέν ὑπέκυψε σέ παράνομες πιέσεις γιά συμφέροντα καί ρουσφέτια ἀκόμη καί ἄν τόν πίεζαν βουλευτές ἤ καί ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργός Παιδείας. Ἡ ἄμεμπτη ζωή του καί οἱ καθ᾿ ὅλα νόμιμες ἐνέργειές του ἦταν ἡ ἀσπίδα του. 
 
Ὡς ἱεροψάλτης ἀπό τά εἰκοσιπέντε του χρόνια, φοιτητής, ἔψαλλε στόν Ναό τῆς Ἁγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης. Τριάντα χρόνια στό ψαλτήρι τῆς Ν. Τρίγλιας Χαλκιδικῆς στόν Ναό τῆς Παντοβασίλισσας καί περίπου εἴκοσι χρόνια στά Ν. Μουδανιά στούς Ναούς Ἁγίου Γεωργίου καί Παναγίας Κορυφινῆς. Ἀσίγαστος πόθος του ἡ χορωδιακή ψαλμωδία, ὥστε ὅπως ἔλεγε “ἡ προσωπική ψαλμωδία νά γίνη ὁμαδική ὑμνωδία”, πρᾶγμα τό ὁποῖο κατόρθωσε στά Ν. Μουδανιά ἀπαρτίζοντας τό ἀναλόγιό του μέ χορωδία ὀκτώ ἱεροψαλτῶν. Πάντα πρῶτος στό ψαλτήρι. Περίμενε, δέν τόν περίμεναν. Ἄδειες δέν ἔπαιρνε. Καί τώρα δύο δρόμους ἤξερε, τῆς Ὑπηρεσίας του καί τοῦ Ναοῦ. Προσέφερε πολλά στήν διακονία τῆς Ἐκκλησίας καί ἴσως γι᾿ αὐτό ὁ Θεός τόν ἀξίωσε, ὥστε τό ἕνα του παιδί νά γίνη μοναχός στό Ἅγιον Ὄρος καί ἡ ἀδελφή του νά γίνη μοναχή στήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Μεταμόρφωσης Χαλκιδικῆς. 
 

Ἔχοντας καλλιεργημένον τόν ἐθελοντισμό καί τόν ζῆλο γιά τό καλό τῆς πατρίδος ἀπετέλεσε ἱδρυτικό μέλος τοῦ Σωματείου ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ. Λόγῳ τῆς ἐμπειρίας του βοήθησε σέ θέματα ὀργανωτικά, διοικητικά, νομικά καί παιδείας. Ἀνέλαβε τόν τομέα τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς συμμετέχοντας ἐνεργά στήν ὁμάδα ΨΑΛΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ καί στήν ὁμώνυμη ἐκδοτική σειρά στηρίζοντας οὐσιαστικά τήν ἔκδοση τῶν δύο πρώτων τόμων. Παράλληλα ἐπί σειρά ἐτῶν ἀρθρογραφοῦσε στό περιοδικό Ἐρῶ καθώς καί ἀλλοῦ, κυρίως γιά θέματα τῆς Ψαλτικῆς τέχνης. 
 
Λίγο μετά τά ἑβδομήντα του χρόνια ἀσθένησε αἱματολογικά μέ τό μυελοδισπλαστικό σύνδρομο. Παλληκαρίσια πάλεψε τριάμιση χρόνια. Σάν μικρό παιδί παρακαλοῦσε τόν γιατρό του, τόν κ. Παπαϊωάννου Γ., νά τοῦ ἐπιτρέπη νά ψάλλη μόνο τίς Κυριακές καί νά πηγαίνη στό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ γιατρός ἔλεγε: “Μά καί ἄν σέ ἀπαγορεύσω δέν θά μέ ἀκούσης!”. 
 
Ὅλα του τά χρόνια ἔψαλλε ὄρθιος. Τελευταῖα πού ὁ αἱματοκρίτης ἔφθασε στό 22 κουραζόταν καί τόν βλέπαμε νά κάθεται. Τόν τελευταῖο μισό χρόνο πού κινδύνευε καί ἀπό τά πιό ἁπλά μικρόβια καί ἔπεσε στό κρεββάτι, ἔλεγε: “Τοὐλάχιστον νά μπορῶ νά πηγαίνω στόν Ναό”. 
 
Τό καλοκαίρι τοῦ 2019 μπῆκε ἐπειγόντως στό νοσοκομεῖο μέ ὀξεία λευχαιμία. Ἦταν 13 Ἰουνίου. Ἔκτοτε ἦταν ἀδύνατον νά ψάλλη ἀλλά οὔτε καί νά παρα- βρίσκεται στόν Ναό. Ὅταν ξεπέρασε τήν ἰσχυρή λευχαιμική κρίση αἰσθάνθηκε μιά εὐγνωμοσύνη πρός τόν ὅσιο Παΐσιο καί ὑπαγόρευσε στόν συνοδό του ἕνα Δοξαστικό ἰδιόμελο πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου μέ βάση τούς ὑμνογραφικούς κανόνες πού τοῦ εἶχε μάθει ὁ π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Μετά ἀπό 44 ἡμέρες νοσηλείας, συνῆλθε λίγο καί ἐπέστρεψε γιά μικρό χρονικό διάστημα στό σπίτι του ὅπου καί ὑπέβαλε τήν παραίτησή του ἀπό τήν θέση τοῦ Πρωτοψάλτου. Μαζί μέ τήν παραίτηση ἔστειλε καί μιά ἀποχαιρετιστήρια ἐπιστολή πρός τούς συνενορίτες του, ἡ ὁποία ἀναγνώστηκε μέ βαθειά συγκίνηση ἀπό τόν ἐφημέριο τοῦ Ναοῦ στίς 18 Αὐγούστου 2019. Μέ ἔντονο αἴσθημα ἀμφιβολίας ἄν διακόνησε κατά Θεόν στό Ἀναλόγιο ζητοῦσε δημόσια συγχώρεση ἀπό Κλῆρο καί λαό γιά τυχόν παραπτώματά του καί παρακαλοῦσε νά εὔχωνται γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του. 
 
Ἀπό τότε, συγχωρεμένος μέ ὅλους, χωρίς νά ἔχη μέ κάποιον κάτι κρατούμενο μέσα του καί ἐξομολογημένος, κοινωνοῦσε στό νοσοκομεῖο ἤ στό σπίτι. Δάκρυα κυλοῦσαν ἀπό τά μάτια του. Δέν τόν εἴδαμε ἄλλη φορά νά κλαίη. Ὁ ἱερέας τοῦ ἔλεγε νά μήν σηκώνεται. Ἀδύνατον! Μόνο τήν τελευταία Κυριακή κοινώνησε μισοκαθισμένος. 
 
Ὅλο αὐτόν τόν καιρό δέν γόγγυσε οὔτε παραπονέθηκε. Εἶχε πεντακάθαρο μυαλό μέχρι τέλους. Ὅταν ἐρχόταν ἐπισκέπτες στό κρεββάτι τοῦ πόνου δέν μιλοῦσε. Μόνο μέ τό χέρι του ἔδειχνε τόν οὐρανό. Λίγο πρίν χάση τίς αἰσθήσεις του σήκωσε ἱκευτικά τά χέρια του ψηλά καί εἶπε τρεῖς φορές “φεύγω” καί ἐκοιμήθη εἰρηνικά στίς 16 Ὀκτωβρίου 2019. 
 
Σέ ὅλη του τήν ζωή εὕρισκε δικαιολογητικά γιά τούς ἄλλους, ὅπως καί ἡ ἀδελφή του ἡ μοναχή Μελάνη. Δέν ἔδινε συμβουλές, δέν ἔκανε παρατηρήσεις στά παιδιά του καί δέν ἔκρινε. Κυρίως ὅμως δέν κρατοῦσε παράπονο ἤ κακία μέσα του γιά κανέναν, ἀκόμη καί ἄν τόν εἶχαν βλάψει. Μέ θαυμασμό τό ὁμολογοῦν ὅσοι τόν γνώρισαν. 
 
Ἔλεγε: «Μέ κανέναν ἱερέα δέν μάλωσα. Διαφωνοῦσα, ἔλεγα τήν γνώμη μου. Μά πάντα ἔκλεινα μέ τό “εὐλόγησον”». 
 
Αἰωνία του ἡ μνήμη, 
καί καλό Παράδεισο!