Οι κυβερνήσεις της ΕΕ σχεδιάζουν «λευκή επιταγή» για να κατασκοπεύουν δημοσιογράφους

Η Γαλλία, η Γερμανία και η Ολλανδία είναι μεταξύ των κυβερνήσεων που πιέζουν για εξαίρεση από τη νέα νομοθεσία της ΕΕ, κάτι που θα έδινε στα κράτη την εξουσία να παρακολουθούν τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες των δημοσιογράφων.

Οι κυβερνήσεις της ΕΕ θέλουν να επιτρέψουν την κρατική παρακολούθηση των δημοσιογράφων και των συνομιλητών τους, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης spyware, εάν οι αρχές ασφαλείας το κρίνουν απαραίτητο. Αυτό προκύπτει από έγγραφα των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων της ΕΕ σχετικά με τον Ευρωπαϊκό Νόμο για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης (EMFA), που προβλήθηκαν από το Investigate Europe, το netzpolitik.org και το Follow the Money.

Ο νόμος της ΕΕ για τα μέσα ενημέρωσης, που προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον περασμένο Σεπτέμβριο, σκοπεύει να προστατεύσει τους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης από τον πολιτικό έλεγχο των κυβερνήσεων και των ιδιοκτητών. Αυτοί είναι που θέτουν εμφανώς σε κίνδυνο την ελευθερία της έκφρασης και την ποικιλομορφία των μέσων ενημέρωσης σε πολλές χώρες της ΕΕ, κυρίως στην Πολωνία και την Ουγγαρία αλλά και αλλού, όπως έχουν προειδοποιήσει εδώ και χρόνια ειδικοί, όπως οι συντάκτες της ετήσιας έκθεσης Media Pluralism Monitor στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο στη Φλωρεντία.

Είναι απαραίτητο για το κριτικό και ανεξάρτητο ρεπορτάζ οι δημοσιογράφοι να μπορούν να προστατεύουν τον εαυτό τους και τις πηγές τους από την παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης από τις κρατικές αρχές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 4 του σχεδίου νόμου της ΕΕ απαγορεύει ρητά τα εξαναγκαστικά μέτρα κατά των δημοσιογράφων για την αποκάλυψη των πηγών τους, καθώς και την παρακολούθηση των επικοινωνιών τους και τη χρήση spyware στους υπολογιστές και τα τηλέφωνά τους.

Στο Συμβούλιο της ΕΕ όμως, όπου οι εκπρόσωποι των 27 κυβερνήσεων της ΕΕ διαπραγματεύονται κεκλεισμένων των θυρών, η γαλλική κυβέρνηση ζήτησε να αναιρεθεί το άρθρο 4. Η κατασκοπεία δημοσιογράφων και η χρήση λογισμικού κατασκοπείας εναντίον τους θα πρέπει πράγματι να επιτρέπεται – εάν δικαιολογείται από την «εθνική ασφάλεια».

Πριν από δύο χρόνια, μια κοινή έρευνα μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων των Guardian, Le Monde και Washington Post, έδειξε πώς κρατικοί παράγοντες σε πολλές χώρες είχαν χρησιμοποιήσει το λογισμικό κατασκοπίας Pegasus εναντίον πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογράφων στην Ουγγαρία και αλλού. Στην Ελλάδα, πέρυσι αποκαλύφθηκε ότι αρκετοί δημοσιογράφοι είχαν γίνει στόχος από το κράτος, όπως φημολογείται, μέσω της τεχνολογίας spyware Predator. Στην Ισπανία, εν τω μεταξύ, οι αρχές λέγεται ότι χρησιμοποίησαν λογισμικό κατασκοπείας εναντίον δημοσιογράφων που έκαναν ρεπορτάζ για το καταλανικό κίνημα ανεξαρτησίας.

Ως αντίδραση σε αυτές τις αποκαλύψεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκρότησε ειδική εξεταστική επιτροπή για το θέμα και ζήτησε να απαγορευτεί η πώληση spyware μέχρι να καθοριστεί με σαφήνεια στο νόμο σε ποιες εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το κράτος να το χρησιμοποιήσει.

Οι κυβερνήσεις της ΕΕ ωστόσο φαίνεται ότι ενδιαφέρονται ελάχιστα για τις ανησυχίες του Κοινοβουλίου. Οι κυβερνήσεις της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, του Λουξεμβούργου και της Ελλάδας υποστήριξαν κατηγορηματικά το γαλλικό αίτημα για εξαίρεση από το άρθρο 4 λόγω εθνικής ασφάλειας, σύμφωνα με τη γερμανική διπλωματική έκθεση της αρμόδιας ομάδας εργασίας του Συμβουλίου, στις 17 Απριλίου. Κανένας άλλος εκπρόσωπος κυβέρνησης της ΕΕ δεν έφερε αντίρρηση. Ως εκ τούτου, η σουηδική κυβέρνηση, που προεδρεύει αυτή τη στιγμή στο Συμβούλιο, πρόσθεσε μια παράγραφο στην τελευταία έκδοση του σχεδίου νόμου δηλώνοντας ότι το άρθρο 4 «δεν θίγει την ευθύνη των κρατών μελών για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας».

Όταν ρωτήθηκε για τους λόγους που υποστηρίζει την αμφιλεγόμενη διάταξη, ο εκπρόσωπος Τύπου της υπουργού Πολιτισμού και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης της Γερμανίας, Claudia Roth, εξήγησε ότι στόχευε μόνο να διασφαλίσει πως οι «αξιώσεις των κρατών μελών στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, όπως καθορίζονται στη Συνθήκη της ΕΕ, παραμένουν ανεπηρέαστες».

Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων όμως υποστηρίζει ότι αυτό είναι παραπλανητικό. Σε αντίθεση με τις Συνθήκες της ΕΕ, λέει ο οργανισμός, «η τρέχουσα πρόταση του Συμβουλίου δεν περιέχει διατάξεις για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων».

Ο εκπρόσωπος της Roth πρόσθεσε ότι στις επικείμενες διαπραγματεύσεις η γερμανική κυβέρνηση θα επιδιώξει να προστατεύσει την ποικιλομορφία των μέσων ενημέρωσης. «Είναι επίσης προς το συμφέρον μας να διασφαλίσουμε ότι αυτό δεν ανοίγει μια πύλη για αδικαιολόγητους περιορισμούς».

Ένας εκπρόσωπος της ολλανδικής κυβέρνησης δεν εξήγησε γιατί υποστήριξαν την εξαίρεση, αλλά τόνισε ότι η εθνική ασφάλεια είναι ένα αυστηρά εθνικό ζήτημα και ότι το ολλανδικό νομικό πλαίσιο είναι ισχυρό σε αυτόν τον τομέα. Η γαλλική κυβέρνηση δεν απάντησε αμέσως στα αιτήματα για σχολιασμό.

Ο Έλληνας δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, ένα από τα πολλά θύματα κατασκοπείας, αισθάνεται πικρία για την προτεινόμενη εξαίρεση για την εθνική ασφάλεια. Ανακάλυψε ότι το πρόγραμμα ανίχνευσης Predator είχε εγκατασταθεί στο smartphone του το καλοκαίρι του 2021, ενώ ερευνούσε το ξέπλυμα χρήματος και τη διαφθορά στην ελληνική τράπεζα Πειραιώς. Αργότερα έμαθε ότι τον παρακολουθούσαν και οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες.

«Η περίπτωσή μου δείχνει πόσο εύκολο είναι να χρησιμοποιείς την εθνική ασφάλεια ως πρόσχημα για να απειλήσεις τους δημοσιογράφους και τις πηγές τους», λέει ο Κουκάκης. Εάν η ΕΕ ψηφίσει πράγματι έναν νόμο «που νομιμοποιεί τέτοια μέτρα χωρίς εξωτερικό έλεγχο και δημόσια εποπτεία, αυτό θα ήταν πολύ απογοητευτικό», λέει. «Αυτό δεν θα ήταν η Ευρώπη που περιγράφεται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ».

Η Sophie in’t Veld, μια Ολλανδή ευρωβουλευτής των Φιλελευθέρων που ηγήθηκε της εξεταστικής επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το Pegasus και άλλο λογισμικό υποκλοπής, θεωρεί «καταστροφή» τις πρόσφατες αλλαγές των κυβερνήσεων της ΕΕ στο σχέδιο του Ευρωπαϊκού Νόμου για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης. Η έννοια της εθνικής ασφάλειας λειτουργεί ως «λευκή επιταγή», ενώ, στην πραγματικότητα, χρειάζεται ένα «σαφές νομικό πλαίσιο».

Η Katarina Barley, Γερμανίδα σοσιαλδημοκράτης και αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συμφωνεί. Λέει ότι πρέπει να είναι δυνατή η παρακολούθηση και μελών των προστατευόμενων επαγγελμάτων, όπως οι δημοσιογράφοι και οι δικηγόροι, σε περίπτωση επικείμενων σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Αλλά πρέπει πάντα να υπάρχει «ένα ανεξάρτητο όργανο» που «ελέγχει σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση εάν υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι υποψίας». Και φυσικά θα πρέπει να υπάρχει μετέπειτα έλεγχος για το αν η παρακολούθηση ήταν δικαιολογημένη ή όχι. «Οι καθολικές εξαιρέσεις χωρίς περαιτέρω προληπτικά μέτρα δεν είναι αποδεκτές», λέει η Barley.

Ωστόσο, μια καθολική εξαίρεση είναι αυτό που βρίσκεται στο τραπέζι των κυβερνήσεων της ΕΕ την επόμενη εβδομάδα, όταν σχεδιάζουν να υιοθετήσουν κατ’ αρχήν τη θέση του Συμβουλίου για τον Ευρωπαϊκό Νόμο για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης. Ο τελικός νόμος της ΕΕ, ωστόσο, θα χρειαστεί το πράσινο φως τόσο από το Συμβούλιο όσο και από το Κοινοβούλιο. Είναι πιθανό ότι το Κοινοβούλιο, σε διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο, θα υποβάλλει αυτήν την εξαίρεση σε ένα αυστηρό νομικό πλαίσιο τελικά, λέει η Barley. «Αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο».

invetigative-europe