Ο πόλεμος στην Ουκρανία και το παγκόσμιο πάρτι εξοπλισμών που βρίσκεται σε εξέλιξη! Ποιοι κερδίζουν

Από το 1932 έως το 1934, οι μεγάλες δυνάμεις διοργάνωσαν στη Γενεύη μια παγκόσμια διάσκεψη για τον αφοπλισμό προκειμένου να αποφευχθεί μια γενική ανάφλεξη. Η συνέχεια είναι γνωστή – και τραγική. Έναν αιώνα αργότερα, η αμυντική βιομηχανία τα πάει καλύτερα από ποτέ. Τονωμένη από τη ρωσική επίθεση εναντίον του Κιέβου, καθώς και από τις γεωπολιτικές εντάσεις στην Ασία και στη Μέση Ανατολή, παρουσιάζει ρεκόρ πωλήσεων και κάνει ευτυχισμένους τους μετόχους.

από την ελληνική έκδοση Le Monde diplomatique

 

Ουκρανία, Γάζα, Βαλκάνια, Ερυθρά Θάλασσα, Ειρηνικός Ωκεανός: ο βρυχηθμός των όπλων χαρακτηρίζει το πνεύμα των καιρών. Έτσι, το Διεθνές Ινστιτούτο Έρευνας για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI) σημειώνει ότι οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες, σε άνοδο από το 2022 για όγδοη συνεχή χρονιά, ποτέ δεν ήταν τόσο υψηλές εδώ και τριάντα χρόνια και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου: δύο τρισεκατομμύρια πενήντα πέντε δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή 2,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αρχηγός του γενικού επιτελείου του γαλλικού στρατού ξηράς, ο στρατηγός Πιερ Σιλ προειδοποιεί για την «εκκωφαντική επιστροφή των μεγάλων πολέμων, που έχουν γίνει ξανά ένα προνομιούχο μέσο διευθέτησης των διαφορών» (1) και «πυροδοτούν ξεσπάσματα παροξυσμικής βίας, στα οποία οι ηθικοί και οι νομικοί φραγμοί σπάνε από τη μανία της πιο αχαλίνωτης βαρβαρότητας, ενώ πιστεύαμε ότι κάτι τέτοιο είχε μείνει πίσω, στα βιβλία της ιστορίας».

 

Τα φρένα έχουν σπάσει από το 2014, οπότε και έγινε η προσάρτηση των δύο περιφερειών της Ουκρανίας, της Κριμαίας και του Ντονμπάς, από τη Ρωσία. Τα κράτη επανεξοπλίζονται, οι βιομηχανίες άμυνας έχουν αυξήσει τους ρυθμούς παραγωγής και ανταγωνίζονται στις εξαγωγικές πωλήσεις. Η Μόσχα, αφού αποσύρθηκε από πολλές συνθήκες σχετικές με τον αφοπλισμό, αυξάνει κατά 70% τις στρατιωτικές πιστώσεις στον προϋπολογισμό της για το 2024, φτάνοντας και πάλι στα επίπεδα της δεκαετίας 1980-1990: «Όλα για το μέτωπο, όλα για τη νίκη», διακηρύσσει ο Αντόν Σιλουάνοφ, ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών. Τα 10.800 δισεκατομμύρια ρούβλια που ανακοινώθηκαν (109 δισεκατομμύρια ευρώ), ήτοι το 6% του ΑΕΠ της Ρωσίας, θα χρησιμοποιηθούν κυρίως για την επανεκκίνηση των γραμμών επιταχυμένης παραγωγής οβίδων, αρμάτων μάχης και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (ΜΕΑ/Φ ή «δρόνοι»), αλλά και για να πληρωθούν οι κινητοποιημένοι στρατιώτες και να αποζημιωθούν οι οικογένειες των νεκρών στα μέτωπα. Το 2023, ο ρωσικός στρατός φέρεται να εκτόξευσε πάνω δύο εκατομμύρια οβίδες, διπλάσιο αριθμό δηλαδή σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η ιστοσελίδα Oryx υπολογίζει σε δέκα χιλιάδες τον αριθμό ρωσικών χερσαίων οχημάτων που υπέστησαν βλάβες ή καταστράφηκαν στην Ουκρανία.

Συνήθως στη δεύτερη θέση στις πωλήσεις όπλων, πίσω από τον αδιαμφισβήτητο πρωταθλητή, τις ΗΠΑ, οι Ρώσοι προμηθευτές παρείχαν το ένα πέμπτο των εξοπλισμών που αγοράστηκαν παγκοσμίως, ειδικά στην Ασία, στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική. Έχοντας όλο το ενδιαφέρον τους στραμμένο στην υποστήριξη της επίθεσης στην Ουκρανία, που προκάλεσε απώλειες χωρίς προηγούμενο από τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, παρουσιάζουν κακή εικόνα στις εξαγωγές από το 2022. Επιπλέον, οι δυτικές κυρώσεις, και ειδικότερα οι αμερικανικές, εμπόδισαν τη Μόσχα να συνάψει σημαντικές εμπορικές συμφωνίες με τις Φιλιππίνες (ελικόπτερα Mil Mi-17), την Ινδονησία (καταδιωκτικά-βομβαρδιστικά Su-35) ή το Κουβέιτ (άρματα Τ-90).

Ούτε μπορεί η Ρωσία να ελπίζει ότι θα επωφεληθεί από τις παραγγελίες των πρώην μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας ή των Βαλτικών χωρών, καθώς πλέον είναι μέλη του ΝΑΤΟ: οι στρατιωτικές δαπάνες της Λιθουανίας ωστόσο αυξήθηκαν κατά 270% μεταξύ 2014 και 2022, εκείνες της Λετονίας κατά 173% και οι αμυντικοί προϋπολογισμοί της Φινλανδίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας, της Τσεχίας ή της Σλοβακίας εκρήγνυνται, όπως και εκείνος της Πολωνίας. Η τελευταία δαπανά πλέον το 4% του ΑΕΠ της στην άμυνα και θέλει να διπλασιάσει το στρατιωτικό προσωπικό της. Προμηθεύεται, μεταξύ άλλων, άρματα μάχης Abrams, εκτοξευτές βλημάτων Himars και ελικόπτερα Apache από αμερικανικές εταιρείες, αλλά αγοράζει επίσης άρματα μάχης και οβιδοβόλα από τη Νότια Κορέα και ξαφνικά μετατρέπεται σε ένα από τα «βαρέα βάρη» του ΝΑΤΟ, μαζί με τη Γερμανία. Η τελευταία δεν έχει ακόμα χρησιμοποιήσει τα εκατό δισεκατομμύρια ευρώ που παραχωρήθηκαν το 2022 στο Ειδικό Ταμείο για τον Εκσυγχρονισμό της Bundeswehr, ωστόσο —ελάχιστα ευαίσθητη απέναντι στο επιχείρημα της «ευρωπαϊκής προτίμησης»— δεν κρύβει την έλξη της προς τα αμερικανο-ισραηλινά αντιπυραυλικά συστήματα και μόλις παρήγγειλε καταδιωκτικά F-35 από την αμερικανική Lockheed-Martin, τον μεγαλύτερο κατασκευαστή οπλισμού στον πλανήτη (2).

Οι αναποδιές της Ρωσίας επιτρέπουν στη Γαλλία να βρεθεί προσωρινά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης των πωλητών όπλων, με ένα συνολικό ποσό εξαγωγών ύψους 27 δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2022 —ένα ιστορικό ρεκόρ που επιτεύχθηκε χάρη στο «συμβόλαιο του αιώνα» της Dassault με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα: το Rafale, που για πολύ καιρό θεωρούνταν ότι δεν μπορεί να πωληθεί, έγινε σημαντικό ατού στο γαλλικό εξαγωγικό οπλοστάσιο.

Εκτός από τους συνήθεις κατασκευαστές οπλισμού στην Ευρώπη, που είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ιταλία ή η Ισπανία, νέοι παίκτες παίρνουν θέση μάχης. Μεταξύ τους, ξεχωρίζει η Νότια Κορέα, που είναι ήδη παρούσα στο «τοπ 10» των χωρών-προμηθευτών και προσβλέπει να καταστεί ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς του κόσμου: η Χώρα της Πρωινής Γαλήνης στοχεύει ανοικτά στην τέταρτη θέση, πίσω από τη Γαλλία και τη Ρωσία, εκμεταλλευόμενη πλήρως την «ουκρανική επίδραση» (3).

Από την πλευρά της, παρ’ όλο που δεν αισθάνεται άνετα με το θέμα του επανεξοπλισμού, η Ιαπωνία φοβάται πως «αυτό που συμβαίνει στην Ουκρανία μπορεί να συμβεί και στη Βορειοανατολική Ασία», σύμφωνα με τη διατύπωση του πρωθυπουργού Φουμίο Κισίντα. Το Τόκιο φοβάται αύξηση των εντάσεων μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ —των οποίων είναι στενός σύμμαχος ύστερα από τη συνθηκολόγηση του 1945. Αποφάσισε να εγκαταλείψει τον πασιφισμό (4) και η νέα στρατηγική για την εθνική ασφάλεια τονίζει την «άνευ προηγουμένου πρόκληση» που συνιστούν οι περιφερειακές φιλοδοξίες της Κίνας. Ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της Ιαπωνίας, που αυτή τη στιγμή είναι ύψους 49,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων (45,7 δισεκατομμύρια ευρώ) αλλά έχει ως όριο το 1% του ΑΕΠ της χώρας, φαίνεται πως θα περάσει στο 2% έως το 2027, προκειμένου το ιαπωνικό αρχιπέλαγος να καταστεί σημαντικός περιφερειακός παράγοντας και νέος πελάτης των εμπόρων όπλων. Η Ουάσινγκτον έχει ήδη υποσχεθεί την παροχή πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Tomahawk —έως τώρα αποκλειστικό προνόμιο του Ηνωμένου Βασιλείου και της Αυστραλίας.

Στην Ανατολική Ευρώπη πολλές χώρες —μεταξύ τους και η Πολωνία— ξεφορτώθηκαν ένα μέρος του παλαιού πολεμικού υλικού τους, συχνά σοβιετικής προέλευσης, προς όφελος του ουκρανικού στρατού: αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της Σλοβακίας, της οποίας η εξοπλιστική βιομηχανία βρισκόταν σε νάρκη, ελλείψει πελατών, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και μετά, αλλά πλέον —βοηθούντος του πολέμου μεταξύ Κιέβου και Μόσχας— παράγει οβιδοβόλα επί τεθωρακισμένων οχημάτων που προορίζονται για τον εκσυγχρονισμό του δικού της στρατού, καθώς και για τις ουκρανικές δυνάμεις. Ένας εξοπλισμός που παρουσιάστηκε επιτόπια ως φθηνότερος και πιο σύγχρονος από τον εκ Γαλλίας ισοδύναμό του, το σύστημα Caesar (5).

Από την πλευρά της, η Γαλλία έχει ήδη δαπανήσει 2 δισεκατομμύρια ευρώ το 2023 για αγορά πυρομαχικών, εν μέρει προκειμένου να ανανεώσει τα δικά της αποθέματα, μετά από τις προσφορές προς τον ουκρανικό στρατό. Ο αμυντικός προϋπολογισμός της για το 2024 (47,2 δισεκατομμύρια ευρώ) είναι αυξημένος κατά 7,5% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά (6). Συνολικά, σύμφωνα με μια έκθεση της Εθνοσυνέλευσης, η Γαλλία, μαζί με τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καταλαμβάνει μία από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών που συνέβαλαν ώστε «να δοθούν στην Ουκρανία τα μέσα για να αντέξει το σοκ απέναντι στον ρωσικό στρατό» (7), με μια συνολική βοήθεια εκτιμώμενου ύψους 3,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, στην οποία περιλαμβάνονται παραδόσεις πυροβόλων και τεθωρακισμένων, οβίδων και πυραύλων, καθώς και παροχή κατάρτισης. Χωρίς να ξεχνάμε και τη μεγάλη συνεισφορά της Γαλλίας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό για την Ειρήνη (ΕΜΕ / EPF), έναν χρηματοδοτικό πόρο εκτός προϋπολογισμού που δημιουργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και χρησιμεύει κυρίως στη χρηματοδότηση πολεμικών προμηθειών για το Κίεβο. Κάθε φορά, συνοδεία της ίδιας επωδού εκ μέρους τόσο της Γαλλίας όσο και των άλλων εμπλεκόμενων χωρών: «Η προμήθεια όπλων σε χώρα που υφίσταται επίθεση, σε κατάσταση νόμιμης άμυνας, δεν σημαίνει συμπερίληψη στους εμπολέμους». Και με την ευχή οι εθνικοί κατασκευαστές όπλων —εν προκειμένω οι Γάλλοι— να μπορέσουν να επωφεληθούν από αυτές τις νέες ευκαιρίες (8).

Με τη συνέργεια Κινέζων εμπόρων

Η παραγωγή και το εμπόριο όπλων αποτελούν έναν τομέα όπου η δεοντολογία και η ηθική περνούν σε δεύτερη μοίρα. Τον περασμένο Ιούνιο, για παράδειγμα, η Ουάσινγκτον αποφάσισε να παραδώσει στην Ουκρανία βόμβες διασποράς —«μια πολύ δύσκολη απόφαση», διαβεβαίωσε ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν, αν και για εκείνον «ήταν το σωστό». Εκατόν είκοσι χώρες —όχι όμως οι ΗΠΑ, ούτε η Ρωσία ούτε η Ουκρανία— έχουν απορρίψει αυτά τα εκρηκτικά που σκοτώνουν στα τυφλά, προκαλώντας σε βάθος χρόνου πολλά θύματα μεταξύ των αμάχων. Άλλο παράδειγμα: το πολιτικό «ξέπλυμα» του Βίκτορ Μπουτ, εμπόρου όπλων ρωσικής καταγωγής, που είναι τόσο γνωστός παγκοσμίως ώστε αποτέλεσε έμπνευση για την ταινία Lord of War (2005). Φυλακισμένος επί δεκαπέντε χρόνια στις ΗΠΑ, ο Μπουτ ανταλλάχθηκε τον Δεκέμβριο του 2022 με μια Αμερικανίδα μπασκετμπολίστρια που είχε κατηγορηθεί από τις ρωσικές αρχές για χρήση ναρκωτικών και τον περασμένο Σεπτέμβριο βρέθηκε φυτευτός ως βουλευτής «της αντιπολίτευσης» στο κοινοβούλιο του Ουλιάνοφσκ, μιας απομακρυσμένης περιοχής της Ρωσίας.

Έτερη περίπτωση καταστρατήγησης των βασικών αρχών είναι εκείνη της ανακάλυψης, τον περασμένο Ιούνιο, από το Ινστιτούτο KSE του Κιέβου σε συνεργασία με τη διεθνή ομάδα εργασίας Yermak-McFaul για τις ρωσικές κυρώσεις, ότι μεγάλο μέρος του πολεμικού εξοπλισμού της Μόσχας, συμπεριλαμβανομένων των βαλλιστικών πυραύλων και των πυραύλων κρουζ, κάνει εκτεταμένη χρήση ηλεκτρονικών εξαρτημάτων που κατασκευάζονται στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Ιαπωνία, το Ισραήλ και την Κίνα. Πρόκειται για στρατηγικά ευαίσθητο υλικό που έχει αποκτηθεί διά πλαγίων οδών, με τη συνέργεια Κινέζων εμπόρων.

Στο εμπόριο όπλων ενίοτε εμπλέκονται απροσδόκητοι παίκτες. Στην Ουκρανία, η ΜΚΟ «Come Back Alive» (Γύρνα Πίσω Ζωντανός) είναι χωρίς αμφιβολία η μόνη στον κόσμο που είναι σε θέση να εφοδιάσει στρατιώτες με δρόνους, εκτοξευτές πυραύλων ή άλλα βαρέα όπλα, χάρη σε χρήματα που συγκεντρώνει από προσφορές και έχοντας επιτύχει επίσημη έγκριση. Άλλες ουκρανικές οργανώσεις παρέχουν ταμπλέτες καθοδήγησης πυροβολικού, μέσα ατομικής προστασίας και ό,τι άλλο βελτιώνει την καθημερινότητα των μαχητών (9).

Η παγκόσμια αγορά όπλων, ηλεκτρισμένη από τους πολέμους που διεξάγονται αυτή τη στιγμή, εμπλουτίζεται και με νέα υλικά: εκτός από τα ΜΕΑ/Φ κάθε τύπου, που πλέον είναι απαραίτητα στον εξοπλισμό των στρατών, γενικεύεται η χρήση στρατιωτικών δορυφόρων –και οι Αμερικανοί έχουν ένα σημαντικό προβάδισμα όσον αφορά τα μεγάλα ύψη. Πρέπει επίσης να αναφέρουμε τα εργαλεία εξερεύνησης του θαλάσσιου βυθού, με σκοπό τον έλεγχο (για παράδειγμα υποθαλάσσια καλώδια) ή κάποια μελλοντική εκμετάλλευση (των πολυμεταλλικών κονδύλων (10)), καθώς και τα υπερηχητικά όπλα —ένα πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων— για τα οποία μάλλον θα ενδιαφερθούν όλο και περισσότεροι στρατοί. Μπορούμε ακόμα να αναφέρουμε τους εξοπλισμούς κυβερνοπροστασίας και κυβερνοεπιθέσεων και τα εργαλεία πληροφοριακού πολέμου ή προστασίας των δικτύων επικοινωνίας από επιθέσεις. Για να μην μιλήσουμε για ό,τι άπτεται του σχεδιασμού των μελλοντικών εκδόσεων αρμάτων μάχης, καταδιωκτικών αεροσκαφών και πολεμικών πλοίων, στον ορίζοντα 2035-2045. Επιδιώξεις στις οποίες έχουν αφιερωθεί ολοκληρωτικά οι βιομηχανίες όπλων των πιο προηγμένων στον τομέα χωρών.

 
Μετάφραση: Γιάννης Κυπαρισσιάδης
 

(1«Le retour des guerres majeures», B2 Le Quotidien de l’Europe géopolitique, Βρυξέλλες, 13 Οκτωβρίου 2023.

(2Βλ. Thomas Schnee, «Comment l’austérité a vaincu la Bundeswehr», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος 2023.

(3Yann Rousseau, «La Corée du Sud, nouveau géant de la défense mondiale», «Les Échos», Παρίσι, 24 Ιουλίου 2023.

(4Βλ. Jordan Pouille, «Η Ιαπωνία εγκαταλείπει τον πασιφισμό», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», Ιούνιος 2023.

(5Anne Dastakian, «En temps de guerre, l’armement prospère», «Marianne», Παρίσι, 28 Σεπτεμβρίου 2023.

(6Βλ. επίσης Allan Popelard, «L’armée, miroir d’une France sans boussole», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 2023.

(7Ενημερωτική έκθεση σχετική με την αποτίμηση της στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία, που παρουσιάστηκε από τους Lionel Royer-Perreaut και Christophe Naegelen στην Επιτροπή Άμυνας και Ενόπλων Δυνάμεων της Εθνοσυνέλευσης, Παρίσι, 8 Νοεμβρίου 2023.

(8Βλ. Ariane Lavrilleux, «L’État français, VRP de l’industrie d’armement», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος 2023.

(9Βλ. Hélène Richard, «Στα μετόπισθεν του μετώπου, η ουκρανική κοινωνία κομμένη στα δύο», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», Νοέμβριος 2023.

(10Βλ. Didier Ortolland, «Géopolitique des abysses», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 2023. (Σ.τ.Μ.) Οι πολυμεταλλικοί κόνδυλοι είναι συσσωματώσεις διαμέτρου 5-10 εκατοστών που αποτελούνται από μέταλλα (όπως μαγγάνιο, νικέλιο, χαλκό, κοβάλτιο) και εντοπίζονται σε μεγάλα βάθη.

militaire