Καπετάν Κώττας : ο πρωτεργάτης του Μακεδονικού αγώνα

 
 
 Του Θοδωρή Σπηλιώτη 
 
   Σαν σήμερα 27 Σεπτεμβρίου 1905 θυσιάζεται για την Ελλάδα ένας από τους πρώτους Έλληνες  που ξεκίνησαν τον ένοπλο αγώνα για να ελευθερώσουν την Μακεδονία, από τους Οθωμανούς Τούρκους, στις αρχές του 20ου αιώνα. 
 
  Η Ελληνική αυτή περιοχή από τον 15ο αιώνα είχε υποδουλωθεί στην Οθωμανική αυτοκρατορία και για 5 αιώνες οι Έλληνες της Μακεδονίας υπέφεραν. 
 
   Στις 3 Μαρτίου 1878 τερματίστηκε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1877-1878) και υπογράφηκε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Με αυτήν αναγνωρίστηκε η Βουλγαρία ως ανεξάρτητη ηγεμονία και με την συναίνεση όλων των Ευρωπαϊκών κρατών παραχωρήθηκε στο νέα ηγεμονία  όλη η Θράκη και η Μακεδονία. 
 
   Η Ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και αποδέχτηκε αυτή την συνθήκη. Ο Ελληνικός λαός της Μακεδονίας όμως δεν  αποδέχτηκε την προσάρτηση της πατρίδας του σε άλλο κράτος. Έτσι στις 18 Φεβρουαρίου 1878 οι Έλληνες Μακεδόνες επαναστάτησαν με στόχο την ακύρωση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και την ένωση της Μακεδονίας με την Ελλάδα. 
 
  Η επανάσταση αυτή κράτησε πέντε μήνες οι Οθωμανοί στρατιώτες όμως  την κατεπνιξαν Ωστόσο πέτυχε μερικώς τον σκοπό της, διότι τον Ιούλιο του 1878 υπογράφτηκε η Συνθήκη του Βερολίνου η οποία  τροποποίησε την προηγούμενη συνθήκη. Η Μακεδονία σύμφωνα  με αυτήν παρέμεινε στην Οθωμανική αυτοκρατορία. 
 
   Την περίοδο αυτή σε ένα ορεινό χωριό της Φλώρινας, τα Ρούλια ,ένα παλικάρι 15 ετών, ο Κωνσταντίνος Χρήστου, εργαζόταν  ως γεωργός, παντοπώλης, πανδοχέας και ότι άλλο μπορούσε να κάνει εκείνη την εποχή. 
 
   Οι γονείς του ήταν Έλληνες σλαβόφωνοι που δεν μιλούσαν ελληνικά και γι’αυτό το παιδί τους το φώναζαν με το σλαβικό όνομα Κώττα, όπου έμεινε και στην ιστορία. 
 
  Ο Κώττας εκτός από εργατικός ήταν σπουδαίος σκοπευτής και διακρινόταν για την  του χριστιανική πίστη και τα φιλάνθρωπα αισθήματα του. Αγαπούσε πολύ το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος Πισοδερίου. 
 
  Διετέλεσε τοπικός πρόεδρος του χωριού του. Μεγάλος του εχθρός ο Κασιμ Μπέης, ο οποίος ήταν ο τοπικός ηγεμόνας της Φλώρινας και ήθελε να κλέψει το πανδοχείο του Κώττα, με αποτέλεσμα να του δημιουργήσει πολλά προβλήματα .
 
   Τον Απρίλιο του 1897 ο Κώττας αποφάσισε να τον σκοτώσει. Μαζί με τον Παύλο Κύρρου και μερικούς άλλους άνδρες έστησε ενέδρα στον Κασιμ Μπέη στο δρόμο μεταξύ Πισοδερίου και Αντάρτικου. Εκεί σκότωσε τον Κασιμ Μπέη, καθώς και τους ηγεμόνες της Καστοριάς και του Μοναστηριού που βρέθηκαν μαζί του. 
 
   Στη συνέχεια ο Κώττας μαζί με τους συντρόφους του ανέβηκαν στα βουνά των Κορεστίων όπου δημιούργησαν το πρώτο αντάρτικο ένοπλο Ελληνικό σώμα. Μάλιστα κατάφερε να ελέγξει όλη την περιοχή των Κορεστίων. 
 
   Στο μεταξύ από το 1895 ιδρύθηκαν στην Βουλγαρία ένοπλες οργανώσεις, που ονομάστηκαν κομιτατζήδες και  εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία. Σκοπός τους ήταν να εκβουλγαρίσουν την Μακεδονία και να την εντάξουν στην ηγεμονία τους. Μάλιστα μετά την ήττα του Ελληνικού στρατού στην Κρήτη από τους Οθωμανούς, ο αριθμός  τους αυξήθηκε στην Μακεδονία. 
 
  Την ίδια περίοδο οι κομιτατζήδες προσέγγισαν τον Κώττα και τον ξεγέλασαν λέγοντας του ότι αγωνίζονται για μια ελεύθερη Μακεδονία στην οποία όλοι οι λαοί θα ζούσαν αρμονικά στο νέο Μακεδονικό κράτος. Ο Κώττας δέχτηκε να συνεργαστεί μαζί τους. 
 
  Με την πάροδο των χρόνων, ο Κώττας άρχισε να βλέπει τους σκοπούς των κομιτατζήδων και αποφάσισε να ανεξαρτητοποιηθεί. 
 
   Το 1901 ενθρονίστηκε στην Καστοριά μητροπολίτης, ο βοηθός  επίσκοπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Γερμανός Καραβαγγέλης. Την περίοδο αυτή οι κομιτατζήδες είχαν καταλάβει τα περισσότερα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας. 
 
  Σκοπός του μητροπολίτη Γερμανού ήταν να ενεργοποιήσει τους ντόπιους Έλληνες. Στην αρχή συνάντησε τον Κώττα στο χωριό Τύρνοβο. Στη συνάντηση αυτή ο μητροπολίτης Γερμανός εξήγησε στον Κώττα ότι οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες από την εποχή του Μεγάλου Αλέξανδρου . Ο Κώττας πείστηκε από τον μητροπολίτη Γερμανό να αγωνιστεί για την Ελλάδα. 
 
  Ο μητροπολίτης Γερμανός περιόδευσε σε όλα τα χωριά της επαρχίας του και ένωσε τους Έλληνες Μακεδόνες. Επίσης δημιούργησε και άλλα ένοπλα σώματα με αρχηγούς τον Βαγγέλη από το Στρέμπενο (σημ. Ασπρόγεια), τον Βαγγέλη (Γκέλεφ) από τα Τίρσια  (Τρίβουνο). 
 
  Ο καπετάν Κώττας ξεκίνησε να πολεμάει τους κομιτατζήδες. Στις 19 Αυγούστου 1902 σκότωσε τον βοεβόδα Πετρούνι. Έπειτα κοντά στο χωριό Όστιμα πολέμησε με το ένοπλο σώμα του αρχικομιτατζή Τσακαλάρωφ, τον οποίο και νίκησε. Σιγά σιγά τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας απαλλάχθηκαν από την βουλγαρική απειλή.
 
  Όμως στις 20 Ιουλίου 1903 ξέσπασε το κίνημα του Ίλιντεν, το  οποίο διακήρυξε την αυτονομία της Μακεδονίας. Οι Έλληνες  της περιοχής αντιμετώπιζαν την ωμή βία των κομιτατζήδων οι οποίοι σκότωναν ,έκαιγαν και αφάνιζαν χωρίς δισταγμό Οι Οθωμανοί σε αντίποινα  από την άλλη κατέσφαξαν τους Έλληνες στα χωριά της Δυτικής και Βόρειας Μακεδονίας. 
 
  Ο Κώττας μαζί με τον Παύλο Κύρρου και τον Λάκη Πύρζα κατέβηκαν στην Αθήνα και ζήτησαν από την Ελληνική κυβέρνηση να βοηθήσει τους Έλληνες της Μακεδονίας. 
 
 Τελικά η Ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη, μαζί με την οργάνωση του Μακεδονικού κομιτάτου του Δημοσθένη Καραποθάκη, αποφάσισαν να στείλουν με ψεύτικα ονόματα τέσσερις αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού, οι οποίοι θα περιόδευαν στην Μακεδονία και θα ενημέρωναν την ελληνική κυβέρνηση την κατάσταση που επικρατούσε εκεί 
 
  Οι αξιωματικοί ήταν ο Αλέξανδρος Κοντούλης, ο Αναστάσιος Παπούλας, ο Γεώργιος Κολοκοτρώνης και ο Παύλος Μελάς. Οδηγοί τους ήταν ο Κώττας με τον Παύλο Κύρρου και τον Λάκη Πύρζα. 
 
  Ο Κώττας τους οδήγησε σε όλα τα χωριά των Κορεστίων και τους φιλοξένησε στο σπίτι του, στη Ρούλια. Εντύπωση έκανε στους Έλληνες αξιωματικούς ότι ο Κώττας είχε το πιο φτωχό σπίτι από όλα τα άλλα. 
 
  Στο Ζέλοβο ( σημ. Αντάρτικο) ο Κοντούλης έγραψε στην Ελληνική κυβέρνηση για την κατάσταση που επικρατούσε στην Μακεδονία.
   
   Ωστόσο η παρουσία των Ελλήνων αξιωματικών προδόθηκε στους Οθωμανούς, οι οποίοι πίεσαν το Προξενείο του Μοναστηριού να τους απελάσει από την Μακεδονία. 
 
  Τον Μάιο του 1904 οι Έλληνες αξιωματικοί έφυγαν από την Μακεδονία και ο αγώνας έμεινεστα χέρια του μητροπολίτη Γερμανού και του Καπετάν Κώττα. 
 
  Τον ίδιο μήνα οι κομιτατζήδες σκότωσαν τον Βαγγέλη από το Στρέμπενο. Στις 9 Ιουνίου οι Οθωμανοί στρατιώτες συνέλαβαν τον Κώττα έπειτα από προδοσία και τον έστειλαν στις φυλακές του Μοναστηριού. Οι Οθωμανοί τον καταδίκασαν σε θάνατο. 
 
  Η οικογένεια του κατέφυγε στην Καστοριά, όπου την προστάτεψε ο μητροπολίτης Γερμανός. Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας, επέστρεψαν στην Ρούλια. 
 
  Στις 27 Σεπτεμβρίου 1905 οι Οθωμανοί στρατιώτες κρέμασαν τον Κώττα στην κεντρική πλατεία Μοναστηρίου. Λίγο πριν πεθάνει ο Κώττας φώναξε {{ Ζήτω η Ελλάδα}} και έπειτα κλώτσησε από μόνος του το σκαμνί και με τον θάνατο του πέρασε στην αιωνιότητα. 
 
  Ο καπετάν Κώττας ως ο πρώτος μεγάλος οπλαρχηγός της περιοχής, με την θυσία του για την ελευθερία της Μακεδονίας, ενίσχυσε το ηθικό των Ελλήνων Μακεδόνων, οι οποίοι συνέχισαν τον αγώνα τους για την ελευθερία της Μακεδονίας. 
 
  Πολλοί Έλληνες αξιωματικοί έφτασαν στην Μακεδονία και πολέμησαν, ώσπου το 1912 και το 1913, ο Ελληνικός στρατός επίσημα να καταφέρει να απελευθερώσει την Μακεδονία κατά τους Βαλκανικούς πόλεμους. 
 
  Σήμερα η Μακεδονία κατά το ήμισυ είναι ελεύθερη και Ελληνική, χάρις τους αγώνες και τις θυσίες όλων εκείνων που την υπερασπίστηκαν. Χρέος των Ελλήνων είναι να κρατήσουμε την Μακεδονία όπως μας την άφησαν οι άξιοι Έλληνες αγωνιστές και να μην επιτρέψουμε σε κανένα γειτονικό κράτος να πλαστογραφεί την ελληνική ιστορία μας και να εποφθαλμιά την ελληνική γη της Μακεδονίας. 

Ετικέτες - Σχετικά Θέματα