
Δεν είναι απολύτως εξακριβωμένος ο τόπος γέννησης του Καραϊσκάκη, καθώς αποτελεί σημείο διεκδίκησης και διαμάχης. Τον θεωρούν τέκνο τους το χωριό Μαυρομμάτι Καρδίτσας και η Σκουληκαριά Άρτας. Η επιτροπή που συνέστησε το Υπουργείο Εσωτερικών το 1927, προκειμένου να επιλύσει το θέμα της γενέτειράς του, κατέληξε στην επίσημη αναγόρευση του Μαυρομματίου ως γενέτειρας του Καραϊσκάκη. Παρ’ όλα αυτά το 1997, στο πλαίσιο του σχεδίου «Καποδίστριας», αποφασίστηκε να δοθεί το όνομα «Γεώργιος Καραϊσκάκης» στον νεοσύστατο δήμο του νομού Άρτας στον οποίο υπάγεται έως σήμερα η Σκουληκαριά. Το 2005, με προεδρικό διάταγμα, καθιερώθηκε επίσημα στη Σκουληκαριά δημόσια εορτή τοπικής σημασίας προς τιμήν του Καραϊσκάκη, εντείνοντας περαιτέρω τη διαμάχη ως προς τον τόπο γέννησης του ήρωα. Η περίπτωση αυτή μας θυμίζει, σε παράφραση, το αρχαίο ρητό: «ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος» (ή στην προκειμένη, γενέτειρα).
Το επίθετο του ήρωα είναι σύνθετο από το «καράς» (=μαύρος, μελαμψός) και το οικογενειακό όνομα Ίσκος. Γεννήθηκε το 1782 και ήταν νόθος γιος της Ζωής Διμισκή ή Ντιμισκή από τη Σκουληκαριά, πρώτης εξαδέλφης του αρματολού των Ραδοβυζίων Γώγου Μπακόλα. Η μητέρα του, όταν πέθανε ο σύζυγός της, έγινε καλόγρια (γι’ αυτό και του έμεινε η προσωνυμία «ο γιος της καλογριάς»). Για την ταυτότητα του πατέρα του δεν υπάρχει βεβαιότητα. Θεωρείται πιθανότερο ότι ήταν ο αρματολός του Βάλτου Δημήτριος Ίσκος ή Καραΐσκος, από φημισμένη οικογένεια σαρακατσάνικης καταγωγής, που ανέδειξε πολλούς στρατιωτικούς και πολιτικούς. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα λόγω του οικογενειακού του ιστορικού, αλλά και επειδή αναγκάστηκε να ζει μόνος χωρίς την υποστήριξη των γονέων του. Ήταν φιλόνικος, βλάσφημος και βωμολόχος, χαρακτηριστικά που απέκτησε από αυτά τα δύσκολα παιδικά του χρόνια.
Σε νεαρή ηλικία συνελήφθη από τον Αλή Πασά και φυλακίστηκε. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Ακολούθησε στην εκστρατεία του κατά του περίφημου πασά Πασβάνογλου στο Βιδίνιο της Βουλγαρίας, φίλου του Ρήγα Φεραίου. Στην εκστρατεία εκείνη ο Καραϊσκάκης αιχμαλωτίστηκε από τις δυνάμεις του Πασβάνογλου και κρατήθηκε για κάποιο χρόνο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην αυλή του Αλή Πασά, μέχρι που λιποτάκτησε και πήγε στον Κατσαντώνη, όπως σημειώνει ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Λέγεται πως όταν ο Αλή Πασάς ρώτησε κάποτε τον Καραϊσκάκη τι θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος του απάντησε: «Αν με γνωρίζεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη· αν για δούλο, κάνε με δούλο· αν για τίποτα, ρίξε με στη λίμνη».
Όταν το καλοκαίρι του 1820 πολιορκήθηκε ο Αλή Πασάς από τα σουλτανικά στρατεύματα, ο Καραϊσκάκης παρέμεινε μαζί του και αγωνίστηκε υπέρ του. Αργότερα όμως προσχώρησε στους πολιορκητές, αλλά γρήγορα απομακρύνθηκε και από αυτούς. Κατά τους πρώτους μήνες του 1821 προσπάθησε να εξεγείρει σε επανάσταση κατά των Τούρκων την περιοχή της Βόνιτσας, στην αρχή ανεπιτυχώς, διότι οι προύχοντες της περιοχής θεωρούσαν πως δεν ήταν ακόμη κατάλληλος ο καιρός. Στη συνέχεια πήγε στα Τζουμέρκα όπου ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης, η οποία διαδόθηκε πολύ γρήγορα στις όμορες επαρχίες, και από εκεί στο Μακρυνόρος όπου και συμμετείχε ο ίδιος στις γενόμενες εκεί συμπλοκές.
Ο Καραϊσκάκης από νεαρή ηλικία φιλοδοξούσε να γίνει κάποια μέρα καπετάνιος των Αγράφων και το κατόρθωσε πράγματι το 1821, βοηθούμενος και από τον Γιαννάκη Ράγκο και τους περί αυτόν Βαλτινούς, αναγνωρισμένος ακόμη και από τις οθωμανικές αρχές της Λάρισας. Κάτοχος πλέον των Αγράφων, στην αρχή απέφυγε να προσβάλει τους Τούρκους, υποκρινόμενος υποταγή στον Σουλτάνο. Το 1822 ήλθε σε έντονες προστριβές με τον Γιαννάκη Ράγκο που αξίωνε και αυτός την αρχηγία των Αγράφων. Με την εισβολή των Τούρκων στη Στερεά Ελλάδα (Νοέμβριος 1822), ο Καραϊσκάκης ειδοποίησε από τα Άγραφα τον γέροντα Πανουργιά «ότι διαπραγματεύθηκε προσωρινά με τους Τούρκους να αρχηγέψει στα Άγραφα και έτσι αυτοί να μην έλθουν», ενώ «τα δικαιώματα θα τα έστελνε ο ίδιος σ’ εκείνους». Έτσι ενωμένοι ο Καραϊσκάκης με τους Στορνάρη και Γρηγόρη Λιακατά προέβησαν σε συμφωνία με τον Βαλή της Ρούμελης Χουρσίτ Πασά, κερδίζοντας χρόνο και περιμένοντας τα αποτελέσματα των εκστρατειών κατά του Μεσολογγίου, κατά της Ανατολικής Ελλάδας, καθώς και της εκστρατείας του Δράμαλη. «Και αν χρειάζονται στρατιωτική βοήθεια να τους πέμψει» έγραφε τότε ο Καραϊσκάκης.
Μετά τη λύση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου (31 Δεκεμβρίου 1822), μέρος του στρατού του Ομέρ Βρυώνη και του Κιουταχή χρειάστηκε να μετακινηθεί από το Αγρίνιο διερχόμενο από τα Άγραφα. Του στρατού αυτού ηγούνταν οι Ισμαήλ Πασάς Πλιάσσας, Ισμαήλ Χατζή Μπέντου και Άγο Βασιάρη. Ο Καραϊσκάκης προκατέλαβε με χίλιους περίπου άνδρες τη διάβαση κοντά στον Άγιο Βλάση (Σολοβάκο) και ανάγκασε τους εχθρούς να οπισθοχωρήσουν στο Αγρίνιο, μετά από πεισματώδη μάχη. Ο ίδιος στη συνέχεια αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τα Άγραφα και να μεταβεί στην Ιθάκη, προκειμένου να συναντήσει έμπειρους γιατρούς για την αντιμετώπιση της φυματίωσης από την οποία έπασχε. Οι γιατροί έδωσαν λίγες ελπίδες ζωής στον ήρωα και του συνέστησαν να μείνει στο νησί.
Ο Καραϊσκάκης, νοσταλγώντας τη Ρούμελη και τα Άγραφα, επέστρεψε από την Ιθάκη στο Μεσολόγγι και ζήτησε επίμονα να διορισθεί αρχηγός των ελληνικών πλέον όπλων της επαρχίας των Αγράφων. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος όμως δεν το δέχθηκε, παρόλο που οι άλλοι οπλαρχηγοί ήταν υπέρ του. Μετά από επεισόδια μεταξύ των οπαδών τους, ο Μαυροκορδάτος κατηγόρησε τον Καραϊσκάκη —βασιζόμενος σε ομολογία του Κωνσταντίνου Βουλπιώτη— ότι είχε στείλει επιστολή στον Ομέρ Βρυώνη με την υπόσχεση να του παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό. Έτσι, διόρισε επιτροπή προκειμένου να εξετάσει την «αποκάλυψη προδοσίας». Στις 30 Μαρτίου 1824 συστάθηκε η επιτροπή και στις 2 Απριλίου 1824 εκδόθηκε προκήρυξη των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη. Η επιτροπή έκρινε τον Καραϊσκάκη ένοχο «εσχάτης προδοσίας» άνευ δίκης, στερήθηκε όλων των βαθμών και των αξιωμάτων του και διατάχθηκε να αναχωρήσει από το Αιτωλικό.
Στις 3 Μαΐου 1824, ο Καραϊσκάκης με πολλούς οπαδούς του αναχώρησε από το Αιτωλικό και, επιχειρώντας ανεπιτυχώς να καταλάβει τα Άγραφα, μετέβη στο Καρπενήσι. Στις 27 Μαΐου του ίδιου έτους ζήτησε εγγράφως συγγνώμη από τον Α. Μαυροκορδάτο, η οποία όμως δεν εισακούσθηκε. Τελικά, στις 25 Ιουνίου 1824 κατέφυγε στο Ναύπλιο, όπου η Κυβέρνηση του αναγνώρισε όλους τους βαθμούς και τα αξιώματά του. Αμέσως μετά την αποκατάστασή του, ο Καραϊσκάκης διατάχθηκε από την Κυβέρνηση να εκστρατεύσει στην Ανατολική Στερεά επικεφαλής 300 μισθοφόρων. Επίσης, η περιοχή των Αγράφων χωρίστηκε σε δύο τμήματα και το ανατολικό αποδόθηκε στον Καραϊσκάκη. Έτσι, κοντά στα Σάλωνα (Άμφισσα) συγκροτήθηκε το πρώτο ελληνικό στρατόπεδο, ο δε Καραϊσκάκης, που είχε αποκτήσει τη γενική εκτίμηση των οπλαρχηγών, εκλέχθηκε από εκείνους «στρατοπεδάρχης απολύτου εξουσίας». Μετά το τέλος του 2ου εμφυλίου πολέμου, ο Κωλέττης ενίσχυσε τον Καραϊσκάκη και με άλλους πολλούς Στερεοελλαδίτες από τον Μωριά και τη Ρούμελη, εφοδιάζοντάς τον με χρήματα, τρόφιμα και πολεμικό υλικό.
Στις αρχές Μαΐου του 1825 ο Καραϊσκάκης επανέρχεται στη Στερεά και κατά τα μέσα του καλοκαιριού βρίσκεται σε πλήρη δράση, διορισμένος ως γενικός αρχηγός όλων των εκτός Μεσολογγίου ελληνικών στρατευμάτων. Ο Καραϊσκάκης μαζί με τον Τζαβέλλα κατέστρωσαν ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο περικύκλωσης από ξηράς όλων των Τούρκων που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι, σε συνεννόηση πάντα με τους πολιορκημένους. Το περίφημο εκείνο σχέδιο άρχισε να εκτελείται τμηματικά από τις 21 μέχρι τις 25 Ιουλίου 1825 χωρίς όμως να ολοκληρωθεί. Επέφερε όμως προσωρινή διακοπή της πολιορκίας.
Στις 17 Ιουνίου 1826 ο Καραϊσκάκης μαζί με πολλούς από εκείνους τους μαχητές έφτασε στο Ναύπλιο. Η Επανάσταση στη Δυτική Στερεά είχε ήδη σβήσει και στην Ανατολική μόνο η Ακρόπολη των Αθηνών, η Κάζα και τα Δερβενοχώρια κατέχονταν από τους Έλληνες. Ο Α. Ζαΐμης, πρόεδρος της νεοπαγούς Διοικητικής Επιτροπής, θεώρησε τον «Γιο της Καλογριάς» ως τον αξιότερο στρατιωτικό για τη γενική αρχιστρατηγία και τον αναγνώρισε ως αρχιστράτηγο, παρότι είχε παλαιότερα κατατρεχθεί από εκείνον και είχε υποστεί λεηλασία της οικίας του. Στις 19 Ιουλίου 1826 ο Καραϊσκάκης, επικεφαλής 680 περίπου ανδρών, ξεκίνησε από το Ναύπλιο για τη Στερεά στην οποία είχε εισβάλει ο Ομέρ Πασάς (της Καρύστου) και ο Κιουταχής (από τη Θήβα). Πολύ σύντομα ο Κιουταχής, λόγω της στρατιωτικής δεινότητας του Καραϊσκάκη, βρέθηκε από πολιορκών σε θέση πολιορκούμενου. Με υπόδειξη του Καραϊσκάκη συγκροτήθηκε στην Ελευσίνα γενικό ελληνικό στρατόπεδο.
Στις 5-7 Αυγούστου του ίδιου έτους επήλθε η πρώτη αψιμαχία στο Χαϊδάρι, την οποία ακολούθησαν κι άλλες, με τον Κιουταχή να φοβάται την κατά μέτωπο επίθεση από τα κυκλωτικά σχέδια του Καραϊσκάκη. Στις αψιμαχίες εκείνες ο Καραϊσκάκης και ο Φαβιέρος διαφώνησαν περί της τακτικής του πολέμου. Όταν όμως ο Κιουταχής κατέλαβε την κάτω πόλη των Αθηνών, ο Καραϊσκάκης ενίσχυσε τη φρουρά της Ακρόπολης με ένα σώμα υπό τον Κριεζώτη, που κατάφερε να εισέλθει στις 10 Οκτωβρίου 1826. Στις 25 Οκτωβρίου ο Καραϊσκάκης εκστράτευσε στη Βοιωτία, τη Φθιώτιδα και τη Φωκίδα, απ’ όπου και απέκοψε τις τουρκικές εφοδιοπομπές, ολοκληρώνοντας έτσι τον αποκλεισμό του ανεφοδιασμού των Τούρκων.
Προχωρώντας στη συνέχεια στην πολιορκία των πύργων της Δόμβραινας, διέταξε να αρχίσει και η προσβολή των Τούρκων που βρίσκονταν στην πεδιάδα του χωριού (12 Νοεμβρίου 1826). Δύο μέρες μετά μετέφερε το στρατόπεδό του από τη Δόμβραινα και την Κεκόση στη Μονή Δομπού του Αγίου Σεραφείμ και από εκεί στη Μονή του Όσιου Λουκά. Στις 18 Νοεμβρίου στρατοπέδευσε στο Δίστομο, έχοντας ολοκληρώσει τις εκκαθαρίσεις σε όλη την περιοχή. Τις κυκλωτικές αυτές κινήσεις αντελήφθη γρήγορα ο Κιουταχής και ειδοποίησε να σπεύσουν σε βοήθειά του ο Μουστάμπεης από την Αταλάντη και ο Κεχαγιάμπεης που βρισκόταν νοτιότερα. Αυτοί, ενώνοντας τις δυνάμεις τους, έσπευσαν να καλύψουν τα νώτα των Τούρκων που πολιορκούσαν την Ακρόπολη.
Στις 18 Νοεμβρίου 1826 ο επικεφαλής των τουρκαλβανικών σωμάτων Μουστάμπεης στρατοπέδευσε στη Δαύλεια, δίπλα στη Μονή της Ιερουσαλήμ, προκειμένου να διανυκτερεύσει, προτιθέμενος την επομένη να φθάσει στην Άμφισσα μέσω Αράχοβας. Ο Καραϊσκάκης, πληροφορούμενος τις κινήσεις αυτές, τη νύχτα της 18ης προς 19η Νοεμβρίου έσπευσε με 560 άνδρες και προκατέλαβε την Αράχοβα, την οποία οχύρωσε με την αμέριστη βοήθεια των κατοίκων. Στις έξι ημέρες που ακολούθησαν (19-24 Νοεμβρίου), οι μάχες που δόθηκαν εντός και εκτός της Αράχοβας υπήρξαν συντριπτικές για τους Τούρκους, που από 2.000 που ήταν, μόλις που διασώθηκαν περίπου 300. Στις μάχες εκείνες σκοτώθηκαν και τέσσερις Τούρκοι αρχηγοί σωμάτων: ο Μουστάμπεης, ο αδελφός του Καριοφίλμπεης, ο Ελζάμπεης καθώς και ο Κεχαγιάμπεης. Δυτικά του Ναού του Αγίου Γεωργίου της Αράχοβας, στο τέλος των μαχών, ο Καραϊσκάκης έστησε πυραμίδα από 1.500 κεφάλια Τουρκαλβανών στρατιωτών.
Στη συνέχεια, προβλέποντας πως ο Κιουταχής δεν θα μπορέσει να συνεχίσει την πολιορκία χωρίς ανεφοδιασμό, συνέχισε τις εκκαθαρίσεις των περιοχών της Στερεάς. Στις αρχές Δεκεμβρίου εισήλθε στο Τουρκοχώρι το οποίο και κατέλαβε, ενώ με τα ίδια του τα χέρια σκότωσε τον Μεχμέτ Πασά, καταδιώκοντας τα λείψανα του στρατού εκείνου μέχρι τη Βουδουνίτσα. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1827 ανάγκασε και τον Ομέρ Πασά της Εύβοιας που είχε σπεύσει εναντίον του να παραιτηθεί του αγώνα και να επιστρέψει νικημένος στην έδρα του. Στις 23 Φεβρουαρίου 1827 ο Καραϊσκάκης επέστρεψε στην Ελευσίνα, αφού είχε ελευθερώσει όλη τη Στερεά Ελλάδα, εκτός του Μεσολογγίου, της Βόνιτσας και της Ναυπάκτου.
Όταν ο Αρχιστράτηγος επέστρεψε από την τετράμηνη νικηφόρα περιοδεία του στην Ελευσίνα, μετέφερε το στρατόπεδό του στο Κερατσίνι. Στα υψώματα του Κερατσινίου έχτισε «ταμπούρια», όπου επανειλημμένα δέχθηκε επιθέσεις των Τούρκων, ιδιαίτερα στις 4 Μαρτίου 1827. Τον ίδιο χρόνο, 2.000 Πελοποννήσιοι υπό τον στρατηγό Γενναίο Κολοκοτρώνη, τους Πετμεζάδες, τον Σισίνη και άλλους οπλαρχηγούς έφθασαν σε επικουρία του Αρχιστρατήγου.
Στις αρχές Απριλίου του 1827 προσήλθαν και οι διορισμένοι από τη Συνέλευση της Τροιζήνας Κόχραν (ως στόλαρχος) και Τσωρτς (ως διευθυντής χερσαίων δυνάμεων) προκειμένου να συνδράμουν τον Αγώνα. Με τους δύο αυτούς ξένους ο Καραϊσκάκης ήρθε σταδιακά σε ρήξη, τόσο για την τακτική του πολέμου όσο και για την οργάνωση της επίθεσης. Οι ξένοι προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τακτικές οργανωμένου στρατού, αγνοώντας τον τρόπο μάχης των Ελλήνων και τη μορφολογία της περιοχής. Η ανάμειξη αυτή και οι αντιφατικές διαταγές παρέλυσαν τη διοίκηση του Καραϊσκάκη.
Αυτό οδήγησε τον Αρχιστράτηγο να επεμβαίνει προσωπικά μέχρι αυτοθυσίας σε όλες τις συμπλοκές. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης το αντιλήφθηκε αυτό και τον συμβούλεψε να αποφεύγει τις άσκοπες αψιμαχίες για να μην κινδυνεύει, τονίζοντάς του πως «πρέπει να σώσει τον εαυτό του για να σωθεί και η πατρίδα». Ο Καραϊσκάκης όμως, έχοντας ατίθασο χαρακτήρα, αποφάσισε να ανακόψει τους ακροβολισμούς των Τούρκων παρά τις συστάσεις και τη βεβαρημένη υγεία του.
Η επιχείρηση ορίστηκε για τη νύχτα της 22ας προς την 23η Απριλίου 1827, με τη συμφωνία να μην ξεκινήσει κανείς πυροβολισμούς πριν το σύνθημα. Ωστόσο, το απόγευμα της 22ας Απριλίου ακούστηκαν πυροβολισμοί από ένα κρητικό οχύρωμα. Οι εχθροπραξίες γενικεύτηκαν και ο Καραϊσκάκης, παρότι βαριά άρρωστος, έσπευσε στο σημείο. Εκεί μια σφαίρα τον τραυμάτισε θανάσιμα στο υπογάστριο. Ο ήρωας μεταφέρθηκε στο στρατόπεδό του στο Κερατσίνι και, αφού μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, υπαγόρευσε τη διαθήκη του. Η τελευταία του κουβέντα, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, ήταν: «Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα». Στις 23 Απριλίου 1827, ανήμερα της γιορτής του, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης υπέκυψε στο τραύμά του. Η σορός του μεταφέρθηκε στη Σαλαμίνα, όπου ετάφη στον Άγιο Δημήτριο και θρηνήθηκε από όλο το έθνος. Αναφέρεται πως ο Κολοκοτρώνης, όταν έμαθε τον θάνατό του, «κάθισε σταυροπόδι» και μοιρολογούσε σαν γυναίκα.
Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, οι Κόχραν και Τσωρτς ανέλαβαν τη διοίκηση, γεγονός που οδήγησε στην καταστροφή του Ανάλατου και στη διάλυση των στρατοπέδων της Ακρόπολης και του Κερατσινίου. Οκτώ χρόνια αργότερα (1835) έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του στον Πειραιά, στο σημείο όπου έπεσε και όπου είχε ανεγερθεί μνημείο. Ο βασιλιάς Όθωνας απότισε φόρο τιμής, τοποθετώντας πάνω στη λάρνακα το Παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος και αναλαμβάνοντας την κηδεμονία των θυγατέρων του ήρωα.
Ο Καραϊσκάκης έμεινε γνωστός για τις βωμολοχίες του, τις οποίες χρησιμοποιούσε αδιακρίτως. Ιδιαίτερα κατά την Επανάσταση, οι ύβρεις του εναντίον των αντιπάλων δήλωναν την ανατροπή της παλιάς κοινωνικής ιεραρχίας και το αίσθημα ελευθερίας και ανωτερότητας που πρόσφερε η εθνική ιδέα στους αγωνιστές.
Επιμέλεια κειμένου:
Μυργιώτης Παναγιώτης, Μαθηματικός
