ΤΕΛΙΚΑ, ΕΙΜΑΣΤΕ «ΕΘΝΟΣ ΑΝΑΔΕΛΦΟΝ»; Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ

Ιωάννου Κων. Νεονάκη MD, MSc, PhD

 

Οι περισσότεροι από μάς σίγουρα θα θυμούνται τη φράση που είχε πει ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Σαρτζετάκης εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1990 αναφερόμενος στους Έλληνες ότι «είμαστε έθνος ανάδελφο». Η φράση αυτή συνοψίζει ευκρινώς όλο το λανθασμένο κατ’ εμέ κοίταγμα στην Ιστορία μας και τη στρέβλωση που έχομε υποστεί ως γένος τα τελευταία 200 χρόνια αναφορικά με την ταυτότητά μας και το ποιοι πραγματικά είμαστε.

Το θέμα είναι λεπτό και πολύπλοκο και φυσικά η κατανόησή του προϋποθέτει μια δύσκολη υπέρβαση των στερεότυπων, τα οποία η παιδεία μας, η επίσημη ιστοριογραφία αλλά και το πολιτικό κατεστημένο μάς επέβαλλαν για δεκαετίες. Είμαστε Έλληνες; Προφανώς και είμαστε Έλληνες. Η γλώσσα μας, η ιστορία και ο πολιτισμός μας το πιστοποιούν ακράδαντα. Τότε λοιπόν πού υπάρχει το λάθος;  Κατ’ εμένα (αλλά νομίζω και οι περισσότεροι το διαπιστώνουν στον εαυτό τους) υπάρχει ένα τεράστιο ιστορικό και κυρίως ψυχολογικό κενό, ένα κενό συνταύτισης με τους προγόνους μας από τα ελληνιστικά χρόνια και την κατάκτηση της περιοχής μας από τους Ρωμαίους μέχρι την επανάσταση του 1821. Υπάρχει ένα χάσμα, μια ασυνέχεια της πορείας μας από τον δεύτερο πρό Χριστού αιώνα μέχρι περίπου την επανάσταση και την σύσταση του νέου Ελληνικού κράτους. Με απλά λόγια, δύσκολα αισθανόμαστε τον Ιουστινιανό ως πρόγονό μας, ενώ αυτομάτως δεχόμαστε τον Περικλή ως τέτοιο. Δυσκολευόμαστε να θεωρήσομε πρόγονό μας τον Μέγα Κωνσταντίνο, ενώ αμέσως υπερηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αυτή τη μακρά ιστορική περίοδο των 20 αιώνων την έχομε συνειδητά απωθήσει σε λίγες παραγράφους των σχολικών βιβλίων, κάνομε ουδέτερες αναφορές σε κάποιους Βυζαντινούς ωσάν να ήταν ξένοι, και τη θεωρούμε ήσσονος σημασίας μπροστά στον πολιτισμό, στις δάφνες και το κλέος της Αρχαίας Ελλάδας. Προφανώς σ’ αυτήν τη σύγχυση και απομάκρυνσή μας έπαιξε σημαντικό ρόλο η ονοματολογία και οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν. Και αναφέρομαι στην επικράτηση στη μεν δύση των Greece/Grecia/Greek (ενεχόντων και απαξιωτική χροιά) μετά τον 9ο αιώνα και τα χρόνια του Καρλομάγνου, αλλά και την επίσημη αποδοχή των όρων Ελλάς/Έλληνας στο νεοσυσταθέν μας κράτος.  Όσο δε για τους όρους Βυζάντιο/Βυζαντινοί και τα συναφή, αυτά χρησιμοποιήθηκαν με τη σημερινή τους έννοια μόλις τον 16ο αιώνα και ουσιαστικά επιβλήθηκαν από ξένες σκοπιμότητες τα τελευταία 200 χρόνια. Και όλα αυτά για να αποτραπεί κυρίως από μάς αλλά και από τους ξένους η χρήση των πολυποίκιλα φορτισμένων και  ιστορικά ορθών όρων Ρωμανία και Ρωμηός. Δεν υπήρξε ποτέ αυτοκρατορία, η οποία να αποκαλείται Βυζαντινή, και ούτε υπήρξαν ποτέ πρόγονοί μας, οι οποίοι να ονομάζονταν Βυζαντινοί. Η πατρίδα μας ήταν η Ρωμανία και οι πρόγονοί μας ήταν οι Ρωμηοί και αυτή είναι η ιστορική αλήθεια που δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.

Ο όρος Ρωμηός σαφώς περιλαμβάνει την έννοια του όρου Έλληνας, αλλά είναι εξαιρετικά πιο ευρύς, και πολυεπίπεδος. Ουσιαστικά αποδίδει την πολιτισμική ταυτότητα που προέκυψε από το βαθμιαίο συγκερασμό τριών μεγεθών: (α) του ελληνιστικού πολιτισμού, (β) της κληρονομιάς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με πρωτεύουσα αρχικά τη Ρώμη και στη συνέχεια τη Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη και κυρίως (γ) της Εβραϊκής παλαιοδιαθηκικής παράδοσης και της διδασκαλίας του Χριστού. Ο Ρωμηός ανεξάρτητα από τη φυλετική του προέλευση ή τη γλώσσα που χρησιμοποιεί (ελληνικά, λατινικά, αραμαϊκά κλ), έχει ελληνιστικό πολιτισμικό υπόβαθρο, πρωτεύουσα του κράτους του είναι η Ρώμη και στη συνέχεια η Νέα Ρώμη/Κωνσταντινούπολη και κυρίως είναι ορθόδοξος χριστιανός. Η Ρωμανία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με τον μετά τον διαφωτισμό τρόπο αντίληψης μας των πραγμάτων. Η Ρωμανία δε χαρακτηρίζεται από τα σύνορά της, ούτε είναι ένα έθνος-κράτος. Αντιλαμβάνεται τον εαυτό της με οικουμενικό τρόπο ως τη μία και αδιαίρετη χριστιανική πολιτεία επί της γης. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν τρόπο ζωής και μια προσπάθεια πολιτειακής θέσμισης με σκοπό την υπεράσπιση αυτού του τρόπου ζωής προς όφελος και ανάδειξη του προσώπου, χωρίς όμως να επιβάλλει δυναστικά τα προτάγματά της σε λαούς με άλλες παραδόσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι καθ’ όλη την υπερχιλιόχρονη ιστορία της τότε υπερδύναμης Ρωμανίας ο στρατός της (σε αντίθεση φυσικά με τις σημερινές υπερδυνάμεις) εξήλθε των ορίων της χώρας μονάχα μια φορά και αυτό όχι για να κατακτήσει, αλλά για να φέρει πάλι πίσω τον Τίμιο Σταυρό που είχαν αρπάξει οι Πέρσες. Βοήθησε όμως πολλές φορές υπόδουλους Ρωμηούς να απελευθερωθούν από τους ποικίλους κατακτητές.

Φυσικά στην ιστορία της Ρωμανίας έγιναν τρομερά και αλλεπάλληλα λάθη. Νομίζω όμως ότι αυτά κυρίως προέρχονταν από τον εμπαθή σκοτασμό που ενέχει μεταπτωτικά η κάθε πολιτική εξουσία, όταν δεν υπάρχει προσωπική κάθαρση και αγιασμός. Και αυτό νομίζω αποτελεί εν τοις πράγμασι άλλη μια ιστορική νύξη και υπενθύμιση σε μάς ότι ο Θεός δεν ήθελε ο λαός του να βρίσκεται κάτω από κάποια πολιτική εξουσία (Α΄ Βασ. 8,17). Και καμιά φορά σκέφτομαι ότι ίσως στο μέλλον μια τέτοια προσέγγιση των πραγμάτων να αποτελέσει συλλογική σωτηριολογική πρόταση των ορθοδόξων απέναντι στον δολίως επιβαλλόμενο πολιτικό και κοινωνικό ζόφο της παγκοσμιότητας.

Αλλά ας επανέλθομε στην έννοια του Ρωμηού και της Ρωμηοσύνης. Θα αναρωτηθεί κάποιος: έχουνε νόημα όλα αυτά σήμερα ή μήπως αποτελούν έναν άκαιρο, ανώφελο και «πολυτελή» ιστορικό αναστοχασμό; Κατά την άποψή μου ένα τέτοιο κοίταγμα των πραγμάτων αποτελεί παράγοντα καίριας σημασίας, καθώς αλλάζει άρδην όλο τον τρόπο της ανάλυσης, της σκέψης, της προοπτικής και της ιστορικής πορείας μας τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Θα αναφερθώ συνοπτικά σε ένα παράδειγμα επίκαιρο και κατανοητό πλέον από όλους.

Ελληνικές πόλεις  στην περιοχή της Συρίας αναφέρονται ήδη από τον 7ο π.Χ. αιώνα. Όμως η πραγματική εξάπλωση της Ελληνικής γλώσσας και κυρίως του Ελληνικού πολιτισμού θα γίνει στην περιοχή μετά τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της δυναστείας των Σελευκιδών, οπότε και χτίζονται δεκάδες Ελληνικές πόλεις. Από το Σέλευκο Α΄ το Νικάτορα θα ιδρυθεί και η Αντιόχεια ή Μεγάλη, με τους πρώτους οικιστές να είναι κυρίως Αθηναίοι και Μακεδόνες.  Η Αντιόχεια θα είναι λίκνο του ελληνικού πολιτισμού, και αργότερα του χριστιανισμού, ενώ η όλη περιοχή θα αποτελέσει για εκατοντάδες χρόνια κεντρικό πυλώνα της Ρωμανίας. Από εδώ θα προκύψουν πολλοί λόγιοι και μεγάλες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά και πλήθος αγίων. Διακρίνομε τον Ευαγγελιστή Λουκά, τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, τον Άγιο Εφραίμ τον Σύρο, τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο και τόσους άλλους.

Το 636 οι μουσουλμάνοι υπό το δεύτερο Χαλίφη Ουμάρ θα καταλάβουν την περιοχή. Στην πάροδο των αιώνων και υπό τη συνεχή κατοχή των μουσουλμάνων ένα τμήμα των Ρωμηών θα εξισλαμισθεί, και ένα άλλο τμήμα θα εκφραγκιστεί υπό την πίεση της ισχυρότατης βατικάνειας διείσδυσης στην περιοχή. Όμως ένα μέρος, παρά τις αντιξοότητες αιώνων, θα παραμείνει σταθερό στις παραδόσεις του και θα φτάσει μέχρι τις μέρες μας να δηλώνει υπερήφανα ότι είναι Ρωμηοί Ορθόδοξοι («Ρούμ Όρτοντοξ», όρο τον οποίο πολλοί λανθασμένα κατ’ εμέ αποδίδουν ως «Ελληνορθόδοξοι»). Και αυτό το κομμάτι του πληθυσμού υπολογίζεται σήμερα σε περίπου δύο εκατομμύρια των πολιτών της Συρίας και του Λιβάνου. Είναι εκπληκτικό και δείχνει τη δύναμη της πίστης αυτών των ανθρώπων το ότι όχι μόνο άντεξαν 14 αιώνες μέχρι σήμερα, αλλά ανέδειξαν και πολύ μεγάλες προσωπικότητες, όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Η έξαρση κατά το 19ο και 20ο αιώνα των ποικίλων εθνικισμών (ελληνικού, ρωσικού, τουρκικού, αραβικού, των βαλκανικών λαών κλ), αλλά και το κοίταγμα των πραγμάτων με καθαρά εθνοφυλετικά κριτήρια είχε ολέθρια αποτελέσματα και οδήγησε σε πολλαπλές και πολυεπίπεδες διαιρέσεις, οι οποίες επέτρεψαν και επιτρέπουν, συν τοις άλλοις, στο διεθνές και τοπικό πολιτικό κατεστημένο τους εύκολους χειρισμούς και τον έλεγχο του συστήματος. Στην περιοχή, ο αραβικός εθνικισμός (συνδαυλιζόμενος αν όχι υποκινούμενος από τον – πάντα παρόντα – ρώσικο παράγοντα) θα εκδιώξει τον ελληνόφωνο Πατριάρχη Αντιοχείας το 1898 αντικαθιστώντας τον έκτοτε αποκλειστικά με αραβόφωνο επί τη βάσει καθαρά και μόνο φυλετικών κριτηρίων. Έκτοτε και μέχρι σήμερα ο αραβικός εθνικισμός στην περιοχή θα αποτελέσει συχνά παράγοντα απαράδεκτων πολιτικο-εκκλησιαστικών χειρισμών και ανεπίτρεπτης διαπλοκής καθιστώντας δύσκολο ένα πιο καθαρό και ελπιδοφόρο κοίταγμα της ιστορικής πραγματικότητας. Αλλά και από την άλλη πλευρά, οι Ρωμηοί της Μέσης Ανατολής αισθάνθηκαν διπλά απομονωμένοι καθώς το κράτος της Ελλάδας και οι όποιοι φορείς του τόπου αυτού (συχνά και των εκκλησιαστικών μη εξαιρουμένων), φορώντας συνήθως παρόμοια παραμορφωτικά εθνικιστικά γυαλιά είχαν και έχουν οργανική αδυναμία να ξεφύγουν από το μικρόκοσμό τους και να δουν λίγο πιο μακριά και λίγο πιο καθαρά.

Αυτά που συμβαίνουν στη Συρία σήμερα μας δίνουν την αφορμή και την ευκαιρία ξεφεύγοντας από το βαλκανικό επαρχιωτισμό μας και τις στρεβλώσεις των τελευταίων δύο αιώνων να οδηγηθούμε σε ένα γόνιμο αναστοχασμό και επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας και του ρόλου μας. Οι Ρωμηοί της Μέσης Ανατολής (και δεν είναι οι μόνοι) δεν είναι απλώς ομόδοξοι με μάς. Είμαστε το ίδιο γεγονός, είμαστε το ίδιο γένος, είμαστε το ίδιο ρωμαίικο σώμα στην οικουμενικότητα και διαχρονία του. Και η Ρωμηοσύνη ανέκαθεν, αλλά σήμερα ακόμα πιο πολύ αποτελεί σωτηριολογική πρόταση απέναντι στη βαρβαρότητα και στο σκοτασμό της άγευστης Θεού παγκοσμιότητας των ημερών μας.  Οι λύσεις δε θα έρθουν από τα ποικίλα μνημόνια και τον έξωθεν ετεροπροσδιορισμό μας. Η λύση θα έρθει από την ιστορία μας και την καρδιά μας. Και θα είναι λύση με οικουμενικές διαστάσεις.