Ο ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΩΝ

π. Ἰ­ω­άν­νη Ζόζουλακ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗ ΣΛΟΒΑΚΙΑ

ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

1. Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΟΡΑΒΙΑΣ

Οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί στή Σλο­βα­κί­α ἔ­χουν ὡς πα­τρί­δα τους μί­α ὄ­μορ­φη χώ­ρα στήν Κεν­τρι­κή Εὐ­ρώ­πη πού ὀ­νο­μά­ζε­ται «ἡ Καρ­διά τῆς Εὐ­ρώ­πης». Μέ τά Βαλ­κά­νια το­ύς συν­δέ­ει ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη καί ἡ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή καί Ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή Πα­ρά­δο­ση. Ὅ­λα αὐ­τά το­ύς τά ἔ­φε­ραν οἱ Ἅ­γιοι Ἰ­σα­πό­στο­λοι Κύ­ριλ­λος καί Με­θό­διος[i], οἱ κή­ρυ­κες αὐ­τοί τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας στήν Κεν­τρι­κή Εὐ­ρώ­πη πού –χά­ρη στίς προ­σπά­θει­ες τοῦ Πρίγ­κη­πα Ρα­στισ­λάβ– ἦρ­θαν στή Με­γά­λη Μο­ρα­βί­α γιά νά δώ­σουν στο­ύς Σλά­βους τό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί τά Λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να στή δι­κή τους (τῶν Σλά­βων) γλῶσ­σα.

Γιά το­ύς Σλά­βους ὁ Ρα­στισ­λάβ ἔ­χει τό­σο με­γά­λη ση­μα­σί­α ὅ­ση εἶ­χε γιά το­ύς Χρι­στια­νούς τῶν πρῶ­των αἰ­ώ­νων ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος, ὄ­χι μό­νο για­τί βο­ή­θη­σε το­ύς Σλά­βους νά κα­τα­νο­ή­σουν τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ στήν μη­τρι­κή τους γλῶσ­σα, ἀλ­λά καί το­ύς ἔ­σω­σε ἀ­πό τόν κίν­δυ­νο τοῦ ἐκ­γερ­μα­νι­σμοῦ. Πάν­το­τε οἱ Γερ­μα­νοί, χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας τό ξί­φος καί τό Σταυ­ρό, ἐ­πε­ξέ­τει­ναν τά ἐ­δά­φη τους πρός Ἀ­να­το­λάς. Γι᾿ αὐ­τό καί ὁ Μέ­γας καί Σο­φός Ρα­στισ­λάβ πα­ρα­κά­λε­σε τόν Αὐ­το­κρά­το­ρα τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου νά στεί­λει Ἱ­ε­ρα­πο­στό­λους πού θά δι­έ­δι­δαν τή Χρι­στι­α­νι­κή πί­στη μο­νά­χα μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Σταυ­ροῦ. Ὁ Αὐ­το­κρά­το­ρας τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου Μι­χα­ήλ Γ’ ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε θε­τι­κά στήν πα­ρά­κλη­ση τοῦ Ρα­στισ­λάβ καί ἔ­δω­σε ἐν­το­λή νά συγ­κρο­τη­θεῖ ἡ Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή τῶν ἔμ­πει­ρων ἀ­δελ­φῶν Κυ­ρίλ­λου καί Με­θο­δί­ου τῶν Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων.

Κύ­ριο ρό­λο στήν ἐ­πι­λο­γή καί προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν Ἱ­ε­ρα­πο­στό­λων δι­α­δρα­μά­τι­σε ὁ Πα­τριά­ρχης Φώ­τιος, πού ἦ­ταν ὁ Πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς ἀ­νά­με­σα στο­ύς Σλά­βους. Ἀ­κό­μα πρίν ἀ­πό τήν ἀ­να­χώ­ρη­σή του στή Με­γά­λη Μο­ρα­βί­α ὁ Κύ­ριλ­λος, χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας σάν βά­ση τήν Ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα, δη­μι­ούρ­γη­σε τή Σλα­βι­κή γραμ­μα­τεί­α καί με­τέ­φρα­σε στή Σλα­βι­κή γλῶσ­σα τά πιό ση­μαν­τι­κά Λει­τουρ­γι­κά βι­βλί­α. Τό γε­γο­νός αὐ­τό κα­τα­γρά­φη­κε στήν ἱ­στο­ρί­α μέ χρυ­σά γράμ­μα­τα.

Μέ τόν ἐρ­χο­μό τῶν Ἁ­γί­ων Κυ­ρίλ­λου καί Με­θο­δί­ου στήν Με­γά­λη Μο­ρα­βί­α συν­δέ­ε­ται καί ἡ ἐμ­φά­νι­ση νέ­ων Ἱ­ε­ρῶν να­ῶν καί ἡ γέ­νε­ση τῆς πρώ­της Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς. Σ᾿ αὐ­τή τήν τε­λευ­ταία ἄρ­χι­σε ἡ σπου­δή τῆς Θε­ο­λο­γί­ας καί τῆς Φι­λο­σο­φί­ας καί ἀ­να­πτυσ­σό­ταν μία ἐ­νερ­γός με­τα­φρα­στι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Οἱ ἐ­πι­τυ­χί­ες τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς ἀ­πο­στο­λῆς δέν ἄ­ρε­σαν στο­ύς Γερ­μα­νούς Λα­τί­νους ἱ­ε­ρεῖς, πού δέν μπο­ροῦ­σαν νά ἐ­πα­να­παύ­ον­ται μέ τό γε­γο­νός ὅ­τι οἱ Σλά­βοι τε­λοῦ­σαν τή Θεί­α λει­τουρ­γί­α στή Σλα­βο­νι­κή γλῶσ­σα. Γι᾿ αὐ­τό τόν λό­γο, τό 864 ὁ Γερ­μα­νός βα­σι­λιάς Λου­δο­βί­κος[ii] ὀρ­γά­νω­σε –μέ τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Πά­πα Νι­κο­λά­ου Α’– στρα­τι­ω­τι­κή ἐκ­στρα­τεί­α κα­τά τῆς Με­γά­λης Μο­ρα­βί­ας.

Σάν ἀ­πο­τέ­λε­σμα, οἱ Γερ­μα­νοί Πρίγ­κη­πες πέ­τυ­χαν το­ύς σκο­πούς τους. Ὁ Σβά­το­πλουκ πα­ρέ­δω­σε τόν Ρα­στισ­λάβ καί οἱ Γερ­μα­νοί τόν τύ­φλω­σαν καί τόν κα­τα­δί­κα­σαν σέ θά­να­το ἐ­νῶ ἦ­ταν ἔγ­κλει­στος στή φυ­λα­κή. Με­τά τόν θά­να­το τοῦ Ἁ­γί­ου Με­θο­δί­ου, πρώ­του Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που τῆς Με­γά­λης Μο­ρα­βί­ας, ἡ ἕ­δρα (του), μέ τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Πά­πα τῆς Ρώ­μης πέ­ρα­σε στά χέ­ρια τοῦ Ἐ­πι­σκό­που Νί­τρας Βί­χιγκ, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πό τή χώ­ρα ὅ­λους τούς­ μα­θη­τές τῶν Ἁ­γί­ων Κυ­ρίλ­λου καί Με­θο­δί­ου. Με­τά τόν θά­να­το τοῦ Ἁ­γί­ου Με­θο­δί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί κα­τόρ­θω­σε νά ἀ­να­πτύ­ξει καί νά ἐ­νι­σχύ­σει τό Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κό του ἔρ­γο στή Μο­ρα­βί­α, οἱ Πά­πες τῆς Ρώ­μης ρή­μα­ξαν τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Σλά­βων καί ἀ­πα­γό­ρευ­σαν τε­λεί­ως τήν Σλα­βο­νι­κή γλῶσ­σα γιά χί­λια ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Ὁ Ἅ­γιος Με­θό­διος πέ­θα­νε στίς 6 Ἀ­πρι­λί­ου 885 καί ἀ­μέ­σως με­τά τόν θά­να­τό του οἱ μα­θη­τές του ἐκ­δι­ώ­χθη­καν ἀ­πό τή Μο­ρα­βί­α. Πε­ρί­που 200 ἀπ᾿ αὐ­τούς που­λή­θη­καν σάν δοῦλοι, ἀλ­λά χά­ρη στήν προ­στα­σί­α πα­ρα­γόν­των τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­καν καί τό 886 ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στόν Σλα­βι­κό Νό­το. Ὁ Βούλ­γα­ρος Πρίγ­κη­πας Μπο­ρίς το­ύς ὑ­πο­στή­ρι­ξε καί στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Λει­τουρ­γι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Αὐ­τή ἡ δρα­στη­ρι­ό­τη­τά τους κα­τέ­στη τό θε­μέ­λιο γιά τήν πο­λι­τι­σμι­κή ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν Σλα­βι­κῶν λα­ῶν τοῦ Νό­του καί τῆς Ἀ­να­το­λῆς.

 

2. Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΙΑΣ.

Ἀ­πό τά πο­λι­τι­κά κέν­τρα τῆς Με­γά­λης Μο­ρα­βί­ας ἀ­νέ­τει­λε τό φῶς τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στε­ως καί στό ἔ­δα­φος τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Σλο­βα­κί­ας. Ἡ κλη­ρο­νο­μιά τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς ἄ­φη­σε τή σφρα­γί­δα της στόν χα­ρα­κτή­ρα τῶν κα­τοί­κων τῆς πε­ρι­ο­χῆς αὐ­τῆς, πού ἀ­πο­κα­λεῖ­ται Ὑ­πο­καρ­πά­θια Ρου­θη­νί­α, ἐ­νῶ οἱ κά­τοι­κοί της ὀ­νο­μά­ζον­ται Ρου­θῆ­νοι[iii]. Ὑ­πάρ­χουν ἱ­στο­ρι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες, πού ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὅ­τι ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Πρέ­σοβ καί πα­ρά τό γε­γο­νός ὅ­τι οἱ Οὔγ­γροι βα­σι­λιά­δες ἐ­πι­χει­ροῦ­σαν μέ κά­θε τρό­πο ν᾿ ἀ­φο­μοι­ώ­σουν το­ύς ντό­πιους κα­τοί­κους μέ­χρι τόν ΙΕ’ αἰ­ῶ­να[iv].

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μό­λις πού ἦ­ταν ἀ­νε­κτή στήν Αὐ­στρο–Οὐγ­γα­ρί­α. Οἱ ἀ­νώ­τα­τοι κύ­κλοι της ὅ­ρι­σαν τήν ὀ­νο­μα­σί­α «Ἑλ­λη­νι­κή μή ἑ­νω­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α»[v] τήν ὁ­ποί­α αὐ­τή ὄ­φει­λε νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ στίς ἐ­πί­ση­μες σχέ­σεις της μέ τόν κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό. Στήν προ­σπά­θεια νά δι­α­λυ­θεῖ ἡ Ὀρ­θο­δο­ξία­ στό ἔ­δα­φος τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Σλο­βα­κί­ας καί τῆς Ὑ­πο­καρ­πα­θί­ας Ρου­θη­νί­ας ἡ Κό­μησ­σα Ἄν­να Ντρουγ­κέ­το­βα τό 1646 συγ­κά­λε­σε στήν πό­λη Οὐζ­γκό­ροντ σύ­να­ξη, κε­κλει­σμέ­νων τῶν θυ­ρῶν, 63 ἀ­πό το­ύς 1300 ἱ­ε­ρεῖς καί τούς­ ἀ­να­κοί­νω­σε τήν ἐγ­κα­θί­δρυ­ση Οὐ­νί­ας μέ τή Ρώ­μη. Ἡ Οὐ­νί­α αὐ­τή με­τα­γε­νέ­στε­ρα πῆ­ρε τήν ἐ­πί­ση­μη ὀ­νο­μα­σί­α «Ἑλ­λη­νο­κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α».

Ὁ λα­ός ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἀ­πό τή μία τήν ἀ­λη­θι­νή Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη του κι ἀ­πό τήν ἄλ­λη μα­χό­ταν τή δι­οι­κη­τι­κή εἰ­σα­γω­γή τῆς Οὐ­νί­ας. Ὁ Κο­ραμ­πίν­σκυ, στό λε­ξι­κό του, πού ἐκ­δό­θη­κε τό 1786, πα­ρα­θέ­τει κα­τά­λο­γο Ἐκ­κλη­σι­ῶν σέ δι­ά­φο­ρα χω­ριά τῆς Οὐγ­γα­ρί­ας. Ἀπ᾿ αὐ­τό τόν κα­τά­λο­γο προ­κύ­πτει ὅ­τι μό­νο ἕ­νας μι­κρός ἀ­ριθ­μός Ἐκ­κλη­σι­ῶν ἀ­νῆκαν στο­ύς Οὐ­νί­τες. Ἱ­στο­ρι­κά τεκ­μή­ρια δεί­χνουν ὅ­τι στό πρῶ­το ἀ­κό­μα ἥ­μι­συ τοῦ 19ου αἰ­ῶ­να ἔ­γι­νε ἔ­ρα­νος γιά τή συλ­λο­γή χρη­μά­των γιά τήν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση Ὀρ­θό­δο­ξου να­οῦ τῆς «Ἑλ­λη­νι­κῆς μή ἑ­νω­μέ­νης Ἐκ­κλη­σί­ας» στό χω­ριό Λί­βοβ, πού τώ­ρα βρί­σκε­ται στήν πε­ρι­ο­χή Μπαρ­ντε­γιόβ. Σέ με­ρι­κά χω­ριά τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Σλο­βα­κί­ας, Ἐκ­κλη­σί­ες, πού χτί­στη­καν τόν 18ο καί 19ο αἰ­ῶ­να, κα­τα­γρά­φη­καν στήν ἀ­κί­νη­τη πε­ρι­ου­σί­α τῶν Οὐ­νι­τῶν μό­λις τό 1990.

Μο­λο­νό­τι ἀρ­γό­τε­ρα ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α κα­τα­πνί­γη­κε δι­οι­κη­τι­κά, μέ­σα στόν λα­ό συ­νέ­χι­ζε νά ζεῖ. Στίς Ἱ­ε­ρές ἀ­κο­λου­θί­ες οἱ πι­στοί χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν Ὀρ­θό­δο­ξα Λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να (σ.μ. βι­βλί­α), πού εἶ­ναι ἔκ­φρα­ση τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης πί­στης. Πρέ­πει νά ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με ὅ­τι ἡ πα­ρά­δο­ση τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δι­είσ­δυ­σε, καί μά­λι­στα μέ πο­λύ ἀρ­γό ρυθ­μό στο­ύς Οὐ­νί­τες. Μο­να­στή­ρια, πού δι­α­δρα­μά­τι­σαν σπου­δαι­ό­τα­το ρό­λο στήν προ­ά­σπι­ση τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης πί­στης, κα­τέ­στη­σαν πνευ­μα­τι­κά κέν­τρα. Στά Μο­να­στή­ρια ὑ­πῆρ­χαν βι­βλι­ο­θῆ­κες μέ πο­λύ­τι­μα βι­βλί­α, τά ὁ­ποῖ­α οἱ Οὐ­νί­τες κα­τά­στρε­ψαν καί ἐ­ξα­φά­νι­σαν ὁ­λό­τε­λα. Ὅ­πως τό­νι­σε ὁ Π. Ἄ­λες, «Τό Ὀρ­θό­δο­ξο Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό σῶ­μα στήν Οὐγ­γα­ρί­α συγ­κεν­τρώ­θη­κε γύ­ρω ἀ­πό τά Μο­να­στή­ρια. Τόν 14ο ἀ­κό­μη αἰ­ῶ­να στήν Οὐγ­γα­ρί­α ὑ­πῆρ­χαν πε­ρισ­σό­τε­ρα Ἑλ­λη­νι­κά (Ὀρ­θό­δο­ξα) Μο­να­στή­ρια πα­ρά Λα­τι­νι­κά, πρᾶγ­μα πού οἱ Πά­πες τῆς Ρώ­μης ἔ­φε­ραν βα­ρέ­ως».

Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ζοῦ­σε συ­νε­χῶς μέ­σα στό λα­ό τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Σλο­βα­κί­ας. Τό πνεῦ­μα ὡ­στό­σο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας δέν ἦ­ταν ξέ­νο οὔ­τε στό λα­ό τῆς Δυ­τι­κῆς καί τῆς μέ­σης Σλο­βα­κί­ας χά­ρη στίς προ­σπά­θει­ες τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν, τῶν λα­ϊ­κῶν δι­α­φω­τι­στῶν καί τῶν ἐρ­γα­τῶν τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Ὅ­λοι ἔ­βλε­παν στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τό στή­ριγ­μά τους στήν ὑ­πο­στή­ρι­ξη γιά Ἐ­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα καί γιά τή μελ­λον­τι­κή πνευ­μα­τι­κή καί ἐ­θνι­κή πρό­ο­δο τοῦ Σλο­βα­κι­κοῦ λα­οῦ. Οἱ Σλο­βά­κοι λα­ϊ­κοί δι­α­φω­τι­στές δι­α­τη­ροῦ­σαν πο­λύ ἐ­νερ­γούς (δρα­στή­ριους) δε­σμούς μέ τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α στή Ρω­σί­α καί τή Σερ­βί­α. Οἱ Σλο­βά­κοι δι­α­φω­τι­στές συ­νερ­γά­ζον­ταν ἐ­νερ­γῶς καί μέ το­ύς Τσέ­χους ἱ­στο­ρι­κούς καί λα­ϊ­κούς δι­α­φω­τι­στές, πού ἦ­ταν συν­δε­δε­μέ­νοι μέ τήν Ὀρ­θό­δο­ξη ἀ­φύ­πνι­ση καί ἐ­πί πλέ­ον συμ­με­τεῖ­χαν στίς Ὀρ­θό­δο­ξες Ἱ­ε­ρές ἀ­κο­λου­θί­ες στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στήν Πρά­γα στήν πλα­τεί­α Στα­ρο­μέσ­τσκα­για, ἤ με­τα­γε­νέ­στε­ρα, στό Κάρ­λο­βυ Βά­ρυ, στό Μα­ριά­νσκε Λάζ­νε καί τό Φραν­τί­σκο­βυ Λάζ­νε. Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη συν­τά­χθη­κε καί ἡ πρώ­τη Ὀρ­θό­δο­ξη Κα­τή­χη­ση, τήν ὁ­ποί­α καί ἐ­ξέ­δω­σε γιά το­ύς πι­στούς ὁ δρ. Κά­ρολ Σλαν­τκόβ­σκυ. Στά τέ­λη τοῦ l9ου καί τίς ἀρ­χές τοῦ 20ου αἰ­ῶ­να ἀρ­χί­ζει, πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅ­λα στό ἔ­δα­φος τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Σλο­βα­κί­ας καί τῆς Ὑ­περ­καρ­πα­θί­ας μία Θρη­σκευ­τι­κή καί Ἐ­θνι­κή ἀ­να­γέν­νη­ση. Στή Σλο­βα­κί­α ἐ­πι­στρέ­φουν ἀ­πό τήν Ἀ­με­ρι­κή καί, με­ρι­κῶς, ἀ­πό τή Ρω­σί­α, οἱ με­τα­νά­στες («ἐ­μιγ­κρέ») πού γνώ­ρι­ζαν κα­λά τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­πέ­στρε­φαν ἐ­λεύ­θε­ρα στίς γραμ­μές τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων πι­στῶν. Στήν Ἀ­με­ρι­κή, ἕ­νας ἀ­πό το­ύς πρώ­τους πού πέ­ρα­σαν καί προ­σχώ­ρη­σαν στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ἦ­ταν ὁ Οὐ­νί­της ἱ­ε­ρέ­ας, πρώ­ην Κα­θη­γη­τής τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ Δι­καί­ου τῆς Ἱ­ε­ρα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πρέ­σοβ Ἀ­λε­ξέ­ϊ Τότ. Ἔ­γι­νε ὁ πρω­τερ­γά­της τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς τῶν Οὐ­νι­τῶν «ἐ­μιγ­κρέ» τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Χά­ρη στήν πρω­το­βου­λί­α του πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται μία μα­ζι­κή ἐ­πί­ση­μη ἐ­πι­στρο­φή Σλο­βά­κων καί Ρου­θή­νων με­τα­να­στῶν στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ κί­νη­ση αὐ­τή με­τα­φέρ­θη­κε καί στή Σλο­βα­κί­α καί τήν Ὑ­περ­καρ­πα­θί­α.

Στίς πα­ρα­μο­νές τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου ὁ λα­ός ἐ­πέ­στρε­φε στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Κρα­τι­κή δι­οί­κη­ση τῆς Αὐ­στρο–Οὐγ­γα­ρί­ας μα­ζί μέ το­ύς ἐ­χθρούς τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­κα­ναν κά­θε τί τό δυ­να­τό ἔ­τσι πού στό ἔ­δα­φος τοῦ Βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κοῦ τμή­μα­τος τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας νά μή μπο­ρέ­σει νά ἐμ­φα­νι­στεῖ ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Φο­βόν­του­σαν τή μα­ζι­κή ἐ­πι­στρο­φή στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Σέ σχέ­ση μ᾿ αὐ­τό, τό 1913–14 συγ­κρο­τή­θη­κε ἡ δί­κη Μαρ­μα­ρο­σιγ­κό­τσκυ, στήν ὁ­ποί­α κα­τη­γο­ρή­θη­καν γιά προ­δο­σί­α τῆς Πα­τρί­δας Ὀρ­θό­δο­ξοι πι­στοί πού ἔ­φερ­ναν ἀ­πό τή Ρω­σί­α βι­βλί­α Λει­τουρ­γι­κά καί Θε­ο­λο­γι­κά, ἐγ­κα­τέ­λει­παν τίς γραμ­μές τῶν Οὐ­νι­τῶν καί συγ­κρο­τοῦ­σαν δι­κή τους Ὀρ­θό­δο­ξη Κοι­νό­τη­τα. Τό 1914, στήν πό­λη Γκόρ­λι­τσα ἐ­κτε­λέ­στη­κε χω­ρίς δί­κη ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος ἱ­ε­ρέ­ας Μα­ξίμ Σάν­το­βιτς, τόν ὁ­ποῖ­ο ἡ Πο­λω­νι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὡς Ἱε­ρο­μάρ­τυ­ρα τό 1994.

 

3. Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ  ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη κί­νη­ση στό ἔ­δα­φος τῆς Σλο­βα­κί­ας ἐν­δυ­να­μώ­θη­κε με­τά τήν ἀ­να­κή­ρυ­ξη τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας τῆς Τσε­χοσ­λο­βα­κί­ας στίς 28 Ὀ­κτω­βρί­ου 1918, ἰ­δι­αί­τε­ρα δέ στά χω­ριά Μπέ­χε­ροβ καί Λαν­το­μή­ρο­βα. Αὐ­τό, μέ τή σει­ρά του, συ­ναρ­τή­θη­κε μέ τήν ἐ­πι­στρο­φή –στό χω­ριό γε­νέ­τει­ρά του Μπέ­χε­ροβ ἀ­πό τίς Η.Π.Α.– τοῦ Ὀρ­θό­δο­ξου ἱ­ε­ρέ­α π. Γκρέγ­κορ Βάρ­χο­λου. Τό 1992, οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι κά­τοι­κοι τοῦ χω­ριοῦ Λαν­το­μή­ρο­βα ὑ­πό τήν ἡ­γε­σί­α τοῦ Γε­ρου­σια­στή Λάζ ἀ­πευ­θύν­θη­καν στή Τσε­χι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη Κοι­νό­τη­τα στήν Πρά­γα μέ τήν πα­ρά­κλη­ση νά τοῦ συ­στη­θεῖ ἱ­ε­ρέ­ας. Ὁ Ἀρ­χι­μαν­δρί­της Σαβ­βά­τιος (Βράμ­πετς) το­ύς συ­νέ­στη­σε τόν Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη Βι­τά­λιο Μα­ξι­μέν­κο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζοῦ­σε στή Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α. Ἐ­κεῖ­νος, μα­ζί μέ με­ρι­κούς μο­να­χούς, ἔ­φτα­σε τό 1923 στή Σλο­βα­κί­α καί ἵ­δρυ­σε Μο­να­στή­ρι Λαν­το­μή­ρο­βα. Πιό ὕ­στε­ρα, ἄρ­χι­σαν νά προ­σχω­ροῦν κι ἄλ­λα χω­ριά στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη.

Κα­τά πα­ρά­κλη­ση τῶν πι­στῶν ἡ Σερ­βι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­στει­λε στό Μου­κά­τσι­ε­βο τόν  Ἐ­πί­σκο­πο Δο­σί­θε­ο. Ὕ­στε­ρα ἀπ᾿ αὐ­τόν ἔ­φτα­σαν ἐ­δῶ οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι Εἰ­ρη­ναῖ­ος, Σε­ρα­φείμ καί Ἰ­ω­σήφ.

Βά­σει ἀ­πο­γρα­φῆς πλη­θυ­σμοῦ τοῦ 1930 στό ἔ­δα­φος τῆς Σλο­βα­κί­ας ὑ­πῆρ­χαν 9.073 Ὀρ­θό­δο­ξοι πι­στοί, πού ζοῦ­σαν σέ 20 Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές ἐ­νο­ρί­ες, καί 111.969 Ὀρ­θό­δο­ξοι πι­στοί, πού ζοῦ­σαν στό ἔ­δα­φος τῆς Ὑ­πο­καρ­πα­θί­ας Ρου­θη­νί­ας. Αὐ­τό μαρ­τυ­ρεῖ πε­ρί τοῦ ὅ­τι ἀ­πό τή γέ­νε­ση τῆς Τσε­χοσ­λο­βα­κί­ας ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη κί­νη­ση στή Σλο­βα­κί­α καί τήν Ὑ­πο­καρ­πά­θια Ρου­θη­νί­α ἐ­νι­σχύ­θη­κε ση­μαν­τι­κά. Με­τα­γε­νέ­στε­ρα, ὕ­στε­ρα ἀ­πό μα­κρές δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις μέ τήν κυ­βέρ­νη­ση τῆς Τσε­χοσ­λο­βα­κι­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ἡ Μη­τρό­πο­λη Μου­κά­τσι­ε­βο–Πρέ­σοβ.

Στόν Ἐ­πι­σκο­πι­κό θρό­νο δι­ο­ρί­στη­κε ἐ­πί­ση­μα ὁ Κα­θη­γη­τής τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Βε­λι­γρα­δί­ου Ἐ­πί­σκο­πος δρ. Δα­μα­σκη­νός. Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη ἡ Μη­τρό­πο­λη Μου­κά­τσι­ε­βο–Πρέ­σοβ εἶ­χε πά­νω ἀ­πό 150.000 πι­στούς.

Τά χρό­νια τοῦ Β’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου δει­νές δο­κι­μα­σί­ες ἔ­πλη­ξαν τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Τσε­χί­ας. Με­τά τήν ἀ­πό­πει­ρα δο­λο­φο­νί­ας κα­τά τοῦ Χά­ϊν­τριχ ἡ Τσε­χι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τέ­θη­κε ἐ­κτός νό­μου. Ἡ πε­ρι­ου­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τα­σχέ­θη­κε πρός ὄ­φε­λος τοῦ Κρά­τους. Ἱ­ε­ρεῖς ἐ­κτο­πί­στη­καν σέ στρα­τό­πε­δα συγ­κεν­τρώ­σε­ως. Ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Ἅ­γιος Γκό­ραζντ ἐ­κτε­λέ­στη­κε μα­ζί μέ το­ύς συ­νερ­γά­τες του. Στή Σλο­βα­κί­α ἡ  Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πί­σης ζοῦ­σε κά­τω ἀ­πό δυ­σχε­ρεῖς συν­θῆ­κες. Τόν Δε­κέμ­βριο 1942 στό Μεν­τζι­λάμ­πορ­τσε πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε σύ­να­ξη τοῦ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοῦ κλή­ρου, πού ἀ­πέ­στει­λε στά κρα­τι­κά ὄρ­γα­να ὑ­πό­μνη­μα μέ τήν ἀ­παί­τη­ση ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Σλο­βα­κί­ας νά τε­θεῖ ἐ­κτός νό­μου[vi].

Ἡ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση ἔ­φε­ρε τήν Ἐ­λευ­θε­ρί­α καί στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α σ᾿  ὅ­λη τήν ἔ­κτα­ση τῆς Τσε­χοσ­λο­βα­κί­ας. Σάν ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μπο­ροῦ­σε νά ἀ­να­νε­ώ­σει τή δρά­ση της. Ἀ­πό ὀρ­γα­νω­τι­κῆς ἀ­πό­ψε­ως ἡ Ἐκ­κλη­σία­ πέ­ρα­σε ἀ­πό τή δι­και­ο­δο­σί­α τῆς Σερ­βι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας κά­τω ἀ­πό τή δι­και­ο­δο­σί­α τῆς Ρω­σι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Σάν συ­νέ­πεια τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι τό Μου­κά­τσι­ε­βο καί ἡ Ὑ­πο­καρ­πά­θια Ρου­θη­νί­α ἀ­πο­τέ­λε­σαν μέ­ρος τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς Ἑ­νώ­σε­ως ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Σλο­βα­κί­ας ἔ­μει­νε χω­ρίς Ἐ­πί­σκο­πο καί ἡ Μη­τρό­πο­λη χω­ρί­στη­κε σέ δύ­ο μέ­ρη. Γι᾿ αὐ­τό στίς 26 Ἀ­πρι­λί­ου 1947 στό Πρέ­σοβ συγ­κρο­τή­θη­κε σύ­να­ξη τοῦ Ὀρ­θό­δο­ξου κλή­ρου καί τῶν Ὀρ­θό­δο­ξων πι­στῶν τῆς Σλο­βα­κί­ας, ἡ ὁ­ποί­α καί δέ­χτη­κε τόν Κώ­δι­κα τῆς νε­ω­στεί συ­στα­θεί­σης Ἐ­παρ­χί­ας Πρέ­σοβ–Σλο­βα­κί­ας. Ἐ­πί­σκο­πος τῆς νέ­ας Ἐ­παρ­χί­ας ἔ­γι­νε Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Πρά­γας Ἐ­λευ­θέ­ριος, ἔ­ξαρ­χος τοῦ Ρω­σι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου τῆς Μό­σχας στή Τσε­χοσ­λο­βα­κί­α.

 

4. Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ.

Με­τά τόν Β’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο στό ἔ­δα­φος τῆς Τσε­χοσ­λο­βα­κί­ας γεν­νι­έ­ται ἕ­να με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη, σάν συ­νέ­πεια τοῦ ὁ­ποί­ου πολ­λοί πι­στοί ἄρ­χι­σαν νά περ­νοῦν στο­ύς κόλ­πους τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Στή Σλο­βα­κί­α ἐκ­δη­λώ­θη­κε ση­μαν­τι­κά ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α κυ­ρί­ως με­τα­ξύ τῶν δι­α­νο­ου­μέ­νων ἀλ­λά καί τῶν ἁ­πλῶν πι­στῶν. Στό ἔ­δα­φος τῆς Τσε­χί­ας καί τῆς Μο­ρα­βί­ας ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ση­μεί­ω­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καί γιά τό λό­γο ὅ­τι κα­τά τόν Β’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο εἶ­χε ὑ­πο­στεῖ δι­ωγ­μούς ἀ­πό το­ύς Γερ­μα­νούς κα­τα­κτη­τές καί ἔ­λα­βε ἐ­νερ­γά δρά­ση στόν ἀν­τι­φα­σι­στι­κό ἀ­γῶ­να. Τίς γραμ­μές τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Τσε­χί­ας πύ­κνω­σαν καί γέ­μι­σαν καί οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι Τσέ­χοι, πού εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­πό τήν Οὐ­κρα­νί­α (Βόλιν). Ὡ­στό­σο σ᾿ ὁ­λό­κλη­ρη τήν Δη­μο­κρα­τί­α ἦ­ταν αἰ­σθη­τή ἡ ἀ­νε­πάρ­κεια σέ ἱ­ε­ρεῖς. Γι᾿ αὐ­τό, τό 1948 στό Κάρ­λο­βυ Βά­ρυ ἀ­νοί­χτη­κε Ὀρ­θό­δο­ξη Ἱ­ε­ρα­τι­κή Σχο­λή, πού τό 1949 με­τα­φέρ­θη­κε στήν Πρά­γα καί τό 1950 ἀ­να­δι­ορ­γα­νώ­θη­κε κι ἔ­γι­νε Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή.

Τίς ἀρ­χές τοῦ 1948 ἡ Τσε­χοσ­λο­βα­κί­α ἔ­γι­νε Κομ­μου­νι­στι­κό Κρά­τος. Ἄρ­χι­ζαν τά δύ­σκο­λα χρό­νια τοῦ ἀ­θε­ϊ­σμοῦ καί τῆς ἀν­τι­εκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας, πού ἀ­πα­γό­ρευ­ε τήν ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων.

Στίς 7 Δε­κεμ­βρί­ου 1949 στό Πρέ­σοβ συγ­κρο­τή­θη­κε σύ­να­ξη τοῦ κλή­ρου τῆς Ἐ­παρ­χί­ας, ἡ ὁ­ποί­α καί ἀ­πο­δέ­χτη­κε τόν Κώ­δι­κα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Τσε­χοσ­λο­βα­κί­ας. Βά­σει αὐ­τοῦ τοῦ κώ­δι­κα γεν­νή­θη­κε ἡ αὐ­τό­νο­μη Ἐ­ξαρ­χί­α τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου Μό­σχας στήν Τσε­χοσ­λο­βα­κί­α, πού ἀ­πε­τε­λεῖ­το ἀ­πό τίς Μη­τρο­πό­λεις, τῆς Πρά­γας, τῆς Ὀ­λο­μό­ουτς –Μπρνό στή Τσε­χί­α καί τοῦ Πρέ­σοβ στή Σλο­βα­κί­α. Ἡ σύ­να­ξη αὐ­τή ἐ­ξέ­λε­ξε ἐ­πί­σης τόν νέ­ο Ἐ­πί­σκο­πο τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως Πρέ­σοβ τόν Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη Ἀ­λέ­ξιο (Ντέ­χτε­ροβ), ὁ ὁ­ποῖ­ος χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἐ­πί­σκο­πος στίς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1950 στή νέα­ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­λε­ξάν­δρου Νι­έφ­σκυ στό Πρέ­σοβ.

Ἀ­κό­μα πρίν ἀ­πό τό 1950 ἡ ὁ­μά­δα πρω­το­βου­λί­ας Οὐ­νι­τῶν ἱ­ε­ρέ­ων καί πι­στῶν εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τήν Οὐ­νί­α καί νά προ­σχω­ρή­σει στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Τό 1950 τά Κρα­τι­κά ὄρ­γα­να ἐκ­με­ταλ­λεύ­θη­καν αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση γιά τήν πλή­ρη δι­ά­λυ­ση τῆς Οὐ­νί­ας. Το­ύς λό­γους αὐ­τῆς τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐ­νέρ­γειας τῶν Κομ­μου­νι­στῶν ὀ­φεί­λουν ἀ­κό­μη νά το­ύς δι­ε­ρευ­νή­σουν οἱ ἱ­στο­ρι­κοί. Ὡ­στό­σο, μπο­ροῦ­με ἀ­πό τώ­ρα νά ποῦ­με μέ σι­γου­ριά ὅ­τι ἡ ἀ­πό­φα­ση τῶν Κομ­μου­νι­στῶν δέν βο­ή­θη­σε τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κτός ἀ­πό τή δυ­σχε­ρή πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση, στήν ὁ­ποί­α βρέ­θη­καν οἱ Οὐ­νί­τες με­τά τόν Β’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο στά ἐ­δά­φη τῶν χω­ρῶν τοῦ Ἀ­να­το­λι­κοῦ Συ­να­πι­σμοῦ, ση­μει­ώ­θη­κε ἐ­δῶ καί μία τά­ση ἐ­πα­νόρ­θω­σης τῆς ἀ­δι­κί­ας πού εἶ­χαν ἀ­περ­γα­σθεῖ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ λα­οῦ οἱ φε­ου­δαρ­χι­κές ἀρ­χές στά χρό­νια τῆς Αὐ­στρο–Οὐγ­γα­ρί­ας. Στίς 28 Ἀ­πρι­λί­ου 1950 στό Πρέ­σοβ συγ­κλή­θη­κε Σύ­νο­δος τῶν Οὐ­νι­τῶν κλη­ρι­κῶν καί πι­στῶν, ἡ ὁ­ποί­α καί ἀ­να­κά­λε­σε (ἀ­κύ­ρω­σε) τήν Οὐ­νί­α μέ τή Ρώ­μη, πού εἶ­χε συ­να­φθεῖ τό 1946 στήν πό­λη Οὐζ­γκό­ροντ[vii].

Ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος Οὐ­νι­τῶν πι­στῶν πέ­ρα­σαν καί προ­σχώ­ρη­σαν στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μα­ζί μέ το­ύς ἱ­ε­ρεῖς τους. Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἦ­ταν αἰ­σθη­τή ἡ με­γά­λη ἔλ­λει­ψη νέ­ων ἱ­ε­ρέ­ων καί γι᾿ αὐ­τό τόν λό­γο ἦ­ταν ἀ­ναγ­καί­α ἡ ἵ­δρυ­ση Ὀρ­θό­δο­ξης Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς στή Σλο­βα­κί­α. Ἡ ἀν­τι­προ­σω­πεί­α τῆς Κρα­τι­κῆς καί ἀ­στι­κῆς δι­οί­κη­σης τῆς Πρά­γας, ὁρ­μώ­με­νη ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι μέ­σα στήν πό­λη ὑ­πῆρ­χαν τέσ­σε­ρις Θε­ο­λο­γι­κές Σχο­λές, ἀ­πο­φά­σι­σαν νά με­τα­φέ­ρουν τήν μέν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κή Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή στό Λη­το­μνι­έ­ζι­τσε, τήν δέ Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή στό Πρέ­σοβ, καί τίς δύ­ο στήν Πε­ρι­φέ­ρεια. Κατ᾿ αὐ­τό τόν τρό­πο στίς 17 Ὀ­κτω­βρί­ου 1950 ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή τῆς Πρά­γας ἄρ­χι­σε τή δρά­ση της στό Πρέ­σοβ. Ἡ ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς ἐκ­παί­δευ­σης συ­νέ­βα­λε στήν ἐ­πί­λυ­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος τῆς δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης ἱ­ε­ρέ­ων μέ­χρι τό­τε, οἱ φοι­τη­τές ἀ­πο­κτοῦ­σαν τή Θε­ο­λο­γι­κή ἐκ­παί­δευ­ση στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μά­λι­στα δέ, τό πρῶ­το ἔ­τος ὑ­πάρ­ξε­ως τῆς Σχο­λῆς τοῦ Πρέ­σοβ, ἡ Σχο­λή δέ­χτη­κε 140 φοι­τη­τές κι ἀ­μέ­σως ὕ­στε­ρα ἀπ᾿ αὐ­τό ἀ­κο­λού­θη­σε καί ἡ χει­ρο­το­νί­α νέ­ων ἱ­ε­ρέ­ων.

Σάν συ­νέ­πεια τῆς αὔ­ξη­σης τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ τῶν ἐ­νο­ρι­ῶν καί συγ­χρό­νως καί τῶν πι­στῶν ἦ­ταν ἀ­ναγ­καί­ος ὁ ἐκ νέ­ου δι­α­χω­ρι­σμός τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας στή Σλο­βα­κί­α. Τό 1950 ἡ Μη­τρό­πο­λη Πρέ­σοβ δι­α­χω­ρί­στη­κε στήν Μη­τρό­πο­λη Πρέ­σοβ καί τήν Μη­τρό­πο­λη Μι­χα­λόβ­τσε. Τό 1952, δυ­νά­μει ἀ­πο­φά­σε­ως τῆς Κρα­τι­κῆς δι­οί­κη­σης ἐ­πί Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων, στήν Πρά­γα, βά­σει τῆς Συ­νό­δου τῶν Οὐ­νι­τῶν κλη­ρι­κῶν καί πι­στῶν τοῦ 1950, ἡ πε­ρι­ου­σί­α τῶν Οὐ­νι­τῶν κα­τέ­στη πε­ρι­ου­σί­α τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Μέ­χρι τό 1968, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δι­ε­ξῆ­γε τή δρά­ση της σ᾿ ἐ­κεῖ­νες τίς ἐ­νο­ρί­ες (πού βρί­σκον­ταν στό ἔ­δα­φος τῆς Σλο­βα­κί­ας), στίς ὁ­ποί­ες οἱ κά­τοι­κοι ἑ­νός δε­δο­μέ­νου χω­ριοῦ τό ζη­τοῦ­σαν, κι᾿ αὐ­τό ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει πε­ρί­που 90% τῶν χω­ρι­ῶν, στά ὁ­ποῖ­α ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τε­λοῦ­σε Ἱ­ε­ρές ἀ­κο­λου­θί­ες. Κά­τω ἀ­πό τήν ἐ­πί­δρα­ση τῶν πο­λι­τι­κῶν καί κοι­νω­νι­κῶν με­τα­βο­λῶν τό 1968 γεν­νή­θη­κε ἡ ἀ­νάγ­κη με­ταρ­ρύθ­μι­σης καί τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ προ­βλή­μα­τος. Στίς 13 Ἰ­ου­νί­ου 1968, μέ τό δι­ά­ταγ­μα 70/68 ἀ­να­νε­ώ­θη­κε ἡ δρά­ση τῶν Οὐ­νι­τῶν. Μέ­σα στό χά­ος τῶν πο­λι­τι­κῶν ἀλ­λα­γῶν στίς ἐνο­ρί­ες ἐμ­φα­νί­ζον­ταν με­γά­λες συγ­κρού­σεις ἀ­νά­με­σα σέ Οὐ­νί­τες καί Ὀρ­θό­δο­ξους πι­στούς. Τό χει­ρό­τε­ρο ἀπ᾿ ὅ­λα ἦ­ταν τό γε­γο­νός ὅ­τι τά στε­λέ­χη τῶν Κρα­τι­κῶν ὀρ­γά­νων, πού ἦ­ταν ὑ­πεύ­θυ­νοι γιά τήν ἐ­πί­λυ­ση τοῦ δε­δο­μέ­νου προ­βλή­μα­τος καί τῆς συγ­κρού­σε­ως με­τα­ξύ τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν, δέν εἶ­χαν μία ἑ­νια­ία ἄ­πο­ψη πά­νω στή δε­δο­μέ­νη προ­βλη­μα­τι­κή. Τήν ἀ­πό­φα­ση τῶν Κρα­τι­κῶν ὀρ­γά­νων ἐ­πη­ρέ­α­ζαν συ­χνά δι­ά­φο­ρα γε­γο­νό­τα, πού δέν εἶ­χαν τί­πο­τε τό κοι­νό μέ μία δί­και­η ἐ­πί­λυ­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος, ὅ­πως, γιά πα­ρά­δειγ­μα, τό γε­γο­νός ποι­ά ἀπ᾿ τίς πλευ­ρές προ­ω­θοῦ­σε μέ με­γα­λύ­τε­ρο πεῖ­σμα τίς ἀ­παι­τή­σεις της ἤ τά ἰ­δι­ω­τι­κά, προ­σω­πι­κά συμ­φέ­ρον­τα τῶν δε­δο­μέ­νων στήν κά­θε πε­ρί­πτω­ση Κρα­τι­κῶν στε­λε­χῶν.

Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη ἡ  Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­θε­ω­ρεῖ­το σάν κλη­ρο­νο­μιά τῆς Κρα­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1950. Τό γε­γο­νός ὅ­τι οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι πι­στοί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νά ζοῦν μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν προ­γό­νων τους καί ὅ­τι αἰ­σθά­νον­ταν σάν οἱ ἀ­πό­γο­νοι ἐ­κεί­νων πού εἶ­χαν χτί­σει τίς Ἐκ­κλη­σί­ες κι᾿ εἶ­χαν με­ρι­μνή­σει γι᾿ αὐ­τές, ἦ­ταν ἀ­νί­σχυ­ρο ἐ­πι­χεί­ρη­μα γιά νά ἔ­χουν κι᾿ ἀ­πό ἐ­δῶ καί πέ­ρα τή δυ­να­τό­τη­τα νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν αὐ­τές τίς Ἐκ­κλη­σί­ες. Οἱ πε­ρι­φε­ρεια­κές ἐ­πι­τρο­πές πού εἶ­χαν συ­στα­θεῖ γι᾿ αὐ­τό τόν σκο­πό, ὅ­ρι­ζαν τόν ἰ­δι­ο­κτή­τη (κύ­ριο) τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­νά­λο­γα μέ τό ποι­ός ἦ­ταν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρος ἤ τό ποι­ός τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη εἶ­χε τή με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­πιρ­ρο­ή στό χω­ριό. Οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι συ­χνά μει­ο­ψη­φοῦ­σαν κι᾿ ἦ­ταν πο­λύ δύ­σκο­λη ἡ ἐ­πί­τευ­ξη συμ­φω­νί­ας γιά κοι­νή χρή­ση τοῦ να­οῦ.

Γιά τήν ἔλ­λει­ψη ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τας στο­ύς ὑ­παλ­λή­λους–στε­λέ­χη τῶν Κρα­τι­κῶν ὀρ­γά­νων μαρ­τυ­ρεῖ ἡ ἀ­πό­φα­ση τῆς πε­ρι­φε­ρεια­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τῆς πό­λης Βρά­νοβ, ἡ ὁ­πο­ί­α στήν ἀ­πό 6ης Νο­εμ­βρί­ου 1968 ἐ­πι­στο­λή της ἐ­ξέ­φρα­σε δι­α­φω­νί­α γιά τήν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τοῦ Ὀρ­θό­δο­ξου ἱ­ε­ρέ­α στήν πε­ρι­ο­χή. Σέ πε­ρί­πτω­ση πού, πα­ρά ταῦ­τα, οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι πι­στοί πα­ρα­μεί­νουν στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, «θά το­ύς προ­τεί­νει τή δυ­να­τό­τη­τα Θρη­σκευ­τι­κῆς ζω­ῆς σ᾿ ἄλ­λες ἐνο­ρί­ες τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, πού βρί­σκον­ται σ᾿ ἄλ­λες πε­ρι­ο­χές»[viii].

Κατ᾿ αὐ­τό τόν τρό­πο ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α στε­ρή­θη­κε τή δυ­να­τό­τη­τα νά τε­λεῖ τίς Ἱ­ε­ρές της ἀ­κο­λου­θί­ες σέ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό τίς μι­σές Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές της Κοι­νό­τη­τες. Τό χει­ρό­τε­ρο ἀπ᾿ ὅ­λα ἦ­ταν τό γε­γο­νός ὅ­τι τά Κρα­τι­κά ὄρ­γα­να δέν ἐ­πέ­τρε­παν τήν τέ­λε­ση Ὀρ­θο­δό­ξων Ἱ­ε­ρῶν ἀ­κο­λου­θι­ῶν σ᾿ ἄλ­λα ὑ­πο­στα­τι­κά ἐ­κτός ἀ­πό τίς Ἐκ­κλη­σί­ες, ἀλ­λά καί γιά τήν οἰ­κο­δό­μη­ση νέ­ων Ἐκ­κλη­σι­ῶν δέν ἐκ­δί­δον­ταν ἀ­πο­φά­σεις.

 

5. Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗ ΣΛΟΒΑΚΙΑ.

Γιά Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή γιά τήν ἐκ­παί­δευ­ση Θε­ο­λό­γων καί τήν προ­ε­τοι­μα­σί­α Πνευ­μα­τι­κῶν ποι­μέ­νων στά ἐ­δά­φη τῆς Σλο­βα­κί­ας οἱ γε­νε­ές τῶν ἱ­ε­ρέ­ων μέ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τόν Ἐ­πί­σκο­πο Γκό­ραζντ καί το­ύς Ἐ­πι­σκό­πους τοῦ Μου­κά­τσι­ε­βο–Πρέ­σοβ τῆς πε­ρι­ό­δου τοῦ με­σο­πο­λέ­μου μπο­ροῦ­σαν μό­νο νά ὀ­νει­ρευ­τοῦν. Οἱ Σλο­βά­κοι Θε­ο­λό­γοι σπού­δα­ζαν στίς Θε­ο­λο­γι­κές Σχο­λές τῆς Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­ας (τίς Ἱ­ε­ρα­τι­κές Σχο­λές στό Σρέμ­σκυ Κάρ­λο­βατς, τό Μο­να­στή­ριο, τό Σα­ρά­γι­ε­βο καί τή Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή Βε­λι­γρα­δί­ου) ἤ στή Ρου­μα­νί­α. Οἱ Ρω­σι­κές Ὀρ­θό­δο­ξες Σχο­λές ἦ­ταν κλει­στές τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη, ἐ­νῶ ἡ δρά­ση τῆς Ρω­σι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας ἦ­ταν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Οἱ Θε­ο­λο­γι­κές σπου­δές στό Θε­ο­λο­γι­κό Ἰν­στι­τοῦ­το στό Πα­ρί­σι ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τες ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη τῆς πλη­ρω­μῆς τῶν δι­δά­κτρων. Ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ κλή­ρου γι­νό­ταν ἐ­πί­σης ὑ­πό τή μορ­φή σει­ρῶν μα­θη­μά­των, κα­τά κύ­ριο λό­γο με­τά τήν κα­τά­λη­ψη τῆς Τσε­χί­ας ἀ­πό το­ύς Γερ­μα­νούς καί τήν ἀ­πώ­λεια ἐ­πα­φῶν μέ τή Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α.

Με­τά τό τέ­λος τοῦ Β’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου στή δι­α­δι­κα­σί­α δι­ορ­γα­νώ­σε­ως τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης ζω­ῆς στή Σλο­βα­κί­α ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ἡ δη­μι­ουρ­γί­α μέ­σης Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς. Με­τά τίς σει­ρές μα­θη­μά­των ποι­μαν­τι­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας στή δε­κα­ε­τί­α τοῦ ᾿50 στό Ὀ­λο­μό­ουτς καί με­τα­γε­νέ­στε­ρα στίς ἀρ­χές τῆς Κα­το­χῆς στό Ρζί­μι­τσε οὐ Λη­τό­βλε καί με­τά τόν πό­λε­μο στό Ὀ­λο­μό­ουτς γεν­νή­θη­κε Θε­ο­λο­γι­κό Σε­μι­νά­ριο. Τό Σε­μι­νά­ριο, τό 1948/1949 βρι­σκό­ταν στό Κάρ­λο­βυ Βά­ρυ καί τό 1949/1950 στήν Πρά­γα. Στό Σε­μι­νά­ριο σπού­δα­σαν καί φοι­τη­τές ἀ­πό τή Σλο­βα­κί­α.

Τό 1949/1950 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μί­α ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση τῶν Νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων με­τα­ξύ τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί τοῦ Κρά­τους. Ἡ ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση ἀ­φο­ροῦ­σε καί τίς Θε­ο­λο­γι­κές Σχο­λές. Οἱ νέ­οι Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί νό­μοι, πού ἔ­πρε­πε νά ἐ­ξα­σφα­λί­σουν πλή­ρη ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Κρά­τους πρός τίς Ἐκ­κλη­σί­ες καί τίς Θρη­σκευ­τι­κές Κοι­νό­τη­τες στίς ἀ­παι­τή­σεις τους, πε­ρι­λαμ­βα­νό­με­νης καί τῆς ἐκ­παί­δευ­σης ἐρ­γα­τῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, κα­τέ­στη­σαν ἕ­να πραγ­μα­τι­κό μέ­σο γιά τήν ἄ­σκη­ση αὐ­στη­ροῦ Κρα­τι­κοῦ ἐ­λέγ­χου στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή. Μέ­σῳ τῶν Κρα­τι­κῶν ὑ­παλ­λή­λων –τῶν γραμ­μα­τέ­ων διά θέ­μα­τα Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά– ἀρ­χί­ζει ἡ βαθ­μια­ία κα­θο­δή­γη­ση τῆς κοι­νω­νί­ας πρός τήν ἀ­θε­ΐ­α, πού ἀ­πο­σύν­θε­τε τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή καί πε­ρι­ό­ρι­ζε τήν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐκ­δή­λω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Αὐ­τές οἱ προ­θέ­σεις πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ταν βαθ­μια­ία στή συ­νέ­χεια καί σέ δι­ά­φο­ρο βαθ­μό ἔν­τα­σης. Οἱ νό­μοι πε­ρί Ἐκ­κλη­σι­ῶν ἔ­πρε­πε νά τη­ροῦν­ται, ἐ­νῶ ἡ ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στά πλαί­σια αὐ­τῶν τῶν νό­μων ἔ­πρε­πε νά πο­ρεύ­ε­ται σύμ­φω­να μέ τό Εὐ­αγ­γέ­λιο.

Ἡ δρά­ση τῶν μό­λις ἱ­δρυ­θέν­των Σε­μι­να­ρί­ων τοῦ Κάρ­λο­βυ Βά­ρυ καί τῆς Πρά­γας ἀ­νε­στά­λη ταυ­τό­χρο­να κα­τά τό πρῶ­το στά­διο τῆς ἀ­νά­πτυ­ξής τους. Ὅ­μως, μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ καί χά­ρη στή νέ­α κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των ἀν­τί τοῦ Σε­μι­να­ρί­ου κα­τά τό νό­η­μα τοῦ νό­μου ἐ­πε­τρά­πη στήν Ἐκ­κλη­σί­α νά ἱ­δρύ­σει Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή στήν Πρά­γα. Ἀ­μέ­σως ὕ­στε­ρα ἀπ᾿ αὐ­τό ἡ Σχο­λή βα­σι­κά με­τα­φέρ­θη­κε στό Πρέ­σοβ, στήν Ἀ­να­το­λι­κή Σλο­βα­κί­α. Ἡ Σχο­λή ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στό κτί­ριο τῆς πρώ­ην Οὐ­νι­τι­κῆς Ἱ­ε­ρα­τι­κῆς Σχο­λῆς (Ἀ­κα­δη­μί­ας).

Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη, στήν πε­ρι­φέ­ρεια τοῦ Πρέ­σοβ ἦ­ταν αἰ­σθη­τή ἡ με­γά­λη ἔλ­λει­ψη πνευ­μα­τι­κῶν ἐρ­γα­τῶν. Τό πρό­βλη­μα αὐ­τό ἔ­γι­νε προ­σπά­θεια νά ἐ­πι­λυ­θεῖ τήν προ­πο­λε­μι­κή ἀ­κό­μη πε­ρί­ο­δο. Στή δε­κα­ε­τί­α τοῦ ᾿30 ἡ ἀ­δελ­φό­τη­τα τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Λαν­το­μη­ρό­βα ὀρ­γά­νω­νε σει­ρές μα­θη­μά­των ποι­μαν­τι­κῆς γιά πνευ­μα­τι­κούς ἐρ­γά­τες καί προ­ε­τοι­μά­στη­κε νά δη­μι­ουρ­γή­σει Ἱ­ε­ρα­τι­κή Σχο­λή. Λό­γῳ ὅ­μως τοῦ πο­λέ­μου καί τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἀ­νε­πάρ­κειας δέν ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ἡ πραγ­μα­το­ποί­η­ση τῶν σχε­τι­κῶν σχε­δί­ων. Γι᾿ αὐ­τό καί με­τά τόν πό­λε­μο, ἐ­κτός ἀ­πό τή συ­νή­θη ἐκ­παί­δευ­ση γιά τήν ἀ­πό­κτη­ση πτυ­χί­ου, γί­νον­ταν σύν­το­μες σει­ρές μα­θη­μά­των ποι­μαν­τι­κῆς, πού, στ᾿ ἀ­λή­θεια, δέν δι­και­ο­λο­γοῦ­σαν τήν ὀ­νο­μα­σί­α τους. Οἱ ἀ­πό­φοι­τοι αὐ­τῶν τῶν σει­ρῶν μα­θη­μά­των σέ πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις συ­νέ­χι­ζαν τίς σπου­δές τους στή Σχο­λή μέ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α. Οἱ σπου­δές στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή στό Πρέ­σοβ ἄρ­χι­σαν τό 1950. Πρῶ­τος Κο­σμή­το­ρας τῆς Σχο­λῆς ἦ­ταν ὁ Θε­ο­λό­γος τῆς Ρου­μα­νι­κῆς Σχο­λῆς Κα­θη­γη­τής πρωθ. δρ. Ἰ­ω­σήφ Γκράν­τηλ, με­τά τόν ὁ­ποῖο τή θέ­ση Κο­σμή­το­ρα κα­τεῖ­χε ὁ Κα­θη­γη­τής δρ. Ἰ­ω­σήφ Κκούλ­γκα­ϊμ. Στήν πα­ρα­πέ­ρα ἱ­στο­ρί­α τῆς Σχο­λῆς Κο­σμή­το­ρες δι­ε­τέ­λε­σαν οἱ: Κα­θη­γη­τής Πρωτ. δρ. Πέ­τερ Κερ­νά­σι­ε­βιτς, ὁ Πρωθ. δρ. Ἀν­τρέ­ϊ Μι­γα­λι­ώβ, ὁ Κα­θη­γη­τής Πρωθ. δρ. Στέ­φαν Πρου­ζίν­σκυ, ὁ Κα­θη­γη­τής Πρωθ. δρ. Μί­λαν Γκέρ­κα καί ὁ Κα­θη­γη­τής Πρωθ. δρ. Πέ­τερ Κορ­μα­νίκ. Με­ρι­κοί Κα­θη­γη­τές ἦ­ταν πρώ­ην Οὐ­νί­τες (ἀ­να­πλ. Κο­σμή­το­ρας γιά ὁ­ρι­σμέ­νο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα ἦ­ταν καί ὁ Κα­θη­γη­τής τῆς πρώ­ην Οὐ­νι­τι­κῆς Ἱ­ε­ρα­τι­κῆς Σχο­λῆς δρ. Ἰ­ω­σήφ Κι­ζάκ), ἐ­νῶ με­ρι­κοί προ­έρ­χον­ταν ἀ­πό το­ύς Ὀρ­θο­δό­ξους. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή, με­τά τήν ἀρ­χι­κή πε­ρί­ο­δο τῶν ἀμ­φι­βο­λι­ῶν καί ἀ­να­ζη­τή­σε­ων μιᾶς ὀρ­γα­νω­μέ­νης δο­μῆς καί ποι­ο­τι­κῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς κα­ταρ­τή­σε­ως τῶν Κα­θη­γη­τῶν, ἄρ­χι­σε πρός τό τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ᾿60 νά ἀ­πο­κτᾶ τήν ἀ­λη­θι­νή της ἔκ­φρα­ση.

Ἡ Σχο­λή ὑ­πο­τά­χθη­κε στά Κρα­τι­κά ὄρ­γα­να, πού πάν­τα ἀ­να­μι­γνύ­ον­ταν στή ζω­ή της, πρᾶγ­μα πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τρο­χο­πέ­δη στή συ­στη­μα­τι­κή ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ Θε­ο­λο­γι­κοῦ ἔρ­γου τῆς Σχο­λῆς στά σχε­δόν σα­ράν­τα χρό­νια τῆς ὕ­παρ­ξής της. Πα­ρά ταῦ­τα, ὅ­μως, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή προ­σπα­θοῦ­σε νά ἐκ­πλη­ρώ­νει τήν ἀ­πο­στο­λή της ἐ­πά­ξια καί νά ἀ­να­πτύσ­σει τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή ἐ­πι­στή­μη μέ­σα στό πνεῦ­μα τῶν Πα­τε­ρι­κῶν Πα­ρα­δό­σε­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῆς κλη­ρο­νο­μί­ας τῶν Κυ­ρίλ­λου καί Με­θο­δί­ου. Ἡ δρά­ση της δέν πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν μό­νο στό κτί­ριο τῆς Σχο­λῆς. Τά στε­λέ­χη τῆς Σχο­λῆς –μέ ἔ­κτα­κτες δι­α­λέ­ξεις καί βρα­δι­νές σει­ρές μα­θη­μά­των– δι­έ­πλα­θαν τόν κλή­ρο ὅ­λων τῶν Μη­τρο­πό­λε­ων καί ἐ­νη­μέ­ρω­ναν το­ύς πι­στούς μέ πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τή σύγ­χρο­νη Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α καί γιά τήν πρό­ο­δο τῶν Θε­ο­λο­γι­κῶν δι­α­λό­γων κ.ο.κ. Στό Πρέ­σοβ τώ­ρα βρί­σκε­ται ἡ Κρα­τι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Πρέ­σοβ.[ix]

Ἐ­κεῖ 325 φοι­τη­τές σπου­δά­ζουν τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α. Με­ρι­κοί ἀπ᾿  αὐ­τούς εἶ­ναι μέλ­λον­τες ἱ­ε­ρεῖς, ἐ­νῶ με­ρι­κοί ἄλ­λοι θά δι­δά­σκουν Θρη­σκευ­τι­κά στά Σχο­λεῖ­α.

 

6. Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1990 ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ.

Τό 1990, με­τά τήν πτώ­ση τοῦ Σο­σι­α­λι­στι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος ἀρ­χί­ζουν δι­α­μά­χες με­τα­ξύ τῶν Οὐ­νι­τῶν καί τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ἀ­φο­ροῦν τήν ἰ­δι­ο­κτη­σί­α καί τό μοί­ρα­σμα τῶν ἐ­να­πο­μει­να­σῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Ἡ Προ­ε­δρί­α τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Συμ­βου­λί­ου τῆς Σλο­βα­κί­ας, στίς 29 Μα­ΐ­ου 1990 ἐ­ξέ­δω­σε τήν ὑπ. ἀρ. 211/90 ἐν­το­λή, σύμ­φω­να μέ τό νό­η­μα τῆς ὁ­ποί­ας ὅ­λη ἡ πε­ρι­ου­σί­α, πού μέ­χρι τήν 28η Ἀ­πρι­λί­ου 1950 ἀ­νῆ­κε στο­ύς Οὐ­νί­τες καί τώ­ρα ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πε­ρι­ου­σί­α τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, πρέ­πει νά κα­τα­στεῖ ἐκ νέ­ου πε­ρι­ου­σί­α τῶν Οὐ­νι­τῶν. Ἔ­τσι, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­χα­σε γύ­ρω στό 80% τῆς ἀ­κί­νη­της πε­ρι­ου­σί­ας της καί, πα­ρά τό ὅ­τι εἶ­χε το­ύς πι­στούς της, ἔ­μει­νε χω­ρίς Ἐκ­κλη­σί­ες καί ἄλ­λα Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά ὑ­πο­στα­τι­κά. Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς δι­α­νο­μῆς τῶν να­ῶν δέν ἔ­γι­νε δί­χως προ­βλή­μα­τα καί συγ­κρού­σεις. Οἱ πι­στοί κα­τα­λά­βαι­ναν τήν κυ­βερ­νη­τι­κή ἀ­πό­φα­ση μέ τόν δι­κό τους τρό­πο. Οἱ πι­στοί, πού δέν ἤ­θε­λαν νά ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν Οὐ­νί­α καί ἀ­πο­φά­σι­σαν νά πα­ρα­μεί­νουν Ὀρ­θό­δο­ξοι, αἰ­σθά­νον­ταν τόν ἑ­αυ­τό τους ὅ­τι ἦ­ταν ἰ­σό­τι­μοι κλη­ρο­νό­μοι τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς πε­ρι­ου­σί­ας. Γι᾿ αὐ­τό οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι πρό­τει­ναν ἡ μοι­ρα­σιά τῶν πε­ρι­ου­σι­ῶν νά γί­νει μέ βά­ση τήν κα­τά­στα­ση τοῦ 1990. Ὁ νό­μος 211/90 ὅ­λα τά προ­βλή­μα­τα τά ἔ­λυ­νε στή βά­ση τῆς κα­τά­στα­σης τοῦ 1950.

Στίς δύ­σκο­λες συ­ζη­τή­σεις πού ἔ­γι­ναν βρέ­θη­κε δι­έ­ξο­δος ἀπ᾿ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των. Γιά κά­θε Ἐκ­κλη­σί­α πού ἐ­πε­στρά­φη στο­ύς Οὐ­νί­τες τό κρά­τος κα­τέ­βαλ­λε στο­ύς Ὀρ­θο­δό­ξους 1.200.000 κο­ρῶ­νες ἐ­νῶ γιά κά­θε κα­τοι­κί­α ἱ­ε­ρέ­α (κα­τέ­βαλ­λε) 500.000 κο­ρῶ­νες. Σή­με­ρα μπο­ρεῖ νά πεῖ κα­νείς μέ βε­βαι­ό­τη­τα, ὅ­τι ἡ ἀ­πό­φα­ση αὐ­τή ὁ­δη­γεῖ καί τίς δύ­ο πλευ­ρές σέ γε­νι­κή ἱ­κα­νο­ποί­η­ση.

Με­τά τή δι­αί­ρε­ση τῆς Τσε­χοσ­λο­βα­κί­ας σέ δύ­ο κρά­τη, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α πα­ρέ­μει­νε μί­α καί ἑ­νια­ία, ἀλ­λά μέ δύ­ο κέν­τρα[x], ἕ­να Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Συμ­βού­λιο[xi] στήν Πρά­γα κι ἕ­να στό Πρέ­σοβ. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α στή Σλο­βα­κί­α ἔ­χει πε­ρί­που 100.000 πι­στούς καί στήν Τσε­χί­α πε­ρί­που 30.000. Στή Σλο­βα­κί­α ὑ­πάρ­χουν δύ­ο Μη­τρο­πό­λεις, στό Πρέ­σοβ μέ 69 ἐ­νο­ρί­ες, 121 κλά­δους καί 72 ἱ­ε­ρεῖς καί στό Μι­χά­λοβ­τσε μέ 21 ἐ­νο­ρί­ες, 14 κλά­δους καί 24 ἱ­ε­ρεῖς. Στή Σλο­βα­κί­α ὑ­πάρ­χει ἕ­να Μο­να­στή­ρι.

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τώ­ρα κτί­ζει σι­γά–σι­γά νέ­ους να­ούς τό­σο στά χω­ριά, ὅ­που χά­θη­καν τέ­τοι­οι χῶ­ροι, ὅ­σο καί στά νέ­α ἐ­κεῖ­να Ὀρ­θό­δο­ξα χω­ριά, πού γεν­νή­θη­καν μέ τή με­τοί­κη­ση κα­τοί­κων. Πα­ρά τά ποι­κί­λα προ­βλή­μα­τα, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀρ­χί­ζει νά δι­α­μορ­φώ­νει ἕ­να νέ­ο κοι­νω­νι­κό– φι­λαν­θρω­πι­κό σύ­στη­μα, ὅ­πως καί ἕ­να σύ­στη­μα τῶν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν της Σχο­λῶν. Τήν ἐ­πο­χή τοῦ ἄ­θε­ου Κομ­μου­νι­σμοῦ δέν ὑ­πῆρ­χε ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­νά­πτυ­ξης δρά­σης στό φι­λαν­θρω­πι­κό–κοι­νω­νι­κό πε­δί­ο. Δέν μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α νά ἀ­να­πτύσ­σει δρά­ση στό σύ­στη­μα τῆς ἐκ­παί­δευ­σης. Ἡ κα­τά­στα­ση ἄλ­λα­ξε μό­νο με­τά τό 1989, ὅ­ταν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἄρ­χι­σε νά ἀ­να­πτύσ­σει ἐ­λεύ­θε­ρα τή δρά­ση της στο­ύς ἐν λό­γῳ το­μεῖς.

Τό πρῶ­το θε­τι­κό προ­μή­νυ­μα ἦ­ταν ἡ εἰσ­δο­χή τῶν Θε­ο­λο­γι­κῶν Σχο­λῶν στή δο­μή τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Ἐ­κτός ἀ­πό το­ύς μέλ­λον­τες ἱ­ε­ρεῖς ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή ἄρ­χι­σε νά προ­ε­τοι­μά­ζει δα­σκά­λους τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν καί τῆς Ἠ­θι­κῆς, πού θά μπο­ροῦν νά δι­δά­σκουν Θρη­σκευ­τι­κά στά Σχο­λεῖ­α εἴ­τε νά ἐρ­γά­ζον­ται στόν το­μέ­α τῶν κοι­νω­νι­κῶν φι­λαν­θρω­πι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν. Οἱ σπου­δές σέ θέ­μα­τα Θρη­σκεί­ας ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­ται διά νό­μου.

Οἱ προ­σπά­θει­ες τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας νά δι­ορ­γα­νώ­σει ἕ­να σύ­στη­μα κοι­νω­νι­κῶν–φι­λαν­θρω­πι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν στέ­φθη­καν ἀ­πό ἁ­πτές ἐ­πι­τυ­χί­ες. Σή­με­ρα, στό Ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο ἐπ᾿ ὀ­νό­μα­τι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου βρῆ­καν κα­τα­φύ­γιο 84 ὀρ­φα­νά καί 8 ἀ­νή­λι­κες μη­τέ­ρες μέ παι­διά. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πί­σης πα­ρέ­χει τήν προ­στα­σί­α της στόν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό παι­δι­κό κῆ­πο στό Μεν­τζι­λάμ­πορ­τσε, στό Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό Σχο­λεῖ­ο ἐπ᾿ ὀ­νό­μα­τι τοῦ Ρα­στισ­λάβ στό Σβε­τλή­τσε καί στή μέ­ση εἰ­δι­κή Σχο­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐπ᾿  ὀ­νό­μα­τι τῶν Ἁ­γί­ων Κυ­ρίλ­λου καί Με­θο­δί­ου στό Μι­χά­λοβ­τσε.

Τό σύ­στη­μα κοι­νω­νι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τό δι­α­μορ­φώ­νει ὑ­πό τήν ἐ­πω­νο­μα­σί­α «Φι­λαν­θρω­πί­α». Στά πλαί­σια τῶν κοι­νω­νι­κῶν της ὑ­πη­ρε­σι­ῶν βο­η­θά­ει ἀ­στέ­γους στό Πρέ­σοβ καί σέ ἄλ­λες πό­λεις, στίς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­πτύσ­σει δρά­ση ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α γιά κα­τοί­κους μέ κοι­νω­νι­κά ἀ­σθε­νεῖς δι­α­σφα­λί­σεις τῶν ἀ­ναγ­κῶν τους, στό Σβίν­τνικ κτί­στη­κε μία κοι­νό­χρη­στη αἴ­θου­σα Ἑ­στι­α­το­ρί­ου. Γιά τήν πραγ­μά­τω­ση τοῦ σχε­δί­ου αὐ­τοῦ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α συ­νερ­γά­ζε­ται καί μέ ἄλ­λα Κρα­τι­κά κοι­νω­νι­κά ἱ­δρύ­μα­τα τῆς πε­ρι­ο­χῆς.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἀ­να­πτύσ­σει αὐ­τή τή δρά­ση καί στό μέλ­λον. Ἔ­τσι συμ­με­τέ­χει στό κοι­νω­νι­κό–φι­λαν­θρω­πι­κό ἔρ­γο καί στά Κρα­τι­κά Ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­α καί το­ύς οἴ­κους εὐ­γη­ρί­ας. Ἀ­να­πτύσ­σει ἀ­να­μορ­φω­τι­κή– παι­δα­γω­γι­κή δρά­ση στά Σχο­λεῖ­α, τόν Στρα­τό καί τίς φυ­λα­κές. Ἔ­τσι, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, μα­ζί μέ τίς ὑ­πό­λοι­πες Ἐκ­κλη­σί­ες ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει μέ­ρος τῆς δι­α­δι­κα­σί­ας πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­να­γέν­νη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας μας, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­κρι­βῶς τώ­ρα ἔ­χει ἀ­νάγ­κη πρίν ἀπ᾿ ὅ­λα ἀ­γά­πης καί κα­τα­νό­η­σης. Τό Κομ­μου­νι­στι­κό κα­θε­στώς πα­ρα­μόρ­φω­νε τήν ἀν­θρώ­πι­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα καί τίς σχέ­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που πρός τόν ἄν­θρω­πο. Οἱ ἄν­θρω­ποι δι­α­μόρ­φω­ναν μιά ἄλ­λη κο­σμο­θε­ω­ρί­α κι᾿ ἕ­να ἄλ­λο σύ­στη­μα ἀ­ξι­ῶν ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο πού προ­τεί­νει ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός. Σή­με­ρα ὅ­λα αὐ­τά πρέ­πει νά μποῦν σέ τά­ξη. Γι᾿ αὐ­τό ἀ­κό­μα καί τώ­ρα, 12 χρό­νια με­τά τήν πτώ­ση τοῦ Κομ­μου­νι­σμοῦ, οἱ Χρι­στια­νοί δέν αἰ­σθά­νον­ται ἄ­νε­τα μέ­σα στήν κοι­νω­νί­α (δέν ἔ­χουν μία εὔ­κο­λη θέ­ση μέ­σα στήν κοι­νω­νί­α). Ἄν μέ­σα στόν Κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό βρί­σκον­ται ἄν­θρω­ποι μέ ἀ­θε­ϊ­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό, οἱ Χρι­στια­νοί πο­λύ δύ­σκο­λα βρί­σκουν ἀπ᾿ αὐ­τούς κα­τα­νό­η­ση. Αὐ­τό γί­νε­ται αἰ­σθη­τό κυ­ρί­ως στόν το­μέ­α ἀ­νά­πτυ­ξης κοι­νω­νι­κῶν καί φι­λαν­θρω­πι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν.

Παρ᾿ ὅ­λα αὐ­τά τά προ­βλή­μα­τα, οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί στή Σλο­βα­κί­α ἀ­πο­τε­λοῦν ἐ­νερ­γό μέ­ρος τῆς πο­ρεί­ας ἀ­να­γέν­νη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας. Μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ ἔ­χουν ἀρ­χί­σει μία νέ­α ζω­ή. Νέ­ες Ἐκ­κλη­σί­ες κτί­ζον­ται, ὄ­χι μό­νο ἐ­κεῖ ὅ­που χά­θη­καν (Ἐκ­κλη­σι­ές) ἀλ­λά καί ἐ­κεῖ ὅ­που τήν ἐ­πο­χή τοῦ Κομ­μου­νι­σμοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το τό κτί­σι­μό τους. Πρίν ἀ­πό πέν­τε χρό­νια ἄρ­χι­σε ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν στά Σχο­λεῖ­α καί προ­σπα­θοῦ­με νά ἐκ­δώ­σου­με ἐγ­χει­ρί­δια γι᾿ αὐ­τό γιά ὅ­λες τίς τά­ξεις. Αὐ­τό εἶ­ναι δύ­σκο­λο ἔρ­γο, για­τί προ­η­γου­μέ­νως δέν ὑ­πῆρ­χαν τέ­τοι­α ἐγ­χει­ρί­δια. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή ἐκ­δί­δει βι­βλί­α πνευ­μα­τι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου. Δι­ορ­γα­νώ­νον­ται συ­ναν­τή­σεις (συ­νά­ξεις) πνευ­μα­τι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Ἐ­νερ­γῶς ἐρ­γά­ζε­ται καί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη νε­ο­λαί­α «Σύν­δε­σμος», πού δι­ορ­γα­νώ­νει κα­τα­σκη­νώ­σεις γιά παι­διά.

Ὁ Κα­λός Θε­ός θυ­μᾶ­ται το­ύς πι­στούς Του Χρι­στια­νούς καί ἔρ­χε­ται καί το­ύς πα­ρέ­χει τή βο­ή­θειά Του στίς δυ­σχε­ρεῖς κα­τα­στά­σεις. Ἄς πι­στεύ­ου­με στή βο­ή­θειά Του, για­τί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­χει πρό­τα­ση γιά τόν σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο, ἔ­χει αὐ­τό πού χρει­ά­ζε­ται γιά νά τόν πλου­τί­σει, για­τί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α, ἐ­νι­σχυ­μέ­νη ἀ­πό πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, μπο­ρεῖ νά με­τα­βά­λει τόν ἄν­θρω­πο πρός τό ἄ­ρι­στο.

 

 

 

Ση­μει­ώ­σεις



[i] Λε­πτο­με­ρῶς βλ. Jubilejní sbornik k 1100. výročí smrti sv. Metoděje, arcibiskupa Velké Moravy, Praha 1985.

[ii] Βλ. TKÁČ, P., Ako veľký cisár Konštantín, «Odkaz sv. Cyrila a Metoda», 5, Prešov 1994, σελ. 131.

[iii] Βλ. ΖΟΖΟΥΛΑΚ, Ι., Ρου­θῆ­νοι, μί­α ἄ­γνω­στη καί κα­τα­πι­ε­σμέ­νη μει­ο­νό­τη­τα, «Χρι­στι­α­νι­κή», 14 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, 1993, σελ. 2–3.

[iv] Βλ. ΠΟΥΛΕΤΣ, Χ., Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Τσε­χοσ­λο­βα­κί­ας κα­τά τό ΙΘ’ καί Κ’ αἰ­ῶ­να, Ἀ­θῆ­ναι 1986, σελ. 38–39.

[v] Griechisch nicht unirte Kirche. Pozri Pravoslávna cirkev na Slovensku – Dejinný prehľad, Mimoriadná príloha časopisu Odkaz sv. Cyrila a Metoda 1996, σελ. 12.

[vi] Βλ. ΖΟΖΟΥΛΑΚ, Ι., Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α στή Σλο­βα­κί­α, «Ὀρ­θό­δο­ξη Μαρ­τυ­ρί­α», ἀρ. 46, Λευ­κω­σί­α 1995, σελ. 73.

ALEŠ, P., Pravoslávna cirkev u nás – Prehľad dejinnej cesty, Prešov 1998, σελ. 26–27.

Τό 1994 στήν Ἀ­με­ρι­κή τόν ἀ­να­κή­ρυ­ξαν Ἅ­γιο.

Τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῶν κα­τα­δι­κα­σμέ­νων ζή­τη­σε γιά πα­ρά­δειγ­μα ἡ Γαλ­λι­κή ἐ­φη­με­ρί­δα «L’ Echo de Paris» καί ἡ «Figaro» ἡ Ἰ­τα­λι­κή «La Tribuna», ἡ Γερ­μα­νι­κή «Kolnische Zeitung», ἡ Ρω­σι­κή «Slavianskie Izvestia», ἡ Τσέ­χι­κη «ČAS» καί ἄλ­λες. Τήν λε­πτο­με­ρῆ με­λέ­τη γιά τό Δι­κα­στή­ριο ἔ­γρα­ψε ὁ K. M. BESKID, ἡ ὁ­ποί­α τυ­πώ­θη­κε στό Χο­ύ­στ τό 1926 μέ τόν τί­τλο «Marmarošský proces». Πρβλ. ΠΟΥΛΕΤΣ, Χ., μνημ. ἔρ­γο, σελ. 66.

Βλ. Pravoslávna cirkev na Slovensku – Dejinný prehľad, Mimoriadná príloha časopisu Odkaz sv. Cyrila a Metoda 1996, σελ. 12.

[vii] Με­τά τήν κα­τάρ­γη­ση τῆς Οὐ­νί­ας στίς 28 Ἀ­πρι­λί­ου 1950 στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πέ­στρε­ψαν 259 Οὐ­νι­τι­κές ἐ­νο­ρί­ες μέ 1.027 ἄλ­λα χω­ριά, 238 ἱ­ε­ρεῖς καί 277.467 πι­στοί. Γιά πρα­κτι­κούς λό­γους δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μία και­νούρ­για Μη­τρό­πο­λη στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Ζέμπλιν, ἡ Μη­τρό­πο­λη τοῦ Μι­χα­λόβ­τσε ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε 90 ἐ­νο­ρί­ες μέ 362 ἄλ­λα χω­ριά καί 103.917 πι­στούς Βλ. ΠΟΥΛΕΤΣ, Χ., μνημ. ἔρ­γο, σελ. 130.

[viii] Pravoslávna cirkev na Slovensku – Dejinný prehľad, Mimoriadná príloha časopisu Odkaz sv. Cyrila a Metoda 1996, σελ. 15.

[ix] Λε­πτο­με­ρῶς βλ. Pravoslávna bohoslovecká fakulta Prešovskej univerzity v Prešove, Jubilejný zborník k 50. výročiu jej založenia (1950 – 2000), Prešov 2000.

[x] Βλ. ΖΟΖΟΥΛΑΚ, Ι., Ὁ Γολ­γο­θᾶς καί ἡ Ἀ­νά­στα­ση τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων τῆς Σλο­βα­κί­ας, «Ὀρ­θό­δο­ξη Μαρ­τυ­ρί­α», ἀρ. 56, Λευ­κω­σί­α 1998, σελ. 73.

[xi] administrative centres.

The Metropolitan Council.