Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ASTHENEIA_THERAPEIA

Ἰ­ω­άν­νη Β. Βε­λιτ­σι­ά­νου

   Δι­δά­κτωρ Θε­ο­λο­γί­ας Α.Π.Θ.  –      Ἐ­πι­στη­μο­νι­κός Συ­νερ­γά­της (Ι.Ε.Θ.Π.)

 

Τὸ ἐ­πί­θε­το «ἀ­σθε­νὴς» (ἀ+σθέ­νος) χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α μὲ πολ­λὲς ση­μα­σί­ες. Κα­ταρ­χὴν ση­μαί­νει τὸν φι­λά­σθε­νο, τὸν ἀ­δύ­να­το σω­μα­τι­κὰ καὶ τὸν κα­χε­κτι­κό[1]. Μὲ τὴν ἴ­δι­α ση­μα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται καὶ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη. Ἡ λ. «ἀσθε­νής» ἔ­χει ὅ­μως καὶ πολ­λὲς με­τα­φο­ρι­κὲς ση­μα­σί­ες, ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν ἀ­δύ­να­το νοῦ, στὸ λο­γι­σμό[2] κ.ἄ.

Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, ἡ ἀ­σθέ­νει­α θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μί­α κα­τά­στα­ση ἀ­δυ­να­μί­ας καὶ ἐ­ξα­σθε­νή­σε­ως∙ «ἡ καρ­δί­α μου ἐ­τα­ρά­χθη, ἐγ­κα­τέ­λι­πέν με ἡ ἰ­σχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν μου καὶ αὐ­τὸ οὐκ ἔ­στιν με­τ᾿ ἐ­μοῦ». (Ψλ. 37,11). Σύμ­φω­να μὲ τὴ βι­βλι­κὴ σκέ­ψη ὅ­λα ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ καὶ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ μὴ δεῖ κα­νεὶς τὴν ἀ­σθέ­νει­α σὰν ἕ­να πλῆγ­μα τοῦ Θε­οῦ στὸν άν­θρω­πο[3]. Συ­χνὰ ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἔ­χει φυ­σι­κὰ αἴ­τι­α, ὅ­πως τὰ  γη­ρα­τει­ά[4], καὶ ἄλ­λο­τε ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸν κό­σμο ὡς συ­νέ­πει­α τῆς ἁμαρ­τί­ας[5]. Ὁ Θε­ὸς εἰ­σά­γει τὴ λύ­πη ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ στέλ­νει δο­κι­μα­σί­ες στοὺς ἀν­θρώ­πους, γι­ὰ νὰ αἰ­σθαν­θοῦν τὴν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά τους καὶ νὰ συ­νέλ­θουν[6]. Στὸ Δευ­τε­ρο­νό­μι­ο ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἀ­πὸ τὶς πι­ὸ σο­βα­ρὲς κα­τά­ρες ποὺ θὰ πλή­ξουν τὸν ἄ­πι­στο λα­ό τοῦ Θε­οῦ[7]. Ὅ­ταν ἡ ἀ­σθέ­νει­α πλήτ­τει τοὺς δι­καί­ους, ὅ­πως τὸν Ἰ­ὼβ καὶ τὸν Τω­βί­α, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μί­α δο­κι­μα­σί­α τῆς Πρό­νοι­ας ποὺ ἀ­πο­σκο­ποῦν στὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς ἀ­ρε­τῆς του[8]. Μὲ τὴ δο­κι­μα­σί­α δὲν κρί­νε­ται ἡ ἐ­νο­χὴ τοῦ Ἰ­ὼβ ἀλ­λὰ ἡ ἀ­ρε­τὴ του[9]. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Δι­καί­ου ποὺ ὑ­πο­φέ­ρει ἰ­δι­αί­τε­ρα, τοῦ Δού­λου τοῦ Γι­αχ­βέ, ἡ ἀ­σθέ­νει­α παίρ­νει τὴ ση­μα­σί­α τῆς ἐ­ξι­λε­ώ­σε­ως γι­ὰ τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων[10].

Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νει­α, γί­νε­ται λό­γος καὶ γι­ὰ τὴ θε­ρα­πεί­α. Ἡ  λ. «θε­ρα­πεί­α»[11] συ­ναν­τᾶ­ται, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, καὶ στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη μὲ συ­νώ­νυ­μους ὅ­ρους, ὅ­πως: «θε­ρα­πεί­α» (Λκ. 9,11 ), «ἴ­α­σις» (Λκ. 13,32) καί «ἴ­α­μα» (Α΄ Κορ. 12, 9. 28. 30), κ.ἄ.

Ἤ­δη πολ­λὰ πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κὰ χω­ρί­α ἀ­να­φέ­ρον­ται στὴν ἰ­α­τρι­κὴ πε­ρί­θαλ­ψη, δηλ. στὴ χρή­ση ἁ­πλῶν φαρ­μά­κων[12], ἐ­νῶ ἡ Σο­φί­α Σει­ρὰχ ἐ­παι­νεῖ τὸ ἰ­α­τρι­κὸ ε­πάγ­γελ­μα[13]. Αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πορ­ρί­πτει ἡ Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη εἶ­ναι ἡ μα­γεί­α, σὲ σχέ­ση μὲ τὴ λα­τρεί­α τῶν εἰ­δώ­λων ποὺ μο­λύ­νουν τὴν ἰ­α­τρι­κή[14]. Κυ­ρί­ως, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ κα­τα­φεύ­γου­με στὸ Θε­ὸ ποὺ εἶ­ναι ὁ κύ­ρι­ος τῆς ζω­ῆς, δηλ. σ᾿ αὐ­τὸν ποὺ δί­νει τὴν ἀ­σθέ­νει­α καὶ τὴ θε­ρα­πεί­α[15]. Οἱ ἀ­σθε­νεῖς μὲ τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ Θε­ὸ κά­νουν ἔκ­κλη­ση στὴν παν­το­δυ­να­μί­α καὶ στὴν φι­λευ­σπλα­χνί­α του[16], προ­κει­μέ­νου νὰ λά­βουν τὴ χά­ρη του.  

Γι­ὰ τοὺς προ­φῆ­τες ἡ ἀ­σθέ­νει­α καὶ ἡ θε­ρα­πεί­α ἐν­τάσ­σον­ται μέ­σα στὸ ὅ­λο μυ­στή­ρι­ο τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας δί­νει μί­α ἐ­σχα­το­λο­γι­κὴ δι­ά­στα­ση στὴν ἀ­σθέ­νει­α, μι­λών­τας γι­ὰ ἕ­να κό­σμο, ὅ­που δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει πό­νος καὶ δά­κρυ­α[17]. Ὁ ἴ­δι­ος κά­νει ἀ­να­φο­ρὰ στὸ Μεσ­σί­α ποὺ θὰ πά­ρει πά­νω του τὶς ἀ­νο­μί­ες καὶ τὶς θλί­ψεις, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς θὰ θε­ρα­πευ­τοῦ­με χά­ρη στὶς δι­κές του πλη­γὲς∙ «οὗ­τος τὰς ἁ­μαρ­τί­ας ἡ­μῶν φέ­ρει καὶ πε­ρὶ ἡ­μῶν ὀ­δυ­νᾶ­ται, καὶ ἡμεῖς ἐ­λο­γι­σά­με­θα αὐ­τὸν εἶ­ναι ἐν πό­νῳ καὶ ἐν πλη­γῇ καὶ ἐν κα­κώ­σει. αὐ­τὸς δὲ ἐ­τραυ­μα­τί­σθη δι­ὰ τὰς ἀ­νο­μί­ας ἡμῶν καὶ με­μα­λά­κι­σται δι­ὰ τὰς ἁ­μαρ­τί­ας ἡμῶν παι­δεί­α εἰ­ρή­νης ἡμῶν ἐ­π᾿ αὐ­τόν, τῷ μώ­λω­πι αὐ­τοῦ ἡμεῖς ἰά­θη­μεν»[18].

Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ προ­σεγ­γί­σεις τῆς ἀ­σθέ­νει­ας καὶ τῆς θε­ρα­πεί­ας ὑ­πάρ­χουν καὶ στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη. Ὁ Ἰ­η­σοῦς αἰ­σθά­νε­ται ἀλ­λη­λέγ­γυ­ος μὲ ὅ­σους πο­νοῦν καὶ συγ­κι­νεῖ­ται βα­θύ­τα­τα κα­θὼς βλέ­πει μπρο­στά του συμ­πυ­κνω­μέ­νη τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δυ­στυ­χί­α. Ἀκό­μη (ὁ Ἰ­η­σοῦς) θε­ω­ρεῖ τὴν ἀρ­ρώ­στι­α σὰν ἕ­να κα­κὸ ποὺ βλά­πτει τοὺς ἀν­θρώ­πους, σὰν μί­α συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ σὰν ἕ­να ση­μά­δι τῆς δύ­να­μης τοῦ Δι­α­βό­λου πά­νω στοὺς ἀν­θρώ­πους[19]. Ὁ ἴ­δι­ος νοι­ώ­θει συμ­πό­νι­α γι­ὰ τοὺς ἀσθε­νεῖς[20]. Ὁ Ἰ­η­σοῦς χω­ρὶς νὰ χά­νει και­ρὸ νὰ δι­α­κρί­νει τὴ φυ­σι­κὴ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πὸ τὸ δαι­μο­νι­σμὸ∙ «ἐ­ξέ­βα­λεν τὰ πνεύ­μα­τα λό­γῳ καὶ πάν­τας τοὺς κα­κῶς ἔ­χον­τας ἐθε­ρά­πευ­σεν»[21]. Κα­τὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ αὐ­τὰ τὰ δύ­ο πράγ­μα­τα, δηλ. «ἐ­ξέ­βα­λεν τὰ πνεύ­μα­τα» καί «τοὺς κα­κῶς ἔ­χον­τας ἐ­θε­ρά­πευ­σεν», πη­γαί­νουν μα­ζί. Ἐκ­δη­λώ­νουν μὲ τὸν ἴ­δι­ο τρό­πο τὴ δύ­να­μή του καί, τε­λι­κά, ἔ­χουν τὴν ἴ­δι­α ση­μα­σί­α[22]. Ὅ­λα αὐ­τὰ ση­μαί­νουν τὸ θρί­αμ­βο τοῦ Ἰ­η­σοῦ πά­νω στὸ Δι­ά­βο­λο καὶ τὴν ἐγ­κα­θί­δρυ­ση τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ πά­νω στὴ γῆ[23]. Μπρο­στὰ σ᾿ ὅ­λους τούς ἀ­σθε­νεῖς ποὺ τού ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη τους, ὁ Ἰ­η­σοῦς δι­α­τυ­πώ­νει μό­νο μί­α ἀ­παί­τη­ση∙ νὰ πι­στέ­ψουν, γι­α­τί ὅ­λα εἶ­ναι δυ­να­τὰ χά­ρη στὴ βα­θει­ὰ πί­στη[24]. Ἡ πί­στη τους στὸν Ἰ­η­σοῦ προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν πί­στη τους στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ αὐ­τὴ ἡ πί­στη τοὺς σώ­ζει∙ «ἡ πί­στις σου σέ­σω­κέν σε»[25].

Στὴ γε­νι­κό­τε­ρη θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ Ἰ­η­σοῦ στὴ Γα­λι­λαί­α καὶ μά­λι­στα ὡς ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της ἐν­τάσ­σε­ται καὶ ἡ θε­ρα­πεί­α τοῦ λε­προῦ[26]∙ «Καὶ ἔρ­χε­ται πρὸς αὐ­τὸν λε­πρὸς πα­ρα­κα­λῶν αὐ­τὸν [καί γο­νυ­πε­τῶν] καὶ λέ­γων αὐ­τῷ ὅ­τι ἐ­ὰν θέ­λῃς δύ­να­σαί με κα­θα­ρί­σαι. καὶ σπλαγ­χνι­σθείς ἐ­κτεί­νας τὴν χεί­ρα αὐ­τοῦ ἤ­ψα­το καὶ λέ­γει αὐ­τῷ θέ­λω, κα­θα­ρί­σθη­τι καὶ εὐ­θὺς ἀ­πῆλ­θεν ἀ­π᾿ αὐ­τοῦ ἡ λέ­πρα, καὶ ἐ­κα­θα­ρί­σθη», (Μκ. 1,40-42)[27]. Τό ρ. «σπλαγ­χνι­σθείς» ἐκ­φρά­ζει τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Ἰ­η­σοῦ («ὀρ­γὴ» κα­τὰ τὸν  D) γι­ὰ τὸν κα­κο­ποι­η­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νει­α «κα­λό λί­αν» δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θε­οῦ ἐ­νῶ ἡ φρά­ση «ἐ­κτεί­νας τὴν χεί­ρα αὐ­τοῦ ἤ­ψα­το καὶ λέ­γει αὐ­τῷ θέ­λω κα­θα­ρί­σθη­τι, (στίχ. 41)», σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λο[28], «θέ­λει νὰ μᾶς πε­ρι­γρά­ψει ἀ­φ᾿ ἑ­νὸς τὴν αὐ­θεν­τί­α τοῦ Μεσ­σί­α καὶ ἀ­φ᾿ ἑτέρου τὴ νι­κη­φό­ρα σύγ­κρου­ση Αὐ­τοῦ μὲ τὶς δυ­νά­μεις τοῦ κα­κοῦ καὶ τῆς φθο­ρᾶς ποὺ εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴ θε­ρα­πεί­α ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, τὴν ἀ­παρ­χὴ μί­ας νέ­ας ἀν­θρω­πό­τη­τας χω­ρὶς ση­μά­δι­α φθο­ρᾶς».

Ἕ­να ἄλ­λο τραν­ταχ­τὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ἡ θε­ρα­πεί­α τοῦ ἐ­πι­λη­πτι­κοῦ νέ­ου[29]. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α τοῦ νέ­ου ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται μὲ πο­λὺ πα­ρα­στα­τι­κὸ τρό­πο, δεί­χνει ὅ­τι πρό­κει­ται γι­ὰ ἐ­πι­λη­ψί­α∙ «σε­λη­νι­ά­ζε­ται και κα­κῶς πά­σχει»[30]. Σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀν­τι­λή­ψεις τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, ἡ ἐ­πι­λη­ψί­α ὀ­φεί­λε­ται στὴν κα­το­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ «πνεῦ­μα ἄ­λα­λον καὶ κω­φόν»[31]. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­δι­οῦ ἀ­να­φέ­ρει καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἀ­πευ­θύν­θη­κε ἤ­δη στοὺς μα­θη­τές, χω­ρὶς νὰ ἐ­πι­τύ­χει τὴ θε­ρα­πεί­α μ᾿ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ὁ­δη­γή­σει τὸν Ἰ­η­σοῦ στὴν ἔκ­φρα­ση τῆς ὀρ­γῆς, τὴν ὁ­ποί­α συν­θέ­τουν ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­δι­οῦ μὲ τὴν ἀ­σθε­νι­κὴ πί­στη καὶ οἱ μα­θη­τὲς μὲ τὴν «ὀλι­γο­πι­στί­α» τους∙ «ὢ γε­νε­ὰ ἄ­πι­στος, ἕ­ως πό­τε πρὸς ὑ­μᾶς ἔ­σο­μαι[32]. Πα­ρό­λα ταῦ­τα ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν μέ­νει στὸ ξέ­σπα­σμα τῆς ὀρ­γῆς ἀλ­λὰ προ­χω­ρᾶ στὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ νέ­ου.

Ἀ­φοῦ ὁ θε­ρα­πευ­μέ­νος νέ­ος, ὁ πα­τέ­ρας καὶ ὁ ὄ­χλος ὑ­πο­χω­ροῦν ἀ­κο­λου­θεῖ μί­α συ­ζή­τη­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ μέ τούς μα­θη­τές «εἰς οἶ­κον» (δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται ποι­α­νοῦ) καὶ ἀ­παν­τᾶ (ὁ Ἰη­σοῦς), γι­α­τί αὐ­τοὶ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ θε­ρα­πεύ­σουν τὸν ἀ­σθε­νῆ: «Καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς τοῦ­το τὸ γέ­νος ἐν οὐ­δε­νὶ δύ­να­ται ἐ­ξελ­θεῖν εἰ μὴ ἐν προ­σευ­χῇ [καί νη­στεί­ᾳ]»[33]. Δη­λα­δὴ γι­ὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με μί­α τέ­τοι­α πε­ρί­πτω­ση, χρει­ά­ζε­ται με­γα­λύ­τε­ρη προ­σπά­θει­α μὲ προ­σευ­χὴ καὶ νη­στεί­α. Ἡ θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ δύ­να­μη τῆς προ­σευ­χῆς, ἡ ὁ­ποί­α δὲν νο­εῖ­ται φυ­σι­κὰ ὡς μα­γι­κὴ ἀ­παγ­γε­λί­α τυ­πο­ποι­η­μέ­νων φρά­σε­ων ἀλ­λὰ ὡς ἐκ­δή­λω­ση βα­θει­ᾶς πί­στης, εἶ­ναι γνω­στὴ καὶ σ᾿ ἄλ­λα κεί­με­να τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης[34]. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν προ­σευ­χὴ ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, κα­τὰ τὸν Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λο[35],  δι­α­δρα­μα­τί­ζει καὶ ἡ νη­στεί­α, «ἡ ὁ­ποί­α ὡς βο­η­θη­τι­κὸ παι­δα­γω­γι­κὸ μέ­σο γι­ὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση δαι­μο­νι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων ἀ­πο­τε­λεῖ γνω­στὴ πρα­κτι­κὴ στὴν ἀ­σκη­τι­κὴ πρα­κτι­κὴ πα­ρά­δο­ση τῆς ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἐ­νῶ βα­σι­κὸ («ὅ­πλον κα­τὰ τοῦ δι­α­βό­λου») εἶ­ναι ὁ σταυ­ρὸς τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τὴν προ­σευ­χὴ καὶ τὴ νη­στεί­α σφυ­ρη­λα­τεῖ­ται ὁ σύν­δε­σμος τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ὸ καὶ προ­σφέ­ρε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­βεῖ ἡ πί­στη πι­ὸ θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ».

Μέ­σα δηλ. ἀ­π᾿ αὐ­τὲς τὶς θε­ρα­πεῖ­ες, ὁ Χρι­στὸς ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὴ μεσ­σι­α­νι­κή του ἀ­πο­στο­λή. Ὅ­τι εἶ­ναι ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ καὶ ἦρ­θε στὸν κό­σμο γι­ὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρώ­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα τοῦ σα­τα­νᾶ, τὴν ἁ­μαρ­τί­α, τὴν ἀρ­ρώ­στι­α καὶ τὸ θά­να­το[36].

Οἱ θαυ­μα­τουρ­γὲς θε­ρα­πεῖ­ες, ση­μεῖ­α τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ, δὲν πε­ρι­ο­ρί­στη­καν στὴν ἐ­πί­γει­α ζω­ὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Εἶ­χε δώ­σει στοὺς Ἀ­πο­στό­λους του, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἀ­πο­στο­λή τους, τὴν ἐ­ξου­σί­α ποὺ εἶ­χε ὁ ἴ­δι­ος νὰ θε­ρα­πεύ­σει τούς ἀ­σθε­νεῖς[37]. Γι᾿ αὐ­τὸ τὸ λό­γο στὸ βι­βλί­ο τῶν Πρά­ξε­ων γί­νε­ται λό­γος γι­ὰ τὶς θαυ­μα­τουρ­γὲς θε­ρα­πεῖ­ες ποὺ δεί­χνουν τὴ δύ­να­μη τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Ἰ­η­σοῦ καὶ τὴν ἀ­λή­θει­α τῆς ἀ­να­στά­σε­ώς του. Ἔτ­σι ἀ­νά­με­σα στὰ χα­ρί­σμα­τα ὁ Παῦ­λος μνη­μο­νεύ­ει καὶ τὸ χά­ρι­σμά τῆς θε­ρα­πεί­ας∙ «ἑτέ­ρῳ πί­στις ἐν τῷ αὐ­τῷ πνεύ­μα­τι, ἄλ­λῳ δὲ χα­ρί­σμα­τα ἰ­α­μά­των ἐν τῷ ἑνὶ πνεύ­μα­τι, ἄλ­λῳ δὲ ἐ­νερ­γή­μα­τα δυ­νά­με­ων, ἄλ­λῳ [δέ] προ­φη­τεί­ᾳ, ἄλ­λῳ [δέ] δι­α­κρί­σεις πνευ­μά­των…». (Α΄ Κορ. 12, 9-10). «Χα­ρί­σμα­τα ἰα­μά­των» εἶ­ναι οἱ θε­ρα­πευ­τι­κὲς ἱ­κα­νό­τη­τες. Δη­λα­δή, ὑ­πῆρ­χε στὴν κο­ριν­θι­α­κὴ κοι­νό­τη­τα μί­α ὁ­μά­δα χα­ρι­σμα­τού­χων ἐ­ξορ­κι­στῶν, ὅ­πως σ᾿ ὅ­λες τὶς ἀρ­χαῖ­ες θρη­σκεῖ­ες καὶ στὸν ἰ­ου­δα­ϊ­σμό, ἀ­φοῦ οἱ ἀ­σθέ­νει­ες, κα­τὰ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα, ἀ­πο­δί­δον­ταν σὲ ἄ­με­ση ἐ­νέρ­γει­α κα­κο­ποι­ῶν πνευ­μά­των. Τὰ «ἐνερ­γή­μα­τα δυ­νά­με­ων=ἄλ­λες θαυ­μα­τουρ­γι­κὲς πρά­ξεις, ὄ­χι ἀ­πο­κλει­στι­κὰ θε­ρα­πεῖ­ες» πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­τι πα­ρό­μοι­ο μὲ τὶς «δυ­νά­μεις» τοῦ Ἰ­η­σοῦ στὰ Εὐ­αγ­γέ­λι­α καὶ στὶς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων.  

Μί­α κα­τη­γο­ρί­α χρι­στι­α­νῶν στὴν κοι­νό­τη­τα τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης (ἐ­κτός τούς «ἀ­τά­κτους» καὶ τοὺς «ὀ­λι­γο­ψύ­χους»)[38] πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη τὴν ἀ­ρω­γὴ τῶν ὑ­πο­λοί­πων ἦ­ταν καὶ οἱ «ἀσθε­νεῖς». Γι᾿ αὐ­τοὺς ὁ Παῦ­λος συμ­βου­λεύ­ει: «ἀν­τέ­χε­σθε τῶν ἀ­σθε­νῶν»[39]. Κα­τὰ τὸν Ἰ. Γα­λά­νη «τὸ σύ­νο­λο τῶν ἀρ­χαί­ων καὶ τῶν συγ­χρό­νων ἑρ­μη­νευ­τῶν ἀ­πο­κλεί­ει τὴν πε­ρί­πτω­ση νὰ ἐν­νο­εῖ ὁ Παῦ­λος ἐ­δῶ τούς σω­μα­τι­κὰ ἀ­σθε­νεῖς, ἂν καὶ σὲ ἄλ­λες ἐ­πι­στο­λὲς του ἀ­να­φέ­ρε­ται καὶ σ᾿ αὐ­τούς[40]. Τὸ πι­ὸ πι­θα­νὸ εἶ­ναι, τὸ ἐ­πί­θε­το («ἀ­σθε­νὴς») νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται με­τα­φο­ρι­κὰ καὶ νὰ δη­λώ­νει τοὺς ἀ­σθε­νεῖς στὴν πί­στη, δη­λα­δὴ τοὺς ὀ­λι­γό­πι­στους. Γι­ὰ πα­ρό­μοι­ες («ἀ­σθέ­νει­ες») κά­νει λό­γο στὴν πρὸς Ρω­μαί­ους[41] καὶ στὴν πρὸς Κο­ριν­θί­ους ἐπι­στο­λή[42]. Γι­ὰ τὴ θε­ρα­πεί­α αὐ­τῶν τῶν («ἀ­σθε­νῶν») ὁ Παῦ­λος προ­τεί­νει τὸ («ἀν­τέ­χε­σθε»). Τὸ ρῆ­μα («ἀν­τέ­χε­σθε») χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ πολ­λὲς ση­μα­σί­ες τό­σο στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ὅ­σο καὶ στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη. Ἡ πλη­σι­έ­στε­ρη στὴ φρά­ση («ἀν­τέ­χε­σθε τῶν ἀ­σθε­νῶν») ἔν­νοι­α εἶ­ναι ἡ ἀρ­χι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ρή­μα­τος, δη­λα­δὴ αὐ­τὴ τοῦ προ­φυ­λάσ­σω, προ­στα­τεύ­ω ἢ φρου­ρῶ, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­χνὴ στὴ θρη­σκευ­τι­κὴ γλῶσ­σα τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης»[43]. Ὁ Παῦ­λος, στὴν ἐ­πι­στο­λὴ του νου­θε­τεῖ τοὺς Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς νὰ προ­στα­τεύ­ουν τοὺς ὀ­λι­γό­πι­στους καὶ νὰ μὴν τοὺς πε­ρι­φρο­νοῦν.

Στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα τῆς Κο­ρίν­θου, τὸ ἐ­πί­θε­το «ἀσθε­νής», ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ θε­ο­λο­γι­κή της ση­μα­σί­α (ὀλι­γο­πι­στί­α) δί­νει καὶ μί­α κοι­νω­νι­κὴ δι­ά­στα­ση. Στοὺς «ἀ­σθε­νεῖς» συγ­κα­τα­λέ­γον­ταν τὰ μέ­λη τῆς κοι­νό­τη­τας ποὺ δὲν εἶ­χαν κά­ποι­α ἀ­νώ­τε­ρη κοι­νω­νι­κὴ θέ­ση, μόρ­φω­ση, οἰ­κο­νο­μι­κὴ εὐ­χέ­ρεια­ κ.λπ., δηλ. ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζει τὴν κοι­νω­νι­κὴ δι­α­στρω­μά­τω­ση τῶν Κο­ριν­θί­ων[44].

Στοὺς ἀ­σθε­νεῖς ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ἔρ­χε­ται συ­νή­θως μ᾿ ἕ­να λι­γό­τε­ρο θε­α­μα­τι­κὸ τρό­πο. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας μί­α χει­ρο­νο­μί­α τῶν Ἀ­πο­στό­λων[45], οἱ «πρε­σβύ­τε­ροι» τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας χρί­ζουν τοὺς ἀ­σθε­νεῖς μὲ ἔλαι­ο[46] στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­νῶ οἱ τε­λευ­ταῖ­οι προ­σεύ­χον­ται μὲ πί­στη καὶ ὁ­μο­λο­γοῦν τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τους. Αὐ­τὴ ἡ προ­σευ­χὴ τοὺς σώ­ζει, γι­α­τί τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τά τους συγ­χω­ροῦν­ται καὶ μπο­ροῦν νὰ ἐλ­πί­ζουν, ἂν θέ­λει ὁ Θε­ός, στὴ θε­ρα­πεί­α[47].  Ἡ θε­ρα­πεί­α ὅ­μως δὲν ἐ­πέρ­χε­ται ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ σὰν νὰ εἶ­ναι τὸ μα­γι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς προ­σευ­χῆς ἢ τῆς λει­τουρ­γί­ας. Ὅ­σο δι­αρ­κεῖ ὁ ση­με­ρι­νὸς κό­σμος, ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα συ­νε­χί­ζει νὰ ὑ­φί­στα­ται τὶς συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ἀλ­λὰ ὁ Ἰ­η­σοῦς, στὸ Πά­θος του, παίρ­νον­τας πά­νω του «τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἡ­μῶν», τοὺς ἔ­δω­σε νέ­ο νό­η­μα: ὅ­πως κά­θε πό­νος, ἔ­χουν κι αὐ­τὲς στὸ ἑ­ξῆς λυ­τρω­τι­κὴ ἀ­ξί­α. Σ᾿ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸν Ἰ­ὼβ ποὺ δὲν κα­τά­λα­βε τὸ νό­η­μα τῆς δο­κι­μα­σί­ας του, ὁ χρι­στι­α­νὸς χαί­ρε­ται∙ «ἀν­τα­να­πλη­ρῶ τὰ ὑ­στε­ρή­μα­τα τῶν θλί­ψε­ων τοῦ Χρι­στοῦ ἐν τῇ σαρ­κί μου ὑ­πὲρ τοῦ σώ­μα­τος αὐ­τοῦ, ὁ ἔ­στιν ἡ  ἐκ­κλη­σί­α»[48].

Ἡ ἀ­σθέ­νει­α πα­ρα­μέ­νει δο­κι­μα­σί­α, ἐ­νῶ ἡ βο­ή­θει­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἔν­δει­ξη ἀ­γά­πης∙ «φέ­ρα­τε τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἁ­πάν­των», συμ­βου­λεύ­ει ὁ Ἰ­γνά­τι­ος Ἀν­τι­ο­χεί­ας. Τὸ νὰ ὑ­πη­ρε­τοῦ­με τὸν ἀ­σθε­νῆ ση­μαί­νει ὅ­τι ὑ­πη­ρε­τοῦ­με τὸν ἴ­δι­ο τὸν Ἰ­η­σοῦ στὸ πρό­σω­πο τῶν με­λῶν ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν: «ἠ­σθέ­νη­σα, καὶ ἐ­πε­σκέ­ψα­σθέ με», θὰ πεῖ τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς κρί­σε­ως[49]. Ὁ ἀ­σθε­νής, στὸ χρι­στι­α­νι­κὸ κό­σμο, δὲν εἶ­ναι πι­ὰ ἕ­νας κα­τα­ρα­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­στρέ­φει κα­νεὶς τὸ πρό­σω­πό του[50] ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να καὶ τὸ «ση­μεῖον» τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη εἶ­ναι ἡ θέ­ση τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πά­νω στὸ ζή­τη­μα τῆς ἀ­σθέ­νει­ας καὶ τῆς θε­ρα­πεί­ας. Οἱ ἴ­δι­οι θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἡ ἀ­σθέ­νει­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ δι­ά­σπα­ση τῆς σχέ­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ὸ καὶ ἡ θε­ρα­πεί­α κερ­δί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση αὐ­τῆς τῆς σχέ­σης. Ὅ­μως μί­α τέ­τοι­α ἀ­πο­κα­τά­στα­ση δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι καρ­πὸς ἀν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θει­ας[51]. Ὁ ἄν­θρω­πος κερ­δί­ζει τὴν ἀ­λη­θι­νὴ θε­ρα­πεί­α, μό­νο μὲ τὴ Χά­ρη καὶ τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γῶ­να[52]. Ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ ζή­σει τὴν ἀ­σθέ­νει­α καὶ τὸν πό­νο ὡς συμ­με­το­χὴ στὰ πα­θή­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ[53] καὶ νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἴ­α­ση καὶ τὴν ὑ­γεί­α ὡς πλη­ρό­τη­τα ζω­ῆς καὶ «ἀ­νά­σω­σιν τοῦ βί­ου». Τό­τε ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ὡς ἐμ­πει­ρί­α θε­ο­φά­νει­ας καὶ δό­ξας[54].

Συ­νο­ψί­ζον­τας τὰ πα­ρα­πά­νω, ἔ­χου­με νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με τὰ ἑ­ξῆς:

1. Στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα, σ᾿ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς λα­οὺς τῆς ἀρ­χαί­ας Ἀ­να­το­λῆς ποὺ ἔ­βλε­παν τὴν ἀ­σθέ­νει­α ὡς μί­α μά­στι­γα ποὺ τὴν προ­κα­λοῦ­σαν τὰ πο­νη­ρὰ πνεύ­μα­τα ἢ τὴ θε­ρα­πεί­α ὡς ἔρ­γο κυ­ρί­ως τῶν ἱ­ε­ρέ­ων ποὺ πλη­σί­α­ζε τὴ μα­γεί­α, ἡ ἰ­α­τρι­κὴ ἀ­να­πτυσ­σό­ταν αὐ­τό­νο­μη σὰν θε­τι­κή ἐ­πι­στή­μη[55]. Ἀν­τί­θε­τα ἡ βι­βλι­κὴ γραμ­μα­τεί­α πα­ρα­με­ρί­ζει τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἄ­πο­ψη τοῦ προ­βλή­μα­τος καὶ στρέ­φει τὴν προ­σο­χή της στὴ θρη­σκευ­τι­κὴ ση­μα­σί­α τῆς ἀρ­ρώ­στι­ας καὶ τῆς θε­ρα­πεί­ας, στὰ πλαί­σι­α τοῦ σχε­δί­ου τῆς σω­τη­ρί­ας[56].

2. Ἡ Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη, ὅ­σο ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ἀ­σθέ­νει­ας, ἀ­να­πτύσ­σει τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς τρό­πους, τοὺς ὁ­ποί­ους θὰ τοὺς ἀ­να­πτύ­ξου­με ἀ­μέ­σως πα­ρα­κά­τω[57]:

α. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς ζω­ῆς, δηλ. εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να γε­γο­νὸς αὐ­τῆς.

β. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μά­ται­η, μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ σκλη­ρὴ καὶ ἄ­δι­κη (Ἰώ­β  9, 16-18 ). 

γ. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α μπο­ρεῖ νὰ ἑρ­μη­νευ­τεῖ εἴ­τε ὡς μί­α προ­ει­δο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ (Ἰώβ 33, 14-26) εἴ­τε ὡς συ­νέ­πει­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἁ­μαρ­τί­ας. Δη­λα­δή ἀ­πο­τε­λεῖ τι­μω­ρί­α γι­ὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ ἰ­δί­ου ἢ τῶν προ­γό­νων του (Δτ. 28,15-61.  Ψλ10∙ 38,5).

3. Ἡ Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ἐ­πι­τρέ­πει τὴ χρή­ση ἁ­πλῶν φαρ­μά­κων (ἔ­λαι­ον, οἶ­νος κ.ἄ.) ἀλ­λὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει αὐ­στη­ρὰ τὴ σύν­δε­ση τῆς θε­ρα­πεί­ας μὲ τὴ μα­γεί­α καὶ τὴ λα­τρεί­α τῶν εἰ­δώ­λων.

4. Ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ κα­τα­φεύ­γει μό­νο στὸ Θε­ὸ ποὺ εἶ­ναι κύ­ρι­ος τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ θα­νά­του, δηλ. σ᾿ αὐ­τὸν ποὺ δί­νει τὴν ἀ­σθέ­νει­α καὶ τὴ θε­ρα­πεί­α.

5. Στήν Και­νή Δι­α­θή­κη, ἡ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­φ᾿ ἑ­νὸς συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ ἀ­φ᾿ ἑτέρου ση­μά­δι τῆς δύ­να­μης τοῦ Δι­α­βό­λου πά­νω στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ Ἰ­η­σοῦς ἂν καὶ δι­έ­κρι­νε τὴ φυ­σι­κὴ ἀ­σθέ­νει­α ἀ­πὸ τὸ δαι­μο­νι­σμὸ ἐκ­δη­λώ­νει μὲ τὸν ἴ­δι­ο τρό­πο τὴ δύ­να­μή του. Ὅ­λα αὐ­τὰ ση­μαί­νουν τὸ θρί­αμ­βο τοῦ Ἰ­η­σοῦ πά­νω στὸ Δι­ά­βο­λο καὶ τὴν ἐγ­κα­θί­δρυ­ση τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ πά­νω στὴ γῆ.

6. Ὁ Ἰ­η­σοῦς συ­νι­στᾶ στοὺς ἀ­σθε­νεῖς ποὺ τοῦ ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη τους, τρί­α βα­σι­κὰ πράγ­μα­τα: πί­στη, προ­σευ­χὴ καὶ νη­στεί­α.

α. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ δύ­να­μη τῆς πί­στης στὸν Μεσ­σί­α∙ «πάν­τα δυ­να­τὰ τῷ πι­στεύ­ον­τι»[58]. Ἡ πί­στη εἶ­ναι ἡ πη­γὴ καὶ τὸ κέν­τρο ὅ­λης τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν χρι­στι­α­νῶν καὶ ἡ βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς «ἐν Χρι­στῷ» σω­τη­ρί­ας.

β. Ἡ θαυ­μα­τουρ­γι­κὴ δύ­να­μη τῆς προ­σευ­χῆς, ἡ ὁ­ποί­α δὲν νο­εῖ­ται φυ­σι­κὰ ὡς μα­γι­κὴ ἀ­παγ­γε­λί­α τυ­πο­ποι­η­μέ­νων φρά­σε­ων ἀλ­λὰ ὡς ἐκ­δή­λω­ση βα­θει­ᾶς πί­στης, εἶ­ναι γνω­στὴ καὶ σ᾿ ἄλ­λα κεί­με­να τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν προ­σευ­χὴ ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο δι­α­δρα­μα­τί­ζει καὶ ἡ νη­στεί­α, ἡ ὁ­ποί­α ὡς βο­η­θη­τι­κὸ παι­δα­γω­γι­κὸ μέ­σο γι­ὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση δαι­μο­νι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων ἀ­πο­τε­λεῖ γνω­στὴ πρα­κτι­κὴ στὴν ἀ­σκη­τι­κὴ πρα­κτι­κὴ πα­ρά­δο­ση τῆς ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἐ­νῶ βα­σι­κό «ὅ­πλον κα­τὰ τοῦ δι­α­βό­λου» εἶ­ναι ὁ σταυ­ρὸς τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τὴν προ­σευ­χὴ καὶ τὴ νη­στεί­α σφυ­ρη­λα­τεῖ­ται ὁ σύν­δε­σμος τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ὸ καὶ προ­σφέ­ρε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­βεῖ ἡ πί­στη πι­ὸ θαυ­μα­τουρ­γι­κή.

7. Τέ­λος, ὅ­πως ὁ σω­μα­τι­κὸς θά­να­τος μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ή, ἔτ­σι καὶ ἡ σω­μα­τι­κὴ ἀ­σθέ­νει­α μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὑ­γεί­α∙ «Εἶ­δες πῶς πᾶσιν αὕτη ρα­δί­α ἡ νη­στεί­α; Οὐκ ἔ­στι σώ­μα­τος ἀ­σθέ­νει­αν προ­βάλ­λε­σθαι: τῆς ψυ­χῆς κα­θα­ρόν ἐ­στι τὸ κα­τόρ­θω­μα»[59]. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ ὅ­μως δὲν συ­νά­γε­ται ὅ­τι πα­ρα­θε­ω­ρεῖ­ται ἡ ἀ­ξί­α τῆς σω­μα­τι­κῆς ὑ­γεί­ας καὶ ζω­ῆς. Ἄλ­λω­στε ἡ συν­θε­τι­κὴ ἀν­θρω­πο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ ἐ­πι­μέ­νει στὴ ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, εἶ­ναι φυ­σι­κὸ νὰ βλέ­πει θε­τι­κὰ ὄ­χι μό­νο τὴ ψυ­χι­κὴ ἀλ­λὰ καὶ τὴ σω­μα­τι­κή του ὑ­γεί­α. Αὐ­τὸ μαρ­τυ­ροῦν πολ­λὲς εὐ­χὲς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ὰ τὴν ὑ­γεί­α τῆς ψυ­χῆς καὶ τοῦ σώ­μα­τος τοῦ ἀν­θρώ­που. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, ὑ­πῆρ­χε πάν­το­τε καὶ ἡ ἰ­α­τρι­κὴ ἀν­τι­με­τώ­πι­σή τους ποὺ εὐ­λο­γεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α∙ «Κύ­ρι­ος, τὴν ἰ­α­τρι­κὴν ἐ­πι­στή­μην τοῖς ἀν­θρώ­ποις ἐ­πέ­τρε­ψε»[60].



1. Βλ. σχε­τι­κό λῆμ­μα, στό Liddel, H. – Scott, R., Μέ­γα Λε­ξι­κόν τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σης, μτφρ. Ξ. Μό­σχου καί Μ. Κων­σταν­τι­νί­δη, ἔκδ. Ἰ. Σι­δέ­ρης, Ἀ­θή­να 1994.

2. Θου­κυδ. 2,61. Δ΄ Μακκ. 7,20.

3. Ἐξ. 4,6. Ἰ­ώβ 16,12ἑξ∙ 19,21. Ψλ. 38,11ἑξ.

4. Γεν. 27,1.

5. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη εἶ­ναι ἡ ἀ­να­φο­ρὰ τοῦ Μ. Κων­σταν­τί­νου γι­ὰ τὴν τι­μω­ρί­α ὡς συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας στὸ ὑ­πό­μνη­μά του, Ρῆ­μα Κυ­ρί­ου κρα­ται­όν, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1990, σ. 128, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «ὅ­τι ἡ τι­μω­ρί­α δὲν θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ σὲ ἐκ­δι­κη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς φυ­σι­κὴ συ­νέ­πει­α τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης ἐ­πι­λο­γῆς τῶν ἀν­θρώ­πων». Τὸ ἴ­δι­ο ὑ­πο­στη­ρί­ζει καὶ ὁ Σ. Κα­λαν­τζά­κης στὸ ὑ­πό­μνη­μά του, ΕΝ ΑΡΧΗ ΕΠΟΙΗΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2001, σ. 521, ὅ­που ἀ­να­φέ­ρει τὰ ἑ­ξῆς: «Ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἔγ­κει­ται στὴν ἐ­λεύ­θε­ρη βού­λη­ση τῶν πρω­το­πλά­στων. Συ­νί­στα­ται δὲ ἐν προ­κει­μέ­νῳ ὄ­χι ἁ­πλῶς στὴν πα­ρά­βα­ση τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ στὴν ὑ­πέρ­βα­ση τῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης τους καὶ στὸ σφε­τε­ρι­σμὸ τῆς κυ­ρι­ό­τη­τας τοῦ Θε­οῦ». Γεν. 3, 16-19.

6. Ψλ. 37, 2-6.

7. Δτ. 28,21ἑξ∙ 27ἑξ∙ 35.

8. Ἰ­ώβ 16, 1-22. Ἡ ἀ­σθέ­νει­α καὶ ἡ θλί­ψη εἶ­ναι τὸ κατ᾿ ἐ­ξο­χὴν φάρ­μα­κο τῆς πρό­νοι­ας τοῦ Θε­οῦ νὰ φέ­ρει τὸν ἄν­θρω­πο κον­τά του καὶ νὰ αὐ­ξή­σει τὴν ἀ­ρε­τή του. Ὁ Ἰ­ὼβ ἦ­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος ἄν­θρω­πος πά­νω στὴ γῆ, ἀλ­λὰ ὁ Θε­ὸς ἤ­θε­λε νὰ τὸν κά­νει ἀ­κό­μη κα­λύ­τε­ρο. Ὁ ἄ­με­πτος, δί­και­ος καὶ θε­ο­σε­βὴς Ἰ­ώβ, πα­ρὰ τὴ δο­κι­μα­σί­α του, πα­ρα­μέ­νει ἑ­δραῖ­ος καὶ «οὐδὲν ἤ­μαρ­τεν Ἰ­ὼβ τοῖς χεί­λε­σιν ἐ­ναν­τί­ον τοῦ θε­οῦ». (2,10). Βλ. Δ. Δό­ϊ­κου, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1984, σ. 192. Ἀ­κό­μη βλ. Π. Τρεμ­πέ­λα, Ὑ­πό­μνη­μα εἰς τὸν Ἰ­ὼβ, Ἀ­θῆ­ναι 1980, σσ. 157-163.

9. Δ. Δό­ϊ­κου, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1984, σ. 192.

10. Ἡσ. 53,4ἑξ.

11. Ἡ λ. θε­ρα­πεί­α εἶ­ναι εὑ­ρύ­τα­τα δι­α­δο­μέ­νη καὶ στὸν ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ κό­σμο καὶ συ­ναν­τᾶ­ται μὲ δι­ά­φο­ρες ση­μα­σί­ες, ὅ­πως: πε­ρι­ποί­η­ση, λα­τρεί­α, πε­ρί­θαλ­ψη καὶ ἰ­α­τρι­κὴ θε­ρα­πεί­α.  Πλάτ. Εὐ­θύ­φρ. 13D∙ Φαί­δρ. 255A. Ἀ­ρι­στ. Πο­λιτ. 7,9.9.

12. Ἡσ. 1,6. Ἱ­ερ. 8,22. Σολ. 7,20.

13. Σειρ. 38, 1-8∙ 12ἑξ.

14. Δ’ Βασ. 1,1-4. Β’ Πα­ραλ. 16,12.

15. Σειρ. 38,9ἑξ.∙ 14. Δευτ. 32,39. Ὡσ. 6,1.

16. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κά εἶ­ναι τά σχό­λι­α τοῦ Δ. Κα­ϊ­μά­κη γιά τή φι­λευ­σπλα­χνί­α καί τήν ἀρ­ρώ­στι­α στό ὑ­πό­μνη­μά του, Ψα­λῶ τῷ Θε­ῷ μου, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1990, σσ. 146-147, τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν ὡς ἑ­ξῆς: «τὴν ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ μό­νο ἡ φι­λευ­σπλα­χνί­α μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­πο­μα­κρύ­νει. Γι­ὰ νὰ τὸ πε­τύ­χει αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει πα­ρὰ νὰ στρα­φεῖ πρὸς τὸ Γι­αχ­βὲ καὶ μὲ τὴν προ­σευ­χὴ καὶ τὴν ἔμ­πρα­κτη με­τά­νοι­α νὰ ζη­τή­σει τὸ ἔ­λε­ός του». «Ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ ἀ­πευ­θύ­νε­ται στὸ Γι­αχ­βὲ ὄ­χι μό­νο ἐ­πει­δὴ πι­στεύ­ει ὅ­τι ἡ ἀρ­ρώ­στι­α του εἶ­ναι συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­πει­δὴ γι­ὰ τὸν πι­στὸ Ἰ­ου­δαῖ­ο ὁ μο­να­δι­κὸς γι­α­τρὸς εἶ­ναι ὁ Γι­αχ­βέ. Σ᾿ αὐ­τὸν πρέ­πει νὰ ἀ­πευ­θυν­θεῖ ὁ ἄν­θρω­πος καὶ μό­νο στὴ συ­νέ­χει­α μπο­ρεῖ νὰ ζη­τή­σει τὴ βο­ή­θει­α τῶν εἰ­δι­κῶν». Ψλ. 6∙ 37∙ 40∙ 87∙ 101 κ.ἄ.

17. Ἡσ. 25,8∙ 53, 4-5∙ 65,19 κ.ἄ.

18. Ἡσ. 53, 4-5.

19. Λκ. 13,16.

20. Μτ. 20,34.

21. Μτ. 8,16.

22. Λκ. 6,19 «καὶ πᾶς ­χλος ­ζή­τουν ἅπτε­σθαι αὐ­τοῦ, ­τι δύ­να­μις παρ᾿ αὐ­τοῦ ­ξήρ­χε­το καὶ ­α­το πάν­τας».

23. Μτ. 11,5.

24. U. Luz, Das Evangelium nach Mattaeus, Teilb. 1, Zuerich – Einsiedeln – Koeln 1985, σσ. 169-170. Μτ. 9,28. Μκ. 5,36∙ 9,23. Στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη, πί­στη ση­μαί­νει «ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ Γι­αχ­βέ, στὸ λό­γο του, στὸ νό­μο του, κα­θὼς καὶ στὰ θαυ­μα­στὰ γε­γο­νό­τα ποὺ συ­νο­δεύ­ουν τὸν Ἰσ­ρα­ὴλ στὴν ­στο­ρί­α του». Βλ. Δ. Κα­ϊ­μά­κη, Θέ­μα­τα πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 87.

25. Μτ. 9,22∙ 15,28. Μκ. 10,52.

26. Μκ. 1,40-45. Μτ. 8, 1-4. Λκ. 5, 12-16.

27. J. Gnilka, Das Evangelium nach Markus, 1978, σ. 90.

28. Βλ. Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λου, Τὸ κα­τὰ Μάρ­κον Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1988, σ. 100.

29. Μκ. 9, 14-29. Μτ. 17, 14-20. Λκ. 9, 37-43.

30. Μτ. 17,15.

31. Μκ. 9,25.

32. Μκ. 9,19.

33. Μκ. 9, 29.

34. Πρξ. 9,40∙ 28,8. Ἰ­ακ. 5,15.

35. Βλ. Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λου, Τὸ κα­τὰ Μάρ­κον Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1988, σ. 302.

36. Ἰ­ω. 5,14.

37. Μτ. 10,1.

38. Ἰ. Γα­λά­νη, Ἡ πρώ­τη ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου πρὸς Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1985, σ. 328. Α΄ Θεσ. 5,14.

39. Α΄ Θεσ. 5,14.

40. Α΄ Κορ. 11,30. Φι­λιπ. 2,16ἑξ.

41. Ρωμ. 4,19: «καὶ μὴ ­σθε­νή­σας τῇ πί­στει» καί 14,1: «τὸν δὲ ­σθε­νοῦν­τα τῇ πί­στει προσ­λαμ­βά­νε­σθε, μὴ εἰς δι­α­κρί­σεις δι­α­λο­γι­σμῶν». 

42. Α΄ Κορ. 9,22: «­γε­νό­μην τοῖς ­σθε­νέ­σιν ­σθε­νής, ­να τοὺς ­σθε­νεῖς κερ­δή­σω».

43. Πα­ροιμ. 3,18: «ξύ­λον ζω­ῆς ­στι πᾶ­σι τοῖς ἀν­τε­χο­μέ­νοις αὕ­της». Ἡσ. 56,2: «μα­κά­ρι­ος ­νὴρ ποι­ῶν ταῦ­τα καὶ ἄν­θρω­πος ἀν­τε­χό­με­νος αὐ­τῶν…», κ.ἄ.

44. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. Χ. Ἀ­τματ­ζί­δη, ἔν­νοι­α τῆς δό­ξας στὴν Παύ­λει­α Θε­ο­λο­γί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2001, σ. 221. G. Theissen, Studien zur Soziologie des Urchristentums, ZNW 65 (1975), σ. 234. Δ. Πασ­σά­κου, Εὐ­χα­ρι­στί­α καὶ Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λὴ, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1994, σσ. 159-161. Ἰ. Βε­λιτ­σι­ά­νου, Τὸ πρό­βλη­μα τῶν εἰ­δω­λο­θύ­των στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα τῆς Κο­ρίν­θου, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2009, σσ. 67-69.

45. Μκ. 6,13ἑξ.

46. Μκ. 6, 12-13. Ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα εἶ­ναι ἡ μό­νο ἀ­πὸ τὸ Μᾶρ­κο πα­ρα­δι­δό­με­νη πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι «ἤ­λει­φον ἐ­λαί­ῳ πολ­λοὺς ἀρ­ρώ­στους καὶ ἐ­θε­ρά­πευ­ον». Τὸ ἔ­λαι­ο ὡς θε­ρα­πευ­τι­κὸ μέ­σο εἶ­ναι γνω­στὸ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα (Ἰ­ω­σή­που, Ἰ­ουδ. Πό­λε­μος 1,657 καί Billerbeck 2,11. Πρβλ. Ἡσ. 1,6. Λκ. 10,34). Ἐ­δῶ δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται ἁ­πλῶς ὡς φάρ­μα­κο ἀλ­λὰ ὡς «μέ­σο με­τά­δο­σης θεί­ας δύ­να­μης». (E. Haenchen, Der Weg Jesu. Eine Erklärung des MarkusEvangeliums und der Kanonischen Parallelen, 1996, σ. 211) πού ἔ­χει «μυ­στη­ρι­α­κή δύ­να­μη» (W. Grundmann, Das Evangelium nach Markus, Theologischer Handkommentar zum N.T., Berlin 1984, σ. 189) καὶ ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴ χρή­ση τοῦ ἤ­δη στὴν πρώ­τη κοι­νό­τη­τα γι­ὰ τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­σθε­νῶν (R. Pesch, Das Markusevangelium 1-2, Herder Theologischer Kommentar, 1976-77, 103). Ἡ ἄ­λει­ψη τῶν ἀ­σθε­νῶν μὲ ἔ­λαι­ο ἀ­να­φέ­ρε­ται μό­νο στὸ χω­ρί­ο αὐ­τὸ τοῦ Μάρ­κου καὶ στὸ Ἰ­ακ. 5,14, ὅ­που συν­δυ­ά­ζε­ται ὄ­χι μό­νο μὲ τὴ σω­μα­τι­κὴ θε­ρα­πεί­α ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν (R. Pesch, Das Markusevangelium 1-2, Herder Theologischer Kommentar, 1976-77, σ. 103). Τὴ συ­σχέ­τι­ση τῶν δύ­ο χω­ρί­ων κά­νει καὶ ὁ Θε­ο­φύ­λα­κτος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πα­ριθ­μεῖ κα­τό­πιν τὰ ἀ­γα­θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ ἐ­λαί­ου («καὶ πρὸς κό­πους ὠ­φέ­λι­μον καὶ φω­τὸς αἴ­τι­ον καὶ ἱ­λα­ρό­τη­τος πρό­ξε­νον…»).  P.G. 8,21.

47. Ἰ­ακ. 5,14ἑξ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. Σ. Σάκ­κου, Ἑρ­μη­νεί­α εἰς τὴν ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ Ἰ­α­κώ­βου, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1975, σσ. 157-160.

48. Μὲ τὸ «νῦν χαί­ρω ἐν πα­θή­μα­σιν ὑ­πὲρ ὑ­μῶν» δη­λώ­νει ὁ ἀ­πό­στο­λος ὅ­τι, ἀ­φοῦ δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ ποὺ τοῦ ἀ­νά­θε­σε ὁ Θε­ός, ὑ­πη­ρε­τεῖ καὶ μὲ αὐ­τὰ τὰ δε­σμὰ του τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὑ­πο­μέ­νον­τας θλί­ψεις καὶ πα­θή­μα­τα καὶ δο­κι­μά­ζον­τας ἔτ­σι τὴν Κυ­ρί­ῳ χα­ρά. Βλ. Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λου, Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου πρὸς Ἐ­φεσ­σί­ους, Φι­λιπ­πη­σί­ους, Κο­λοσ­σα­εῖς, Φι­λή­μο­να, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2006, σ. 453. Κολ. 1,24.

49. Μτ. 25,36.

50. Ψλ. 37,12∙ 40, 6-10∙ 87,9.

51. «Ἐ­πε­πτώ­κει γὰρ ὄν­τως … ἡ φύ­σις ἡ ἡ­με­τέ­ρα καὶ τῆς κρα­ται­ᾶς ἐ­κεί­νης ἐ­δεῖ­το μό­νης (τοῦ Θε­οῦ) χει­ρός. Οὐ­δὲ γὰρ ἥν ἑ­τέ­ρως ἀ­να­στῆ­ναι αὐ­τὴν» Ἰ. Χρυ­σό­στο­μος, P.G. 59,80.

52. P.G. 59,93

53. Φιλ. 3,10.

54. Β΄ Κορ. 4,17.

55. Κα­τὰ τὸν Ἱπ­πο­κρά­τη καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­σο­φί­α, ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νή­κει στὸν συμ­παν­τι­κὸ κό­σμο, ὑ­πάρ­χει ὡς ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τα καὶ κα­λεῖ­ται νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κή του ἰ­σορ­ρο­πί­α καὶ πλη­ρό­τη­τα∙ νὰ γί­νει ἕ­να ὑ­γι­ές, χα­ρού­με­νο καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ ἄ­το­μο. Ὅ­ταν αὐ­τὰ τὰ στοι­χεῖ­α δι­α­σα­λευ­τοῦν, ὁ ἄν­θρω­πος ἀρ­ρω­σταί­νει. Γι᾿ αὐ­τὸ ἡ σω­στὴ θε­ρα­πεί­α κα­τὰ τὸν Ἱπ­πο­κρά­τη, εἶ­ναι συ­νάρ­τη­ση τῆς ψυ­χο­σω­μα­τι­κῆς ἀ­πο­κα­τά­στα­σης τοῦ ὅ­λου ἀν­θρώ­που. Βλ. Ἱπ­πο­κρά­τη, Πε­ρὶ Ἀρ­χαί­ας Ἰ­α­τρι­κῆς, 21.

56. Α΄ Κορ. 11,28-32. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα, Σ. Ἀ­γου­ρί­δη, Ἡ πρώ­τη πρὸς Κο­ριν­θί­ους Ἐ­πι­στο­λὴ, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, σσ. 186-194.

57. Oeming, Manfred, „Mein Herz ist durchbohrt in meinem Inneren=πλη­γω­μέ­νη εἶ­ναι μέ­σα μου καρ­δι­ά μου (Ps 109,22) – Krankheit und Leid in alttestamentlicher Sicht, in: ders., Verstehen und Glauben. Exegetische Bausteine zu einer Theologie des Alten Testaments (BBB 142), Berlin 1994/2003, u.a., 243-259.

58. Μτ. 9,28 «…πι­στεύ­ε­τε ­τι δύ­να­μαι τοῦ­το ποι­­σαι; λέ­γου­σιν αὐ­τῷναὶ κύ­ρι­ε». Μκ. 5,36∙ 9, 23.

59. P.G. 50, 433.34.

60. P.G. 60, 705.72.

 

 

 

 

Ετικέτες - Σχετικά Θέματα