ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ*

ESXATOLOGIA

Διακόνου Πορφυρίου (Fadi) Georgi

Ἐπίκουρου καθηγητῆ τῆς Δογματικῆς Θεολογίας,

Πανεπιστήμιο τοῦ Balamand, Λίβανος

 

 Ὁ περὶ ἐσχάτων λόγος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένος μὲ τὸ κεφαλαιῶδες σωτηριολογικὸ μήνυμά της. Ἡ ἰδιαιτερότητα αὐτὴ διατυπώνεται ὁλοφάνερα στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὰ πατερικὰ συγγράμματα καὶ διαφαίνεται ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ στὴ διττὴ ἐπίταση ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀπὸ τότε στὴν περὶ ἐσχάτων χριστιανικὴ ἀντίληψη. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπίταση αὐτή, παρότι τονιζόταν ἐμφατικὰ καὶ διακηρυσσόταν ἡ πραγματικότητα τῆς ἐλεύσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, ἐντούτοις σταθερὴ παρέμενε ἡ ἐλπίδα γιὰ τὰ ἀναμενόμενα μελλοντικὰ γεγονότα, διὰ μέσου τῶν ὁποίων ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας φτάνει στὴν τελείωσή της.

 Ἡ προαιώνια εὐδοκία τοῦ Θεοῦ, τὸ δημιουργικὸ ἔργο, ἡ ἐκλογὴ καὶ υἱοθέτηση τοῦ λαοῦ Του, ἡ κλήση τῶν προφητῶν, οἱ ἐπανειλημμένες θεοφάνειες, ἀλλὰ καὶ περισσότερο, ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου, ὁ σταυρικός Του θάνατος καὶ ἡ τριήμερη Ἀνάσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀποτελοῦν τὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς Πατέρας «ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους καὶ μετέστησεν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ». Συνεπῶς τὰ ἔσχατα εἶναι παρόντα καθὼς τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει πραγματοποιηθεῖ, «τετέλεσται».

Αὐτό, τὸ ἅπαξ ἐν Χριστῷ τελούμενο σωστικὸ ἔργο, δὲν ἔγινε ποτὲ ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς κάτι ποὺ ἐξαντλεῖται σὲ μιὰ στατικὴ ἀντίληψη τῆς σωτηρίας. Ἀντίθετα, κατανοεῖται ὡς ἕνας δυναμισμός, ὁ ὁποῖος ἐπεκτείνεται ἕως τὴ συντέλεια τοῦ αἰῶνος μέσῳ τῆς παρουσίας καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ ὁριστικὴ ἔκφανση τῆς σωτηρίας καὶ ἡ τελικὴ μετάθεση στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν παραμένουν, ἐν τῷ μεταξύ, ὡς τὰ κύρια ζητούμενα τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδας καὶ προσδοκίας. Ὁ Μωϋσῆς βλέπει τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας πρὶν πεθάνει, δὲν ἀξιώνεται ὅμως τῆς εἰσόδου καὶ διαμονῆς σ’ αὐτήν. Ἔτσι καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, «κατὰ πίστιν ἀπέθανον πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοι εἰσὶν ἐπὶ τῆς γῆς».

Οἱ Πατέρες ποτὲ δὲν ἀντιλήφθηκαν τὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα σὰν κλήση γιὰ ὁριστικὴ ἐξοικείωση μὲ τὴν ἐπίγεια Ἱερουσαλήμ, οὔτε ἔβλεπαν τὴν Ἐκκλησία σὰν μιὰ συμφιλίωση μὲ τὸν κόσμο, ἀλλὰ συνέχεια προσανατολίζονταν πρὸς τὴν πορεία τοῦ Πάσχα, πρὸς τὴν ἔξοδο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ σὲ ἄγνωστη γῆ, ὅπου ὁ Κύριος θὰ κατοικήσει ὁριστικὰ μὲ τὸν λαό Του, στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ τὴ νέα Ἱερουσαλήμ, τὴν «καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ». Τὸ γεγονὸς ἐπαληθεύεται στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, ὅπου «ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας, οἵ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ, ἣν ἤμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ», καὶ στὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου τὸ ξεχείλισμα τῆς θείας χάριτος ἀποτέλεσε μόνο μιὰ ἀρχή, ἕνα ξεκίνημα. Ὅλη ἡ ἱστορική πορεία τῆς ἀνθρωπότητας κατευθύνεται σὲ μιὰ ἔσχατη τελείωση, στὴν ἐγκαθίδρυση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅταν ἔρθει πάλι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς».

Ὅλο τὸ ἱεραποστολικὸ ὅραμα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας θεμελιωνόταν στὴν ἐπαγγελία τῆς καινῆς καὶ αἰώνιας ζωῆς καὶ ἀποδοχῆς τῆς ἐρχόμενης βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Οἱ χριστιανοὶ κατάφερναν, μέσῳ τῆς βεβαιότητας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἀνοίξουν νέους ὁρίζοντες στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης ἀναζητήσεως τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. Τὸ Εὐαγγέλιο ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τὰ ἔθνη ὡς ἰσχυρὴ καὶ πειστικὴ ἀπάντηση στὸν πόθο τῆς ἀνθρωπότητας γιὰ μιὰ ἄφθαρτη ζωή.

Στὴν πρώτη χριστιανικὴ περίοδο, ἡ πεποίθηση τῆς ἐμπειρίας τῆς χάριτος, ἡ πληρότητα τῆς ὁποίας ἀναμενόταν σύντομα, παρουσιάζεται ἔντονα στὴ συνείδηση τῶν πιστῶν, ὡς συνέχεια τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως τῆς συμβιώσεως μὲ τὸ Σωτήρα.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στὴ μετέπειτα περίοδο, μέσῳ τῆς πιστότητάς τους στὴν Ἁγία Γραφή, ἀντλοῦν τὸ νόημα τῆς παρουσίας καὶ τῆς ἐμπειρίας τῆς θείας χάριτος ἀπὸ τὰ μεγάλα γεγονότα τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Στὰ συγγράμματα τῶν ἀποστολικῶν Πατέρων καὶ τῶν Ἀπολογητῶν προβάλλεται τὸ εὐαγγελικὸ πρότυπο τῶν δυὸ ἐλεύσεων τοῦ Κυρίου. Ἐκτὸς τῆς πρώτης Του ταπεινῆς ἐλεύσεως, ὁ Χριστὸς ἀναμένεται νὰ ἔρθει πάλι «μετὰ δόξης». Οἱ νεκροί, δίκαιοι καὶ ἁμαρτωλοί, θὰ ἀναστηθοῦν καί, στὴν κοινὴ τελικὴ κρίση, ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς θὰ λάβει ἀνταμοιβὴ ἀνάλογη μὲ τὴ ζωή του.

Στὶς μεταγενέστερες ἐποχές, ἡ χριστιανικὴ Παράδοση ἀναπαράγει τὰ ἴδια θεολογικὰ σχήματα μὲ πιὸ ἀναπτυγμένη θεολογικὴ γλώσσα. Αὐτὸ ὀφείλεται στὰ καινούργια ἐνδιαφέροντα, ποὺ ἀναπτύσσονται λόγῳ τῶν ἀπολογητικῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς παρερμηνείας τῆς διδασκαλίας της ἀπὸ αἱρετικὲς ὁμάδες μὲ ἔντονο ἐσχατολογικὸ προσανατολισμό. Ἡ ἀναζήτηση ξεκάθαρων ἀπαντήσεων στὶς χιλιαστικὲς ἀντιλήψεις καὶ στοὺς γνωστικοὺς κύκλους ὁδήγησαν ἀναπόφευκτα σὲ ἐξέλιξη τῆς θεολογικῆς σκέψεως καὶ διατυπώσεως. Ἡ παρουσίαση τῆς ὀρθῆς περὶ ἐσχάτων διδασκαλίας γίνεται ἐκκλησιαστικὸ γεγονός. Πλούσια ἐσχατολογικὰ στοιχεῖα ἀρχικὰ εἰσέρχονται στὴ λειτουργικὴ ζωή, στὰ κείμενα καὶ κατόπιν στὶς ἱερὲς εἰκόνες, γιὰ νὰ τὴν προικίσουν μὲ νοήματα ἐλπίδας καὶ βεβαιότητας, ὡς πρὸς τὴν ἀναμενόμενη βασιλεία καὶ τὴν ἐρχόμενη δόξα.

Τὰ μυστήρια της Ἐκκλησίας ἀποκτοῦν κεντρικὴ σημασία σ’ αὐτὴν τὴν προοπτική. Στὸ βάπτισμα ὁ χριστιανὸς λαμβάνει τὸν ἀρραβώνα τῆς ἐπαγγελθείσας κληρονομίας, τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ σφραγίζεται γιὰ τὴν τελικὴ ἀπολύτρωση μέσῳ τῆς κοινωνίας τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ. Στὴ μετάνοια ἡ πορεία τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ ἀναπροσανατολίζεται πρὸς τὴ συμφιλίωση μὲ τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς Πατέρα καὶ εἰσάγεται στὴν προετοιμασία γιὰ «καλὴν ἀπολογίαν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ». Στὴ θεία εὐχαριστία ὁ οὐράνιος «ἐσχατολογικὸς ἄρτος»  διατίθεται στὸν παρόντα αἰώνα, ὡς πρόγευση τῆς ἀποθησαυρισμένης μακαριότητας καὶ ἀρραβώνας τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος ἐνσωματώνεται στὸν Χριστό, μετέχει στὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ζωή, ἐφόσον ἡ αὐγὴ τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου, ὁ ἐρχόμενος αἰώνας ἔχει πράγματι ἀνατείλει.

Οἱ Πατέρες, ὅμως, δὲν ἀναφέρουν τὸν σύγχρονο ὅρο «ἐσχατολογία», οὔτε προσπαθοῦν νὰ τὴν ἀναπτύξουν ὡς δογματικὸ σύστημα. Ἡ Πατερικὴ σκέψη, ὅσον ἀφόρα αὐτὸ ποὺ καλοῦμε σήμερα «ἐσχατολογία», περιστρέφεται ἀνάμεσα σὲ δυὸ πόλους. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ παρουσία καὶ ἡ ἐλευσή της στὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι τοῦ ἀνθρώπου.  Ὁ δεύτερος «ἐσχατολογικὸς πόλος», ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποτελεῖ τὸ ἐπίκεντρο τῆς προσδοκίας καὶ ἐλπίδας στὴ Βιβλικοπατερικὴ Παράδοση εἶναι ἡ Δευτέρα ἔνδοξος Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτοὶ οἱ δυὸ πόλοι καθορίζουν τὴν πλούσια ἐσχατολογικὴ θεματολογία στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει μαζὶ μὲ τὸν θάνατο, τὴν Ἀνάσταση, τὴν τελικὴ κρίση, τὸν παράδεισο, τὴν κόλαση, ἀλλὰ πάνω καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα τὴν αἰώνια ζωή. Οἱ χριστιανοὶ εἶχαν πάντα συνείδηση ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή», «ὁ Πρῶτος καὶ ὁ  Ἔσχατος» καὶ ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν τοποθετεῖται ἀποκλειστικὰ στὸ μέλλον. «Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν». Ἡ αἴσθηση τῆς ἐγγύτητάς της ὀφείλεται στὴ χαρακτηριστικὴ χριστιανικὴ ἀντίληψη τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ὡς υἱοθεσία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς προσεγγίζεται ὄχι μόνο ὡς δίκαιος κριτής, ἀλλὰ καὶ ἐλεήμων Πατήρ, «Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ποὺ κάλει τὴν ἄσωτη ἀνθρωπότητα στὸν πατρικὸ οἶκο.

Στοὺς μετέπειτα αἰῶνες, οἱ πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς βρέθηκαν μέσα σὲ ποικίλα φιλοσοφικὰ καὶ πολιτισμικὰ πλαίσια, ὅταν ἀναγκάστηκαν νὰ ἐπεξεργαστοῦν τὴ φιλοσοφικὴ ἔννοια τοῦ χρόνου, ἡ ὁποία ἀφορᾶ ἄμεσα τὴν κοσμολογία, τὴν κτιστολογία καὶ τὴν ἐσχατολογία.

Ὁ Ὠριγένης, ἐπιμένοντας σὲ μιὰ κυκλικὴ ἀντίληψη τοῦ χρόνου, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀνεπάρκειά του ὡς πρὸς τὴν ἀποτίμηση τῆς ἱστορίας καὶ τῶν γεγονότων, ἐφόσον τοῦ ἔλειπε μιὰ ξεκάθαρη ἐσχατολογικὴ προοπτική. Τὰ ὄντα πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν περιστροφικά, μὲ τὴν ἀκραία πλατωνικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, στὴν προπτωτική τους κατάσταση.  

Τὰ ἔργα τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τὸν τέταρτο αἰώνα, θεωροῦνται τὰ πρῶτα σταθερὰ βήματα στὴ διαδικασία ἀνεξαρτητοποιήσεως τῆς χριστιανικῆς θεολογικῆς σκέψεως ἀπὸ τὴ φιλοσοφικὴ γλώσσα καὶ τὰ κυριαρχοῦντα ἀρχαῖα κοσμολογικὰ σχήματα. Ὑποχρεώθηκε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ χρόνου, ὥστε νὰ ἀναιρέσει τὶς προτάσεις τῶν ἀρειανῶν. Γιὰ τὸν πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, ὁ χρόνος ὑπάρχει ταυτόχρονα μὲ τὸν κόσμο, ὡς δημιούργημα τοῦ ἄχρονου καὶ προαιώνιου Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ βασικὴ θέση τοῦ Μ. Ἀθανασίου συνοψίζεται στὴ διάκρισή του «ἐκ τῆς φύσεως», ποὺ ἀφορᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τοῦ «ἐκ τῆς βουλήσεως», ποὺ ἀφορᾶ τὴν κτιστὴ ὑπάρξη τοῦ χρόνου καὶ τοῦ κόσμου. Ἡ αἰώνια βούληση τοῦ Θεοῦ ἐκφράζεται πάντα σὲ σχέση μὲ τὸν χρόνο καὶ τὴ δημιουργία.

Ὁ Μ. Βασίλειος, διακρίνοντας διάφορα εἴδη καὶ μορφὲς τοῦ χρόνου, ὑπογραμμίζει τὴν εὐθύγραμμη πορεία του στὴ βιβλικὴ παράδοση. Τονίζει τὸ πέρασμά του μαζὶ μὲ τὸν ἀνεπανάληπτο χαρακτήρα του. Ἡ κοινὴ πορεία τῆς φύσεως τῶν δημιουργημάτων μαζὶ μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου καθορίζονται μέσῳ τῶν ἐννοιῶν τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, ποὺ μαρτυροῦν τὴν ἔλλειψη σταθερότητας καὶ μονιμότητας στὴν κτιστὴ φύση καὶ ἐκφράζουν τὴν ἐξέλιξη τῶν δημιουργημάτων. Τὸ μέλλον ἐξηγεῖ τὴν σημασία τοῦ παρόντος καὶ τοῦ παρελθόντος. Τὸ ἐσχατολογικὸ περιεχόμενο τοῦ μέλλοντος φανερώνεται στὸ παρελθὸν καὶ στὸ παρὸν μέσῳ τῆς θεοφάνειας καὶ τῶν σωστικῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐνῷ ὁ πιστὸς ζεῖ στὸ «νῦν», ἀρνεῖται νὰ ἀφομοιωθεῖ ἐντελῶς μὲ αὐτό, διότι γνωρίζει ὅτι ὁ παρὼν χρόνος ἐκλείπει «πρὸς ἑσπέραν» καὶ «κλίνει πρὸς δύσιν». Ἡ ἀξιολόγηση τῆς ζωῆς ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ μέλλοντος ὑπογραμμίζεται συνεχῶς.  Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πολίτης τοῦ μέλλοντος.

Οἱ ὑπόλοιποι Καππαδόκες προχωροῦν στὴν ἴδια γραμμή.  Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δέχεται τὸν προπαρασκευαστικὸ χαρακτήρα τοῦ χρόνου καὶ θεμελιώνει τὴν ἀντίληψή του αὐτὴ στὴ διάκριση μεταξὺ χρόνου καὶ αἰωνιότητας. Οἱ περιορισμοὶ καὶ τὰ ὅρια τοῦ χρόνου ἔχουν παιδαγωγικὸ χαρακτήρα καὶ στοχεύουν στὴν ἐνδυνάμωση τῆς ἐπιθυμίας τῆς αἰωνιότητας καὶ τῆς μονιμότητας.

Στὶς δυὸ Λειτουργίες τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὁ χρόνος στὴν Ἐκκλησία ἐκλαμβάνεται σὲ μιὰ συνοπτικὴ ἑνότητα, ποὺ ἐκφράζεται στὴ λατρευτικὴ ζωή.  Ἡ λειτουργικὴ μνήμη ἀναφέρεται καὶ στὸ παρελθὸν καὶ στὸ μέλλον. Ἡ σύνοψη αὐτὴ καὶ ἡ ἑνότητα τοῦ χρόνου ἐκφράζεται ἐπίσης στὴν τάξη τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, ὅταν ἐπιτελοῦμε τὴ μνήμη τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς Μεταμορφώσεώς Του, τῆς Σταυρώσεως, τῆς Ἀναστάσεως, καὶ τῆς μελλοντικῆς καὶ Δευτέρας Παρουσίας. Τὰ γεγονότα αὐτά, παρότι ἀπομακρυσμένα χρονικά, ἐκτελοῦνται στὸ ἴδιο ἔτος καὶ στὴν ἴδια θεία Λειτουργία. Ὁ χρόνος γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς γιορτὲς συνοψίζεται καὶ ἑνοποιεῖται, διότι ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς δημιούργησε τὸν κόσμο, ἵδρυσε τὴν «καινότητα τῆς ζωῆς» καὶ τελειώνει τὴ δημιουργία στὰ ἔσχατα. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ ἀνακεφαλαίωση στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ βιώνεται καὶ ἐκφράζεται συνεχῶς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας.

Στὴν πατερικὴ σκέψη, ὁ δυναμισμὸς τῆς ρευστότητας καὶ τοῦ περάσματος τοῦ χρόνου προσφέρουν τὸ νόημα τῆς «ὄγδοης ἡμέρας». Ὁ φυσικὸς ἀτελὴς χρόνος ἐπεκτείνεται καί, μέσα στὴν περιστροφὴ τῆς ἑβδομάδας, αὐξάνεται καὶ καθυστερεῖται τὸ πέρασμα τοῦ «ἑβδομαδιαίου» χρόνου τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν, ὁ ὁποῖος βρίσκει τὴν τελείωσή του στὴν ὄγδοη ἡμέρα, δηλαδὴ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ χριστιανὸς ζεῖ στὸν χρόνο ἐσχατολογικά, μέχρι νὰ ἔρθει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὄγδοη ἡμέρα συμβολίζει τὰ σημεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ «ἔσχατον» ἐμβαίνει στὸν χρόνο καὶ εἰσάγει σ’ αὐτὸν τὴν αἰωνιότητα. Αὐτὰ τὰ σημεῖα εἶναι τὰ γεγονότα τῆς καινούριας ἐν Χριστῷ οἰκονομίας, κυρίως ἡ Ἀνάσταση. Οἱ Καππαδόκες ἔχουν συνδυάσει τὴν ὄγδοη ἡμέρα μὲ τὴν ἀποκατάσταση τῶν πραγμάτων, ποὺ εἶχαν διαταραχθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, στὴν αἰωνία τους κίνηση πρὸς τὸν Θεό. Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, ἡ ὄγδοη ἡμέρα εἶναι ἡ ἡμέρα τὴν ὁποία ὁραματίστηκαν οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Χαρακτηρίζεται ὡς « Ἡμέρα Κυρίου» καὶ «ἀνέσπερη», «ἄνευ ἀλληλουχίας» καὶ «ἄνευ τέλους». Ἀνεξάρτητος ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τῆς χρονικότητας καὶ τοῦ τόπου, ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στὴν ὄγδοη ἡμέρα, στὴ γῆ τῶν ζώντων καὶ συμμετέχει στὴν ὄντως αἰώνια ζωή.

Μία ἄλλη ἐκδοχὴ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἀναπτύχθηκε στὴν  Ἐκκλησία μὲ βάση τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή, «σκιὰν (γὰρ) ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων», ἡ ὁποία βρίσκει μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἀναπτυγμένες της μορφὲς στὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ. Τὰ γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀποτελοῦν μόνο «σκιά» τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν καὶ ἡ τωρινὴ ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα δὲν εἶναι παρὰ «εἰκόνα» τῆς «ἀληθείας», ἡ ὁποία θὰ ἀνακαλυφθεῖ, μὲ τρόπο μοναδικό, στὰ ἔσχατα. Ἡ ἀλήθεια παύει νὰ συνδυάζεται πλέον μὲ τὸ παρελθόν, ὅπως στὴν ἀρχαία φιλοσοφία, ἀλλὰ μὲ τὸ μέλλον, μὲ τὸ ἔσχατον, τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς τὴν κατεξοχὴν τέλεια ἀλήθεια.

Στὴν κρίσιμη ἱστορική φάση, ποὺ προηγεῖται τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οἱ ἡσυχαστὲς πατέρες τονίζουν τὴν ἐσχατολογικὴ διάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ τῆς ἁγιοπνευματικης ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων, θεμελιώνοντας τὴν ἑρμηνευτική τους στὸ πνεῦμα καὶ τὴ Παράδοση τῶν Πατέρων. Δὲν προσπαθοῦν νὰ περιγράψουν τὰ ἔσχατα, οὔτε νὰ καλλιεργήσουν μιὰ συστηματικὴ διδασκαλία περὶ ἐσχάτων. Κέντρο τῆς διδασκαλίας τους παραμένει ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου φωτὸς καὶ ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς προϋπόθεση τῆς μεταμορφώσεως καὶ καθοδηγήσεως τοῦ ἀνθρώπου στὸν ἔσχατο στόχο τῆς ζωῆς, στὴ θέωση καὶ θεία υἱοθεσία, στὴν «ἐπίγνωση τῆς Ἁγίας Τριάδος». Οἱ χριστιανοί, ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμας, εἶναι οἱ «ἔχοντες λόγον τῶν μελλόντων» καὶ «πίστιν ἡ ἔννοιαν περὶ τῶν οὐρανίων». Ὁ Ἅγιος διαπιστώνει τὸν πραγματικὸ καὶ τὸν ἄμεσο χαρακτήρα τῆς «ἐν τῷ κόσμῳ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ», ὅπως περιγράφεται στὴ βιβλικοπατερικὴ Παράδοση, καὶ ξεκαθαρίζει πὼς ἡ χριστιανικὴ ἐσχατολογία ξεπερνᾶ κάθε μορφὴ ἠθικισμοῦ, ἀναζητώντας τὴν ἄμεση κοινωνία μὲ τὸν ζῶντα Θεό. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ συναντᾶ τὸν Θεό, κοινωνεῖ τὴν αἰωνιότητά Του καὶ ἀντανακλᾶ τὴν οὐράνια δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Στὴν Ὀρθόδοξη θεολογία ἀναπτύσσεται μία ὁλοκληρωμένη διαλεκτικὴ σύνθεση, ποὺ παρουσιάζει τὴ σχέση τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἐσχατολογίας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν πίστεψε ποτὲ ὅτι ἡ Νέα Ἱερουσαλήμ, ἡ ἐρχόμενη βασιλεία, εἶναι μόνο ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἐπίσης τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἡ τελείωση κάθε θετικῆς, σὲ συνέργεια μὲ τὸν Θεό, ἀνθρώπινης ἐνέργειας μέσα στὴν ἱστορία.

 

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Η΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2011