ΔΟΞΑ ΕΝ ΥΨΙΣΤΟΙΣ ΘΕΩ

GENNHSHS

τοῦ π. Μαρτίνου Πέτζολτ

 

«Ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι», ψέλνει ο λαός στην εκκλησία το κοντάκιον των Χριστουγέννων. Και στις εικόνες της γεννήσεως του Χριστού είναι σε πλάγιες σκηνές απεικονισμένοι οι ποιμένες, οι οποίοι κοιτούν ψηλά τους αγγέλους, και πηγαίνουν προς το σπήλαιο. Το σπήλαιο που βρήκε ο Ιωσήφ στη Βηθλεέμ σαν καταφύγιο για την Θεοτόκο, όπως και η φάτνη, ανήκαν σε ποιμένες, καθώς και τα ζώα του σταύλου, το βόδι και το γαïδουράκι, τα οποία όμως δεν αναφέρονται στο Ευαγγέλιο, αλλά στις προφητείες του Ησαΐα (3,3).

Η γέννηση περιγράφεται στο κατά Ματθαίον και κατά Λουκάν Ευαγγέλιον πολύ απλά. Μάλιστα αναφέρεται σε μία φράση μόνο. Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αναφέρονται και το φάσκιωμα κι η φάτνη. Συνεχίζοντας όμως προς την επόμενη παράγφαρο των Ευαγγελίων των Χριστουγέννων, οι σκηνές περιγράφονται με περισσότερο χρώμα. Αφιερώνεται πολύ μεγάλο μέρος της διήγησης στους επισκέπτες της φάτνης. Αν και διαφέρουν οι επισκέπτες στους δύο ευαγγελιστές ως προς την ιεραρχική τάξη και την καταγωγή. Ενώ στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον περιγράφονται οι μάγοι από την μακρινή Ανατολή, οι οποίοι οδηγούνται από το μεγάλο αστέρι, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον αναφέρονται απλοί ποιμένες της περιοχής οι οποίοι έρχονται προς τη φάτνη. Και στους δύο ευαγγελιστές υπάρχει αλλαγή σκηνής των συμβάντων από το σπήλαιο προς τα χωράφια, ή την πόλη Ιερουσαλήμ. Και με την άφιξη των φιλοξενουμένων, η προσοχή στρέφεται και πάλι προς τη φάτνη.

Στο κατά Λουκάν ευαγγέλιον εμφανιζεται «άγγελος Κυρίου». Σ΄αυτό το σημείο θα σκεφτόταν κανείς τον αγγελιοφόρο του Θεού, τον αρχάγγελο Γαβριήλ, να διαλαλεί τη γέννηση του Σωτήρος, ακολουθούμενος από το μεγάλο πλήθος αγγέλων, οι οποίοι δοξολογούν το Θεό. Πίσω από αυτήν την φαινομενικά απλή διήγηση κρύβεται μεγάλη δραματική και θεολογική πυκνότητα. Όταν κάποιος ο οποίος είναι συνδεδεμένος με την Παλαιά Διαθήκη, ακούει πως η «δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτοὺς (τοὺς ποιμένες) καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν» (Λκ 2,9), θα έπρεπε αμέσως να δώσει προσοχή. Γιατί φαίνεται πως οι ποιμένες τρομάζουν περισσότερο από τη «δόξα του Κυρίου» παρά από τον άγγελο, που θα ήταν περισσότερο κατανοητό. Εντυπωσιάζει το ότι οι ποιμένες δεν λαμπρύνονται από τη λάμψη του αγγέλου, ούτε κι από το φώς τού αστέρος της Βηθλεέμ, ή τη λάμψη της φάτνης, αλλά από την ίδια τη δόξα του Κυρίου, η οποία ακτινοβολεί πάνω τους. Η «δόξα του Κυρίου» είναι ειδικός και σταθερός όρος για το Θεό, και αφήνει να θυμηθεί κανείς ένα κεντρικό σημείο της Αγίας Γραφής, τη μεγάλη αποκάλυψη του Θεού στο Σινά. Εκεί η δόξα του Κυρίου διέλαμπε το όρος, όπου ανέβηκε ο Μωυσής για να παραλάβει τις δέκα εντολές (Εξ 24,16). Είναι κατανοητό πως τρομάζουν οι ποιμένες, διότι «τὸ δὲ εἶδος τῆς δόξης Κυρίου ὡσεὶ πῦρ φλέγον ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους ἐναντίον τῶν υἱῶν Ἰσραήλ» (Εξ 24,17). Δεν είναι τυχαίος ο υπαινιγμός των λόγων αυτών, διότι αυτά τα γεγονότα έχουν σχέση μεταξύ τους. Ο Λόγος του Θεού ο οποίος αποκαλύπτεται στο Σινά, και στη Βηθλεέμ γίνεται ο ίδιος σάρκα, κι έτσι έγινε φανερός στους ανθρώπους. Ο Λόγος είναι η ίδια δόξα του Θεού, ο οποίος δεν μιλάει μόνο μέσα από το Λόγο, αλλά γίνεται άνθρωπος. Κι όπως λέει κι ο ευαγγελιστής Ιωάννης «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (Ιω 1,14). Έτσι, με τον υπαινιγμό της λάμψης της δόξας του Κυρίου πάνω στους ποιμένες, γίνεται μια σαφή ομολογία πίστεως, χωρίς να χρησιμοποιηθούν θεολογικοί όροι: Εκείνος ο οποίος βρίσκεται στη φάτνη είναι ο ίδιος ο Θεός της αποκαλύψεως, ο Λόγος του Θεού, ο οποίος όχι μόνο μιλά, αλλά έγινε και άνθρωπος.

Ο άγγελος εδώ εξηγεί πως δεν υπάρχει λόγος να φοβηθούν οι ποιμένες. Η δόξα του Θεού δεν είναι φλέγων πύρ, αλλά το παιδίον που βρίσκεται στη φάτνη με φασκιές. Είναι μεγάλη χαρά, κι όχι τρομακτικό γεγονός. Είναι ο ίδιος Κύριος: ο Κύριος στο όρος Σινά είναι κι ο Σωτήρας και Μεσσίας στη φάτνη. «Τοῦτο ὑμῖν το σημεῖον∙ εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνη» (Λκ 2,12). Εδώ διερωτἀται κανείς γιατί το παιδί μέσα στη φάτνη είναι ένα ασύγχυτο και σίγουρο σημείο του Μεσσία. Οι ποιμένες έβλεπαν το βρέφος, αλλά ήταν και ικανοί να καταλάβουν τον προκαθορισμό της Λυτρώσεως και το Θείον μέσα στη φάτνη; Όποιος πίστευε στην Παλαιά Διαθήκη όντως ήταν ικανός να δει και να καταλάβει το σημείο στο σπήλαιον της Βηθλεέμ, ενθυμούμενος τον προφήτη Ησαΐα, γνωρίζοντας πως η λύτρωση αρχίζει με το παιδίον «ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν» (Ησ 9,6). Γι’ αυτό κι η εικόνα με την οποία ο ευαγγελιστής Ιωάννης περιγράφει την ενσάρκωση βρίσκεται λίγους στίχους πρωτύτερα στον προφήτη «ὁ λαὸς ὁ πορευόμενος ἐν σκότει, ἴδετε φῶς μέγα∙ οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου, φῶς λάμψει ἐφ΄ὑμᾶς» (Ησ 9,2). Όταν οι ποιμένες στα χωράφια ξαφνικά διαλάμπονται από τη δόξα του Κυρίου, κι επιπλέον βλέπουν ουράνιο αγγελιοφόρο, κι ύστερα σταθούν μπροστά στο παιδί το οποίο λέγεται πως είναι ο Λυτρωτής και Μεσσίας, τότε γνωρίζουν, πως η προφητεία επαληθεύτηκε, κι η ελπίδα της σωτηρίας πραγματοποιείται. Η επιβεβαίωση όλων αυτών βρίσκεται στον ύμνο του πλήθους των αγγέλων, οι οποίοι επαναλαμβάνουν την ομολογία της δόξης του Κυρίου στη φάτνη της Βηθλεέμ: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.» Με αυτόν τον ύμνο των αγγέλων αρχίζει η δοξολογία.

Πράγματι οι άνθρωποι δεν πρέπει να φοβούνται τη δόξα, αλλά μάλλον να χαίρονται διότι φέρνει την ειρήνη για όλους όσοι δοξολογούν το Θεό και θέλουν να βρίσκονται υπό την ευσπλαχνία και χάρη Του. Οι ποιμένες, τους οποίους συνήθως συνδέει κανείς με ειρήνική εικόνα, ταιριάζουν καλά με την συνάρτηση της ιστορίας της λυτρώσεως. Διότι στην περιοχή τους γεννήθηκε ο Μεσσίας, ο άρχων της ειρήνης, κι εμφανίστηκε η δόξα του Κυρίου, όχι όμως ως τρομακτικό φλέγων πύρ, αλλά ως παιδίον εσπαργανωμένον.