ΑΝΑΣΤΑΣΗ: ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 Ιωαννίδη Θεοφίλου

Φιλολόγου-Θεολόγου 

Μέρος Α:

Η Ανάσταση είναι πραγματικό γεγονός: ακολουθώντας την σκέψη του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, μπορούμε να αναφέρουμε τα παρακάτω γεγονότα, τα οποία συνηγορούν για την πραγματικότητα του γεγονότος της Αναστάσεως.

  1. Οι Άρχοντες των Ιουδαίων μη μπορώντας να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι την Τρίτη ημέρα από την ταφή του Ιησού, ο τάφος βρέθηκε κενός, πλήρωσαν τους στρατιώτες και διέδωσαν ότι ενώ αυτοί εκοιμώντο, ήρθαν οι μαθητές του και έκλεψαν το σώμα. Εμμέσως παραδέχονται ότι ο τάφος βρέθηκε κενός.
  2. Αλλά ήταν δυνατή η κλοπή του σώματος; Ήταν δυνατή το πρώτο βράδυ της ταφής, από Παρασκευή έως Σάββατο. Τότε ο τάφος δεν ήταν σφραγισμένος και δεν φυλασσόταν. Δύο όμως γεγονότα αποκλείουν την κλοπή εκείνη την νύχτα:

α.. Οι μαθητές ήταν κλεισμένοι στο Υπερώο του Μυστικού Δείπνου «δια τον φόβο των Ιουδαίων». Εφοβούντο και για τη δική τους ζωή.

β. Την ημέρα του Σαββάτου, που άρχιζε από την εσπέρα της Παρασκευής απαγορευόταν από το Μωσαϊκό Νόμο κάθε εργασία και μετακίνηση. Ότι το σώμα δεν είχε κλαπεί το πρώτο βράδυ αποδεικνύεται, από το ότι οι άρχοντες των Ιουδαίων ζήτησαν και πήραν άδεια από τον Πιλάτο να σφραγίσουν τον τάφο και να βάλουν φρουρά. Εάν διαπίστωναν ότι ο τάφος ήταν κενός δεν θα είχαν βάλει φρουρά.

  1. Μετά από αυτό η κλοπή ήταν αδύνατη, διότι κάθε απόπειρα να αποσφραγισθεί ο τάφος θα απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια και περισσότερους από έναν άνδρες. Αυτό όμως, θα δημιουργούσε θόρυβο και θα γινόταν αντιληπτό από τους φρουρούς.
  2. Εκτός από την αποσφράγιση του τάφου, για να κλαπεί το σώμα χωρίς τα οθόνια και το σουδάριο, που τύλιγε το κεφάλι, απαιτούσε πολύ κόπο και χρόνο. Το σώμα ήταν αλειμμένο με κολλώδεις αρωματικές ουσίες. Για να ξετυλιχθεί χωρίς να γίνουν αντιληπτό, ήταν δύσκολή δουλειά. Εξάλλου, τι να το κάνουν οι μαθητές ένα γυμνό σώμα; Αν ήθελαν να το κλέψουν, θα το έπαιρναν μαζί με τα οθόνια.
  3. Εάν οι μαθητές είχαν αποφασίσει να κλέψουν το σώμα θα το ήξεραν οι μυροφόρες. Έτσι, δεν θα πήγαιναν να αγοράσουν αρώματα για να αλλείψουν το σώμα του Ιησού, το πρωΐ «τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων». Εάν εγνώριζαν την κλοπή του σώματος δεν θα υπήρχε λόγος να ξεκινήσουν «ὂρθρου βαθέως» για να πάνε στον τάφο.
  4. Eάν οι μαθητές είχαν κλέψει το σώμα του Ιησού και διέδιδαν ότι αναστήθηκε, πώς θα μπορούσαν 11 άνθρωποι να διαδώσουν σε όλο τον κόσμο ένα τόσο μεγάλο ψέμα και να πεθάνουν γι αυτό; Κάποιος δεν θα είχε αποκαλύψει το μυστικό;
  5. Kατά τη διάρκεια των 40 ημερών μέχρι την Ανάληψη, ο Χριστός εμφανίστηκε 10 φορές στους μαθητές και την τελευταία φορά σε 500 άτομα στην Γαλιλαία.
  6. Άλλη απόδειξη της Αναστάσεως, είναι η μεταστροφή του φρονήματος των μαθητών (διότι από λαγοί αρχικά, έγιναν λέοντες μετά την Ανάσταση) και του Παύλου (από διώκτης έγινε ο μεγαλύτερος Απόστολος). Είναι αξιοθαύμαστο, πώς οι 12 αγράμματοι και φοβισμένοι μαθητές, άοπλοι χωρίς οικονομικά και πολιτικά μέσα, διέδωσαν το Ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο με μόνα όπλα: την πειθώ, την αγάπη και τα θαύματα που επιτελούσε ο Θεός δι’ αυτών. Πώς αντιμετώπισαν τόσα δικαστήρια, διωγμούς, εξορίες, βασανιστήρια καί θάνατο;
  7. Η παράδοση διασώζει ότι δύο από τους φρουρούς στρατιώτες, αρνήθηκαν να πάρουν χρήματα για να μαρτυρήσουν ψευδώς ότι δεν έγινε η Ανάσταση. Μαζί με τον εκατόνταρχο Λογγίνο (τον επικεφαλής της φρουράς που εσταύρωσε τον Χριστό), ο οποίος επίστευσε στην θεότητα του Χριστού, επέστρεψαν στην Καππαδοκία και δίδασκαν τον Χριστό Εσταυρωμένο και Αναστάντα. Αυτό το γεγονός, το πληροφορήθηκε ο Πιλάτος και ζήτησε από τον Αυτοκράτορα με γράμμα να τιμωρηθούν. Πράγματι, με διαταγή του Τιβέριου οι δύο στρατιώτες εκτελέστηκαν μαζί με τον Λογγίνο . Στη συνέχεια, το κεφάλι του Λογγίνου εστάλη στον Πιλάτο προς επιβεβαίωση.

 

Μέρος Β:

Η Ανάσταση είναι το θαύμα που ανακαινίζει τον κόσμο

  1. Η πτώση των πρωτοπλάστων και οι συνέπειές της

         Ο κόσμος και η ανθρωπότητα, μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων βρίσκεται σε «πεπτωκυία κατάσταση». Αυτή η κατάσταση, που αποκαλείται «αμαρτία» είναι ζυμωμένη πλέον με τον άνθρωπο και αποτελεί το στοιχείο φθοράς του παλαιού κόσμου. «Αμαρτία» στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει «αστοχία». Είναι ακριβώς, η αστοχία του ανθρώπου να επιτύχει το σκοπό που ο Θεός έθεσε κατά τη Δημιουργία του. Ο Θεός δίνοντας τα πνευματικά χαρίσματα στον άνθρωπο με το «κατ’ εικόνα»(*) του έθεσε σαν στόχο να πετύχει το «καθ’ ομοίωσιν» αξιοποιώντας τα χαρίσματα του και κάνοντας υπακοή στο θείο θέλημα. Ο άνθρωπος δυστυχώς απέτυχε να επιτύχει αυτό τον σκοπό διότι αμάρτησε (δηλαδή αστόχησε κατά την επιλογή του). Αντί να συνεχίσει τη ζωή του έχοντας ως κέντρο τον Θεό και κάνοντας συνεχώς το θέλημά του, έβαλε ως κέντρο της ζωής του τον εαυτό του. Αυτονομήθηκε από το Θεό. Έτσι, η αμαρτία δεν είναι πλέον μια στιγμιαία παράβαση μιας ή περισσοτέρων εντολών, αλλά η κατάσταση ζωής και δράσεως μακράν του Θεού, ερήμην του Θεού. Ζωή χωρίς αναφορά στο Θεό.

         Η πράξη αυτή του ανθρώπου, αλλά και η εμμονή του σε αυτήν δηλαδή η αμετανοησία του τιμωρήθηκε πολύ σκληρά. Έχασε τη χάρη του Θεού (αυτό σημαίνει το ότι εξορίστηκε από τον Παράδεισο), αμαυρώθηκε το «κατ’ εικόνα». Σκοτίστηκε το μυαλό του, διεστράφησαν οι σχέσεις του με τη σύζυγό του και τους συνανθρώπους του. Έπαυσαν να είναι αγαπητικές και έγιναν ανταγωνιστικές. Η φύση έγινε εχθρική στα έργα του ανθρώπου.

         Το χειρότερο όμως είναι ότι μπήκε στη ζωή του το κακό, η φθορά και ο θάνατος. Η συναναστροφή του με το Θεό διακόπηκε. Όσο ο άνθρωπος ήταν προστατευμένος από τη χάρη του Θεού, οι δαιμονικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να τον βλάψουν. Όταν όμως διέκοψε τη σχέση του με το Θεό έγινε «άθυρμα» (παιχνιδάκι) στα χέρια τους. Έκτοτε τον ταλαιπωρούν αφάνταστα.

         Ο θάνατος δόθηκε στο ανθρώπινο γένος «ἳνά μή τό κακόν ἀθάνατο γένηται». Είναι μια ευεργεσία του Θεού στον άνθρωπο για να σταματήσει η προέλαση του κακού και η πιθανή αυτοκαταστροφή της ανθρωπότητας.Δεν παύει πάντως να είναι ένα τραγικό και αφύσικο γεγονός. Ο σωματικός θάνατος, είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Αλλά ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο πνευματικός θάνατος. Ο χωρισμός του ανθρώπου από το Θεό.

(*)Χαρίσματα του κατ’ εἰκόνα: Λογικό, αυτεξούσιο, συνείδηση, δημιουργηκότητα, τάση πρός τον θεό.

 

         Μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων ο κόσμος «κεῖται ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ» δηλαδή πορεύεται σε λανθασμένη τροχιά. Κατατυραννείται από τις δαιμονικές δυνάμεις και είναι αδύνατο να ξεφύγει με τις δικές του δυνάμεις, από αυτή τη «δαιμονική αιχμαλωσία». Η άρση της καταστάσεως αυτής έκανε αναγκαία, την επέμβαση του Θεού.

 

  1. Ο Χριστός «αἳρει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου»

Η έλευση του Χριστού στον κόσμο, δηλαδή η ενανθρώπιση του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδος αποτέλεσε την εισβολή του Θεού στον κοσμο, τη σωτήρια επέμβαση του Θεού στην Ιστορία. Ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο «ἧρε τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου» Πολύ εύστοχα ο Ιωάννης ο Βαπτιστής όταν πρωτοείδε τον Χριστό, ανεφώνησε: «ἲδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἳρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ιωάν. α′ 23) επιβεβαιώνοντας τον χαρακτηρισμό του προφ. Ησαΐου (Ησ. νγ´ 7).

Όλη η ζωή και η δράση του Χριστού είναι μιά έμπρακτη διδασκαλία αγάπης, με αποκορύφωμα την Σταυρική Του θυσία. Αυτή όμως, δεν ήταν μόνο αυτό που φαινόταν: δηλ. ένας άδικος και μαρτυρικός θάνατος ενός αγίου, ενός αναμάρτητου ανθρώπου, αλλά και αυτό που δεν φαινόταν: Η άρση της αμαρτίας όλου του κόσμου, όλων των ανθρώπων, όλων των εποχών.

Ο θάνατος του Χριστού ήταν αδικαιολόγητος και αφύσικος. Διότι ο Χριστός ως αναμάρτητος δεν ώφειλε να πεθάνει. Παρ’ όλα ταύτα ήταν απόλυτα εκούσιος. Ο Χριστός πέθανε όταν το θέλησε, για τρείς κυρίως λόγους (όσους ανθρωπίνως μπορούμε να καταλάβουμε) :

α. Από άκρα ταπείνωση και αγάπη.

β. Για να νικήσει τον θάνατο με την Ανάστασή Του.

γ. Για να κατέβει στον Άδη και να κηρύξει στους προ αυτού θανόντας. Όσοι απ’ αυτούς ήσαν καλοπροαίρετοι και δέχθηκαν το κήρυγμά του, τους πήρε με την Ανάστασή Του στον Παράδεισο. Ουσιαστικά κατέβηκε στον Άδη και τον λαφυραγώγησε (πρβλ. «ἐσκύλευσας τόν Ἃδη, μἠ πειρασθείς ὑπ’αὐτοῦ» από την υμνολογία του Μεγ.Σαββάτου).

 

  1. Ο Χριστός είναι η οδός και η Αλήθεια και η Ζωή.

Ο Χριστός όπως είπε ο ίδιος είναι  η οδός και η αλήθεια και η ζωή . Πράγματι, ο Χριστός είναι η οδός, η σωστή δηλαδή τροχιά του ανθρώπου. Του ανθρώπου, ο οποίος  προσπαθεί να επιτύχει το «καθ’ ὁμοίωσιν», που είναι ο σκοπός που ο Θεός έχει θέσει σε αυτόν από τη στιγμή της δημιουργίας του. Ο Χριστός είναι επιπλέον η Αλήθεια, δηλ. η επαναφορά της ανθρωπότητος από τη «λήθη» του Αληθινού Θεού, στον αληθινό Θεό Πατέρα. Τέλος, ο Χριστός είναι η ζωή, η Αυτοζωή. Όχι με την βιολογική έννοια, αλλά με την πνευματική, σε αναφορά με την πηγή της ζωής, τον Θεό.

 

  1. Ο θάνατος του Χριστού και η θεία Δικαιοσύνη

         Στην λογικοκρατούμενη Δύση, προκειμένου να δώσουν μια «λογική» απάντηση» στο ερώτημα «Γιατί πέθανε ή έπρεπε να πεθάνει, ο αναμάρτητος Χριστός» αναπτύχθηκε, η υπό του Ανσέλμου, επισκόπου Κανταουρίας, διατυπωθείσα «θεωρία της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης». Κατ’ αυτήν όλη η ανθρωπότητα με την αμαρτία της, προσέβαλε τον Θεό και την θεία Δικαιοσύνη. Για την εξιλέωσή της χρειαζόταν μια θυσία ενός αναμάρτητου ανθρώπου, η οποία θα ικανοποιούσε την τρωθείσα Θεία Δικαιοσύνη. Αναμάρτητος δεν υπήρχε άλλος εκτός από το Χριστό. Έτσι, τρόπον τινά ο Χριστός με το αίμα του εξιλέωσε την Θεία Δικαιοσύνη , δηλ.. πλήρωσε το χρέος όλης της ανθρωπότητας.

         Η θεωρία αυτή φαίνεται λογική, αλλά είναι λανθασμένη και επικίνδυνη. Διότι, δημιουργεί μια σχέση δούναι-λαβείν μεταξύ Θεού και ανθρώπων και προετοιμάζει το έδαφος για τα συγχωροχάρτια. Άλλωστε, ο Θεός δεν έχει εγωισμό, δεν προσβάλλεται και δεν υπάρχει καμιά ανάγκη «ικανοποιήσεως της τρωθείσης υπό της αμαρτίας του ανθρώπου Θείας Δικαιοσύνης». Ο Θεός δεν έχει ανθρώπινα πάθη, είναι τελείως αυτάρκης και παντελώς ανενδεής. Δεν θέλει την τιμωρία του ανθρώπου, παιδαγωγεί προς καιρόν, αλλά δεν τιμωρεί. Θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Η αμαρτία του ανθρώπου είναι εκείνη, που .ταλαιπωρεί τον ίδιο, με τις άσχημες συνέπειές της.. Ο άνθρωπος αμαρτάνοντας αυτοκαταστρέφεται.

         Η ορθόδοξη απάντηση στο ερώτημα: «γιατί έπρεπε να πεθάνει ο Χριστός» είναι ότι ο Χριστός με την σάρκωσή Του, προσέλαβε όλη την ανθρώπινη φύση, πλήν της αμαρτίας, και την εθεράπευσε. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μίλησε πάνω σε αυτό το θέμα αλλά με αρνητικό τρόπο. Είπε :«Τό ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον» άρα  «η προσληφθείσα ανθρώπινη φύση εθεραπεύθη» υπό του Χριστού.

Τελευταίον θεράπευσε τον θάνατο, που ήταν συνέπεια της αμαρτίας. Έτσι, εισήλθε στον κόσμο η ζωή του Θεού, που μπορεί να γίνει και ζωή του κάθε ανθρώπου, εάν αυτός το θελήσει, οικειοποιούμενος τον τρόπο ζωής που δίδαξε ο Χριστός. Αυτό συνιστά την «ἑν Χριστώ σωτηρία», δηλ. την ολοκλήρωση του ανθρώπου, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και κατά το πρότυπο του Χριστού.

 

  1. .Η νέα «ἐν Χριστῷ ζωή», η «Χριστοζωή».

Έτσι, το πραγματικά νέο που μπήκε στον κόσμο με την Ανάσταση του Χριστού είναι η Χριστοζωή, η νέα ζωή κατά Θεόν με πρότυπο τον Χριστό. Αυτή η νέα ζωή επιτυγχάνεται μέσα στην Εκκλησία με τρεις τρόπους :

 

α. με το  Άγιο βάπτισμα, όπου κανείς εισέρχεται στην Κιβωτό της Σωτηρίας , την

    Εκκλησία και μαθαίνει να ζεί «κατά Χριστόν»

β. με την τήρηση των εντολών του Θεού και

γ. με την διαρκή μετάνοια και την συμμετοχή του στην Θεία Ευχαριστία. Έτσι παραμένει μέσα στην Εκκλησία, θεραπεύεται ψυχικά, καθαίρεται από τα πάθη του, κάνει πνευματική πρόοδο, φωτίζεται, αγιάζεται, χαριτώνεται και τελικά  «θεούται».   

Κατά συνέπεια, μετά την Ανάσταση του Χριστού, μπορούμε να χαρούμε τη ζωή χωρίς τίποτε να την σκιάζει πλέον. «Τά ἀρχαῖα παρῆλθεν. Ἰδοῦ γέγονε καινά τά πάντα» (Β’ Κορ. ε’ 17) λέει ο Απ. Παύλος. Μπορούν όμως να έχουν αυτή την «ασκίαστη» χαρά μόνο οι αληθινοί και συνειδητοί Χριστιανοί. Οι άλλοι, οι κατ’ όνομα Χριστιανοί, δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν το μεγάλο μυστήριο της Αναστάσεως και δεν έχουν λόγους να χαρούν μέσα στις τόσες θλίψεις της επίγειας ζωής. Μην βλέποντας άλλη προοπτική πέραν του κόσμου τούτου, και γνωρίζοντας ότι κάποια μέρα θα γεράσουν και θα πεθάνουν, ελεεινολογούν τον εαυτόν τους.

         Αντίθετα, το γεγονός της Αναστάσεως χαρίζει μια υπέροχη προοπτική αιώνιας και μακάριας ζωής κοντά στο Θεό. Ο «ἐν Χριστῷ καινός ἂνθρωπος» μπορεί να βλέπει και αυτή την επίγεια ζωή με την προοπτική της αιωνιότητος. Έτσι, κάθε δυσάρεστο συμβάν σ’ αυτή τη ζωή χάνει την αρνητική του αξία μπροστά στην προοπτική της Αναστάσιμης χαράς και της αιώνιας μακαριότητος.

 

  1. Η Ανάσταση του Χριστού Θαύμα και Μυστήριο ταυτόχρονα.

      Η Ανάσταση του Χριστού είναι αναμφισβήτητα ένα μεγάλο θαύμα, ίσως το μεγαλύτερο του Θεού. Όμως είναι συγχρόνως και ένα μυστήριο, του οποίου η κατανόηση και πιο πολύ η προσοικείωση από τον άνθρωπο δεν είναι αυτόματη, ούτε και εύκολη. Είναι προς τούτο απαραίτητη η συνέργεια θείου και ανθρωπίνου παράγοντος. Συνέργεια της Θείας Χάριτος και της ανθρώπινης βουλήσεως. Όταν συμπέσουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις, τότε δημιουργείται ο «ἐν Χριστῷ» καινός άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να βλέπει τη ζωή του με την προοπτική της αιωνιότητος, ο οποίος ζει από τώρα τα έσχατα. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να εργασθεί ο άνθρωπος πολύ επάνω στην ψυχή του. Χρειάζεται «νήψη» (δηλ. επαγρύπνηση στην ψυχή του από μολυσμούς σαρκός και πνεύματος), άσκηση, κάθαρση παθών και Αγιοπνευματικός φωτισμός. Κυρίως είναι αναγκαία η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος (όπως πρότεινε ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ ως σκοπό της ζωής του Χριστιανού), το οποίο πρέπει να «έλθει»και να «σκηνώσει» μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, να τον καθαρίσει ,να τον αγιάσει και να τον φωτίσει.

 

  1. Το αναστημένο ή «δοξασμένο» σώμα του Χριστού.

         Ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του έφαγε μπροστά στους μαθητές του και ψηλαφήθηκε από το Θωμά. Είχε σώμα που μπορούσε να φάει, αλλά δεν πέθαινε από την ασιτία, όπως πρίν την Ανάστασή Του. Ανέστη εκ των νεκρών «ἐσφραγισμένου» τοῦ τάφου» και εισήλθε στο Υπερώον «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων». Αυτές τις ιδιότητες δεν τις είχε πριν την Ανάσταση.

 Ο Χριστός υπήρξε ο «πρωτότοκος των νεκρών», ο πρώτος Αναστάς της 8ης ημέρας της Δημιουργίας, ο πρώτος άνθρωπος στη Βασιλεία του Θεού. Όπως αναστήθηκε ο Χριστός θα αναστηθούν όλοι οι άνθρωποι στην κοινή Ανάσταση. Άλλοι «εις Ανάστασιν ζωής» και άλλοι «εις Ανάστασιν κρίσεως». Η ειδοποιός διαφορά στην Αναστημένη ζωή θα εξαρτάται από το πώς έζησαν στην επίγεια ζωή τους οι άνθρωποι. Κριτήριο θα είναι η αγάπη, που έδειξαν οι άνθρωποι και στους ελάχιστους συνανθρώπους τους. Η παρουσία του Θεού θα είναι ορατή και αισθητή σε όλους. Σε άλλους όμως θα δίνει χαρά θαλπωρή, άνεση (παράδεισος) και για άλλους θα είναι έλεγχος (κόλαση).

         Κατά τον ¨Αγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, η Άνοιξη κατά την διάρκεια της οποίας εορτάζουμε το μέγα γεγονός της Αναστάσεως, αποτελεί προτύπωση της Ανοίξεως των ψυχών και των σωμάτων, στην άλλη ζωή, στο «έαρ του Παραδείσου». Έτσι ο Άγιος Μακάριος σε ένα από τους πενήντα λόγους του αναφέρει: «Ταῦτα γάρ πάντα τύποι και υποδείγματα καί εἰκόνες τῆς τῶν σωζομένων εἰσίν,ἐν τῇ ἀναστάσει δόσεως»,(βλ. Φιλοκαλία τομ.Γ´ 195, ξα′) δηλ οι άνθρωποι με την Ανάσταση του σώματός τους θα αποκτήσουν τόση δόξα, όση η μέθεξή τους, κατά την επίγεια ζωή τους, στο ¨Αγιο Πνεύμα.

 

  1. «Χαρά» και «Ειρήνη » τα πρώτα δώρα της Αναστάσεως

α.    Χαρά

Δεν είναι συμπτωματικό ότι η πρώτη λέξη που βγαίνει από το στόμα του Κυρίου και απευθύνεται προς τις μυροφόρες είναι το «χαίρετε». Είναι η επιβράβευση της αγάπης και της αφοσιώσεως των γενναίων αυτών γυναικών, οι οποίες αψήφησαν κάθε κίνδυνο και κάθε ενδεχόμενη δυσάρεστη συνέπεια για την ζωή τους, προκειμένου να αποτίσουν τον έσχατο φόρο αγάπης και τιμής προς τον αγαπημένο τους διδάσκαλο.

      Προηγουμένως, ο τόσο τρομακτικός, επαίσχυντος και παράλογος θάνατος του Θείου διδασκάλου, τους είχε συγκλονίσει. Στάθηκαν μέχρι τέλους δίπλα στον Σταυρό Του, μόνο επειδή Τον αγαπούσαν. Λόγω αυτής της αγάπης υπέφεραν μαζί Του.Τώρα κάνουν όσα η αγάπη κάνει πάντοτε κατά τον τελευταίο χωρισμό.

      Όμως αυτή η «παράλογη αγάπη» μαθαίνει πρώτη εκ του Αγγέλου «τό φαιδρόν τῆς Ἀναστάσεως κήρυγμα» Και ενώ έρχονται στον τάφο αναζητώντας με δάκρυα έναν νεκρό «προσεκίνησαν χαίρουσαι ζῶντα Θεόν». Είδαν τον εσταυρωμένο Χριστό Αναστημένο και έγιναν Ευαγγελίστριες των Αποστόλων. Οι Μυροφόρες γυναίκες είναι οι πρώτες που άκουσαν από τον αναστάντα Κύριο το «χαίρετε», το οποίο στο εξής θα είναι η ουσία της Χριστιανικής δύναμης, το αναστάσιμο ήθος. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για κλάμα. «Ο θάνατος κατεπόθη είς νῖκος» (Α´ Κορ.ιε´54). Ο θάνατος είναι τώρα προσωρινή κατάσταση. Η Ανάσταση αποτελεί πλέον τη υπέρβαση του θανάτου.

   β.  Ειρήνη.

Στην πρώτη εμφάνιση στους μαθητές μετά την Ανάστασή Του, ο Κύριος αποευθύνει τα λόγια «εἰρήνη ὑμῖν». Δεν πρόκειται μόνον για τον τυπικό χαιρετισμό των Εβραίων «Shalom» (που σημαίνει μέχρι σήμερα ειρήνη). Στο στόμα του Χριστού ο χαιρετισμός αυτός παίρνει άλλο περιεχόμενο. Παίρνει νέο χριστιανικό νόημα.

      Άλλωστε πριν το Πάθος Του ο Κύριος είχε μιλήσει σχετικά στο ίδιο θέμα:  «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν. Οὐ καθώς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγώ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάν. ιδ΄ 27). Άλλη η ειρήνη του κόσμου και άλλη η ειρήνη του Χριστού. Για τον κόσμο ειρήνη σημαίνει «μη πόλεμος», δηλ. την προσωρινή διακοπή του πολέμου. Μια προσωρινή διακοπή, γιατί ο πόλεμος εκφράζει την συνηθισμένη κατάσταση της ανθρώπινης κοινωνίας. Καθολική ειρήνη, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Υφηλίου, δεν γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα στην Ιστορία. Για τους περισσοτέρους, ειρήνη σημαίνει απλώς προετοιμασία για πόλεμο και γι’ αυτό κανείς δεν πιστεύει σε μόνιμη και διαρκή ειρήνη.

      ‘Οταν ο αρχαίος φιλόσοφος Ηράκλειτος έλεγε το «πόλεμος πάντων πατήρ», δεν εννοούσε μόνο τις μεταξύ κρατών συγκρούσεις, αλλά μια μόνιμη κατάσταση πολέμου και έχθρας, που καταδυναστεύει διαρκώς μέσα στους αιώνες, όλη την ανθρωπότητα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η διαρκής εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ ατόμων, κοινωνιών και κρατών, εκφράζει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, την «πεπτω-κυία» κατάσταση της ανθρωπότητας, μετά το «προπατορικό αμάρτημα».

      Ο Χριστός όμως, με τον αναστάσιμο χαιρετισμό του «εἰρήνη ὑμῖν», δίνει μια άλλη διάσταση στην έννοια της ειρήνης. Στέκεται ανάμεσα στους μαθητές του και δίνει την δική Του ειρήνη. Γίνεται ο ίδιος η ειρήνη, που τους ενώνει σε μια νέα κοινωνία ειρήνης. Γίνεται κατά τον Ησαΐα ο «Ἂρχων τῆς εἰρήνης» (Ησ. Θ΄6). Πώς συμβαίνει αυτό; Η απάντηση είναι ότι με την σάρκωσή Του ο Χριστός συνέδεσε και συμφιλίωσε την ανθρωπότητα με το Θεό. Ο Χριστός προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, συνδέεται μέσω αυτής με όλους τους ανθρώπους και συγχρόνως συνδέει και ενώνει όλους τους ανθρώπους μεταξύ τους. Γιατί όλοι οι άνθρωποι συναντιόμαστε στην δική του «αναμάρτητη» ανθρώπινη φύση. Ο Χριστός όμως είναι συγχρόνως και Θεός. Έτσι συνδέει και το Θεό με την ανθρωπότητα.

      Η ειρήνη που έφερε στον κόσμο ο Χριστός δεν είναι απλώς μια «συμφιλίωση λαών και ανθρώπων», αλλά κάτι αφάνταστα μεγαλύτερο από αυτό. Είναι μιά ειρήνη τρισδιάστατη.

      α. Είναι πρώτα ειρήνη της ανθρωπότητας με το Θεό, η κατακόρυφη διάσταση. Εκφράζει αυτό που λέει ο ιερός ψαλμωδός, ότι ο Χριστός επί του Σταυρού : «ἣπλωσε τάς παλάμας καί ἣνωσε τά τό πρίν διεστῶτα», δηλ. επανασυνέδεσε τον Θεό με τον ¨Ανθρωπο.

β. Δεύτερον, η οριζόντια διάσταση είναι η ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους. ¨Διότι στο πρόσωπο του Χριστού, ενώνονται οι άνθρωποι με τον Θεό και μεταξύ τους. Όσοι άνθρωποι είναι ενωμένοι με τον Χριστό, μέσα στην Εκκλησία, ενώνονται και μεταξύ τους μέσω των Μυστηρίων.

γ. Υπάρχει όμως και μία άλλη παράμετρος. Η παρουσία του Χριστού στην ζωή του ανθρώπου ειρηνεύει τον έσω άνθρωπο. Την επαναστατημένη του φύση. Ο άνθρωπος επανέρχεται από την «παρά φύση κατάσταση» της αποστασίας από τον Θεό στην «κατά φύση κατάσταση» της υπακοής στο θέλημα του Θεού, στην κατάσταση χάρητος.

      Έτσι ο Χριστός γίνεται πραγματικός «Ἂρχων εἰρήνης», στο εσωτερικό του ανθρώπου, μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και Θεού. Και ενώ όπως τότε συνέβη με τους μαθητές Του, μετά την Ανάσταση, έτσι και πάντοτε μέσα στο σώμα Του, στην Εκκλησία, ο Χριστός στέκεται στο μέσον, ανάμεσά μας. Είναι το σταθερό και αμετακίνητο σημείο της πανανθρώπινης ενότητας, αλλά συγχρόνως, εγγύηση της αναστάσεώς μας και της θεώσεώς μας.

            Ο Αναστάς Χριστός είναι το κέντρο της ζωής και της Εκκλησίας. Συγχρόνως όμως είναι και ο χορηγός του Αγίου Πνεύματος, που διακρατεί σε ενότητα όλους τους πιστούς, τα μέλη της Εκκλησίας ενωμένους «ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης».

  1. Ο Χριστός και η άφεση των αμαρτιών.

         Θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε ότι ο Χριστός μετά την Ανάσταση, κατά την πρώτη Του εμφάνιση στούς μαθητές Του, τους δίνει μια ιδιαίτερη ευλογία λέγοντας: «Λάβετε Πνεῦμα Ἃγιον. Ἂν τινων αφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς∙ ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ιωαν. κ′ 22,23). Με τα λόγια αυτά ο Κύριος δίνει το χάρισμα και το προνόμιο στούς μαθητές του και δι’ αυτών σέ όλους τους διαδόχους των, όλων των εποχών, «τοῦ δεσμεῖν καί λύειν ἁμαρτίας» δηλ. να συγχωρούν ή να μήν συγχωρούν αμαρτίες. Όσες συγχωρούν αυτοί, ή οποιοιδήποτε ιερείς του Θεού έχουν κανονική χειροτονία, είναι συγχωρεμένες και από τον Θεό. Όσες δεν συγχωρέσουν, θα παραμείνουν για πάντα ασυγχώρητες.

Μέχρι τώρα είχαμε δεί, ότι μόνο ο Χριστός συγχωρούσε αμαρτίες, πράγμα που σκανδάλιζε αφάνταστα τους Ιουδαίους, αυτούς βεβαίως που αμφισβητούσαν την Θεότητά Του. Τώρα ο Κύριος δίνει και στους μαθητές Του αυτό το χάρισμα. Τα λόγια Του αυτά  «Ἂν τινων αφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς∙ ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται», αποτελούν την σύσταση του Μυστηρίου της Μετανοίας και Εξομολογήσεως. Μας εισάγουν σε μια νέα εποχή σχέσεων Θεού και Ανθρώπου, σε εποχή χάρητος. Η αμαρτία πλέον δεν έχει μόνιμα διαχρονικά αρνητικά αποτελέσματα. Είναι διορθώσιμη. Την διορθώνει η συνεργασία Θεού και ανθρώπου. Η χάρη του Θεού από την μια πλευρά και η μετάνοια του ανθρώπου από την άλλη. Έτσι το αποτέλεσμα της αμαρτίας, το κακό, δεν διαιωνίζεται, αλλά σταματάει. Και ο πεσμένος, λόγω της αμαρτίας άνθρωπος, δεν παραμένει στην πτώση του. Μετανοεί, σηκώνεται, διορθώνεται, συγχωρείται, ανακαινίζεται, χαριτώνεται. Γίνεται «καινούργιος» με την χάρη του Θεού και συνεχίζει τη ζωή του μέσα στη Βασιλεία του Θεού. Χάρη σ’ αυτό το φιλάνθρωπο Μυστήριο, ληστές, δολο-φόνοι, πόρνες, εγκληματίες κάθε είδους, έγιναν Άγιοι. 

       Η συγγνώμη αυτή που παρέχει ο Θεός, ιδίως για μεγάλες αμαρτίες και εγκλήματα, είναι ένα μυστήριο που δεν μπορεί εύκολα ο εμπαθής και χωρίς «Θείο φωτισμό» άνθρωπος να καταλάβει. Καμμιά αμαρτία δεν μπορεί να σταθεί μέσα στο πέλαγος της Αγάπης του Θεού. Χρειάζεται όμως, πολύ ταπείνωση και υπακοή στο Θεό, για να δεχθεί ο έμπαθής άνθρωπος ότι η απέραντη αγάπη του Θεού, μπορεί να εξαλείψει οποιαδήποτε αμαρτία.

      Σε ποιές περιπτώσεις όμως οι αμαρτίες «κρατούνται» και δεν συγχωρούνται ; Η απάντηση είναι, όταν ο πνευματικός διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει διάθεση μετανοίας. Στην περίπτωση που ο εξομολογούμενος δεν έχει την ωριμότητα να καταλάβει το βάθος της αμαρτίας του και την άσχημη-λόγω της αμαρτίας- πνευματική του κατάσταση, τότε ο πνευματικός «οικονομεί» την περίπτωσή του και του δίνει χρόνο να συνειδητοποιήσει τις συνέπειες της αμαρτίας του. Γι αυτό συνήθως αναβάλλει την παροχή αφέσεως για ευθετότερο χρόνο.

      Και ενώ όλες οι αμαρτίες των ανθρώπων εξαφανίζονται μέσα στο πέλαγος του θείου ελέους, υπάρχει μια αμαρτία, που κατά την μαρτυρία του ίδιου του Κυρίου, δεν θα συγχωρεθεί ποτέ: «δια τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα ἁμαρτία καί βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δέ τοῦ Πνεύματος βλασφημία, οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. ιβ′ 31 και Πρβλ. Πραξ.ζ′ 51). Η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, η οποία θα παραμείνει ασυγχώρητη, είναι το να αποδίδει κανείς από εσωτερική πόρωση, τις πασιφανείς ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, εις «το πονηρό πνεύμα». Η δυσφήμιση του Αγίου Πνεύματος (αυτό σημαίνει βλασφημία) προκαλείται από τέτοια κακία και πόρωση, ώστε να δημιουργεί αμετανοησία.

      Αντίθετα, η δυσφήμηση του Χριστού, που υπήρξε και άνθρωπος, μπορεί να προέλθει από κακή κατανόηση του έργου του, η οποία κάτω από ωρισμένες ιδιαίτερες συγκυρίες, μπορεί να ανατραπεί. Τότε είναι δυνατόν, ο συγεκριμένος άνθρωπος να μετανοήσει και να σωθεί. Κλάσσικό παράδειγμα αποτελεί ο Απόστολος Παύλος.

 

  1.  Ο προτεσταντισμός και η δυνατότητα «ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν».

         Πρέπει να τονισθεί επίσης, ότι ο Προτεσταντικός κόσμος, επειδή απορρίπτει συλλήβδην την Ιερά Παράδοση, έχει απορρίψει και το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Και ενώ ισχυρίζονται ότι πιστεύουν μόνον ότι είναι γραμμένο (sola scripta), παρερμηνεύουν το σαφέστατο αυτό χωρίο «Λάβετε Πνεῦμα Ἃγιον. Ἂν τινων αφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς∙ ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ιωαν. κ’ 22,23) στερούν από τους πιστούς τους μια εκπληκτική δυνατότητα ψυχικής ιάσεως και πνευματικής προόδου.

      Ο βαθύτερος λόγος αυτής της επιλογής, είναι ότι ίσως επεδίωξαν πνευματική απεξάρτιση από το ιερατείο της Καθολικής Εκκλησίας, με το οποίο τους συνέδεε η ιερά εξομολόγηση.

      Βεβαίως, απορρίπτοντας την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας, θα έπρεπε να απορρίψουν και την Αγία Γραφή (δηλαδή τα γραπτά κείμενα της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης) Διότι και αυτά αποτελούν ένα μικρό μέρος της συνολικής Ιεράς Παραδόσεως. Ἁρα είναι ασυνεπείς με την επιλογή τους, να απορρίπτουν όλη την υπόλοιπη Ιερά Παράδοση.

      Τέλος επειδή οι Προτεστάντες, απορρίπτουν και την «μετουσίωση» του Άρτου και του Οίνου της θείας Ευχαριστίας, σε Σώμα και Αίμα Χριστού, στερούν από τους πιστούς τους ένα «πραγματικό εφόδιο ζωής  και Αθανασίας» την Θεία Κοινωνία. Καταδικάζουν έτσι τους πιστούς των σε πνευματική ασιτία και στέρηση της χάρητος του Μυστηρίου. Τελούν απλά μια αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου εις ανάμνηση του γεγονότος Για τους λόγους αυτούς , οι Προτεστάντες δεν αποκτούν Αγίους, και δεν τιμούν του Αγίους. Μάχονται και υποβαθμίζουν ακόμη και την Υπεραγία Θεοτόκο., που τίμησε δια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ ο ίδιος ο Θεός.. Αυτό εξηγείται ως αντίδραση στους Ρωμαιοκαθολικούς, οι οποίοι έχουν σχεδόν Θεοποιήσει την Υπεραγία Θεοτόκο, με το Δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως. Οι Προτεστάντες σε αντίθεση με αυτούς την θεωρούν απλώς μιά καλή γυναίκα, όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Στο μέσον βρίσκονται οι Ορθόδοξοι, που την τιμούν περισσότερο από κάθε άλλο ανθρώπινο πρόσωπο.

 

  1. Ανάσταση και Παγκοσμιοποίηση

         Στις μέρες μας μιλάμε για «παγκοσμιοποίηση», οικονομική, θρησκευτική, πολιτισμική κλπ. Μια παγκοσμιοποίηση χωρίς τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα –που συνεχίζει το έργο του Χριστού στην γή, αλλά μόνο με ανθρώπινες δυνάμεις δεν μπορεί να είναι παρά δαιμονική. Διότι ο κόσμος έξω από την Εκκλησία κυριαρχείται από τις «σκοτεινές δυνάμεις». Είναι αλύτρωτος και ως τέτοιος ούτε σώζει, ούτε σώζεται.

         Μόνον ο Χριστός μπορεί να πετύχει την αληθινή παγκοσμιοποίηση, όπου θα υπάρχει μία ποίμνη και εις ποιμήν, ο Χριστός. Μόνον «ἐν Χριστῷ» θα γίνει εφικτή μιά αληθινή παγκοσμιοποίση, που θα είναι ουσιαστικά «εκκλησιοποίηση της ανθρωπότητας», δηλ. ένωση όλου του κόσμου στο σώμα του Χριστού. Μια τέτοια παγκοσμιοποίηση θα κάνει τον κόσμο όλοκληρο, «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». Οποιαδήποτε άλλη παγκοσμιοποίηση, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Διότι δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί συνεχής και αδιάσπαστη ενότητα με ανθρώπους εμπαθείς και επομένως έχοντας το μικρόβιο της διαιρέσεως.

 

  1.  Ανάσταση και Εσχατολογία

 Η Ανάσταση για την Εκκλησία και για τους Χριστιανούς είναι το επιστέγασμα του σωτηριώδους έργου του Χριστού επί της γής. Ο Χριστός μίλησε και φανέρωσε την Βασιλεία των Ουρανών, και νά την, εδώ είναι, άνοιξε τώρα ! Ο κόσμος, η ιστορία, η ζωή, ο χρόνος, όλα τώρα φωτίζονται με το τελικό υπερκόσμιο φώς της Αναστάσεως. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ και τά καταχθόνια» λέει ο υπέροχος Αναστάσι-μος ύμνος. Όλα τώρα αποκτούν κανούριο νόημα. Η τελευταία και μεγάλη ημέρα του Κυρίου, άρχισε.

Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος , στον καταπληκτικό του Κατηχητικό Λόγο που διαβάζεται στο τέλος της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας, αναφωνεί γεμάτος ενθουσιασμό :

Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως∙ πάντες άπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν, ἐφάνη γάρ ἡ κοινή Βασιλεία. Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον, ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. . . .

 Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασιν δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἂγγελοι. Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται (δηλ. η ζωή κυριαρχεί). Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι. Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχή τῶν  κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.  Ἀμήν.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ