Παύλος Μελάς: Ο πρωτομάρτυρας του Μακεδονικού αγώνα

  Του Θοδωρή Σπηλιώτη 
 
   Σαν σήμερα 13 Οκτωβρίου 1904 σε ένα ορεινό χωριό των Κορεστίων, που βρίσκεται στην περιφέρεια της Καστοριάς, σκοτώνεται ηρωικά ο αρχηγός των Ελλήνων αγωνιστών για  την ελευθερία της Μακεδονίας, Παύλος Μελάς, σε μια ένοπλη σύγκρουση με τον Οθωμανικό στρατό. 
 
   Ο Παύλος Μελάς ήταν Έλληνας αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Καταγόταν από αγωνιστές προγόνους. Ο παππούς του Γεώργιος Μελάς ήταν έμπορος στην Κωνσταντινούπολη. Μυήθηκε στην Φιλική  Εταιρεία και βοήθησε οικονομικά την ελληνική επανάσταση. Για τον λόγο αυτό ο σουλτάνος του επέβαλε οικονομικό αποκλεισμό αναγκάζοντας  τον να φύγει από την Κωνσταντινούπολη. Ο αδελφός του Παύλος, πολέμησε τους Οθωμανούς Τούρκους στο Μεσολόγγι, και στις 10 Απριλίου 1826 σκοτώθηκε κατά την ηρωική έξοδο. 
 
  Ο πατέρας του Μιχαήλ Μελάς ήταν πλούσιος μεγαλέμπορος σιταριού, με τις οικονομικές  του δραστηριότητες να επεκτείνονται σε όλη την Ευρώπη. Ζούσε με την πολύτεκνη οικογένεια του στην Μασσαλία της Γαλλίας. Το 1874 αποφάσισε να βοηθήσει οικονομικά και να επενδύσει  στο Ελληνικό κράτος, μεταβαίνοντας στην Αθήνα.
 
   Ο Παύλος από μικρός είχε πρότυπα τους Έλληνες αγωνιστές της Ελληνικής επανάστασης και αποφάσισε να τους μιμηθεί. Τον Σεπτέμβριο του 1886 σε ηλικία 16 ετών ξεκίνησε να σπουδάζει στην σχολή των Ευελπίδων και το 1891 αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. 
 
  Την επόμενη χρονιά νυμφεύθηκε την Ναταλία Δραγούμη, κόρη του Στεφάνου Δραγούμη, ο οποίος ήταν τότε υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης και ένας από τους οργανωτές του Μακεδονικού αγώνα στην Αθήνα. 
 
  Ο Παύλος Μελάς δεν περιορίστηκε μόνο στις βασικές  υποχρεώσεις ενός αποφοίτου της Σχολής  Ευελπίδων. Έθεσε ως στόχο του να βοηθήσει τους Έλληνες που κατοικούσαν στις περιοχές  που δεν είχαν ακόμη απελευθερωθεί από τους Τούρκους και να τους ελευθερώσει. 
 
  Μαζί με άλλους ανθυπολοχαγούς δημιούργησαν το 1894 την {{ Εθνική Εταιρεία}} που είχε σκοπό να αφυπνίσει τους Έλληνες του ελεύθερου κράτους. Το 1897 η εταιρεία αυτή κατάφερε να ξεσηκώσει τους Έλληνες πολίτες, οι οποίοι απαίτησαν από την Ελληνική κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Την ίδια χρονιά οι Έλληνες της υπόδουλης Κρήτης ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας την  ελευθερία τους. 
 
  Τον Απρίλιο του 1897 με παρότρυνση της Εθνικής εταιρείας 2.500 Έλληνες στρατιώτες πέρασαν τα σύνορα και εισέβαλαν στην Μακεδονία. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε αιτία πολέμου και στις 9 Απριλίου οι Οθωμανική αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο στο Ελληνικό κράτος.
 
  Δυστυχώς για την Ελλάδα το αποτέλεσμα του πολέμου κατέληξε σε εθνική τραγωδία. Ο Παύλος Μελάς που πήρε μέρος στον πόλεμο επέστρεψε υγιής, αλλά ταπεινωμένος. Ένα χρόνο μετά πέθανε ο πατέρας του Μιχαήλ από την στενοχώρια του για την ταπείνωση της Ελλάδας.
 
  Ο Παύλος πήρε την ευθύνη της Ελλάδας πάνω του. Αποφάσισε να αποδείξει ότι ο Έλληνας αξιωματικός δεν είναι δειλός που υποχωρεί, αλλά ένδοξος συνεχιστής Ελλήνων αγωνιστών που πολέμησαν για την ελευθερία της Ελλάδας. 
 
  Την ίδια περίοδο στην Μακεδονία εμφανίστηκαν Βούλγαροι κομιτατζήδες οι οποίοι προσπαθούσαν να υποδουλώσουν με την βία τους Έλληνες της Μακεδονίας. Μάλιστα στις 20 Ιουλίου 1920 έκαναν την μεγάλη εξέγερση του Ίλιντεν, με σκοπό την αυτονομία της Μακεδονίας υπό την κηδεμονία της Βουλγαρίας. 
 
  Το ελληνικό κράτος δυστυχώς παραμένει αδιάφορο για την Μακεδονία. Όμως ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης γύριζε από χωριό σε χωριό και οργάνωνε ένοπλες ομάδες οι οποίες πολεμούσαν τους Οθωμανούς και τους κομιτατζήδες. Ο υποπρόξενος του Μοναστηριού Ίωνας Δραγούμης οργάνωσε τις  δικές του Ελληνικές επιτροπές, τις {{ Μυστικές Τριάδες}}, οι οποίες προστάτευαν τους Έλληνες από τους Βούλγαρους. 
 
  Στην Αθήνα δημιουργήθηκε το Μακεδονικό κομιτάτο,  μια οργάνωση, που σε συνεννόηση με την Ελληνική κυβέρνηση, αποφάσισε να στείλει κρυφά  τέσσερις Έλληνες αξιωματικούς στην Μακεδονία. Αυτοί θα παρακολουθούσαν την κατάσταση και θα έστελναν αναφορές στην Ελληνική κυβέρνηση. 
 
  Τον Φεβρουάριο του 1904, οι αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού Παύλος Μελάς,  Αλέξανδρος Κοντούλης, Αναστάσιος Παπούλας και  Γεώργιος Κολοκοτρώνης μετέβησαν στην Μακεδονία. Στο χωριό Βογατσικό Καστοριάς τους υποδέχτηκε ο μητροπολίτης Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης ο οποίος και τους ενίσχυσε. Από όπου περνούσαν οι τέσσερις αξιωματικοί, οι Μακεδόνες τους υποδέχονταν με κλάματα.
 
  Οι τέσσερις  νέοι κατάφεραν να φτιάξουν σχέδιο για να διώξουν τους κομιτατζήδες από την Μακεδονία, αλλά  οι Οθωμανοί κατάλαβαν την παρουσία του Παύλου Μελά στην Μακεδονία και απαίτησαν από την Ελληνική κυβέρνηση να διατάξει την επιστροφή του  στην Ελλάδα.
 
  Στις 29 Μαρτίου 1904 ο Παύλος γύρισε πίσω στην οικογένεια του. Από την Αθήνα δεν σταμάτησε να αγωνίζεται για την Μακεδονία και την απελευθέρωση της. Μάζεψε όπλα και τα  έστειλε στους αγωνιστές. Στρατολογούσε μάχιμους εθελοντές και τους έστελνε να πολεμήσουν στην Μακεδονία.
 
  Τον Ιούλιο του 1904 πήρε άδεια από τον Ελληνικό στρατό και επέστρεψε στην Μακεδονία. Εκεί οργάνωσε εράνους για τον ένοπλο αγώνα και χρηματοδοτούσε κάθε οικογένεια που ο προστάτης της συμμετείχε σε αυτόν , για να μπορούν να βγάζουν τα έξοδα τους. Οργάνωσε τα ένοπλα σώματα και έδινε οδηγίες στους αρχηγούς τους. 
 
  Στη συνέχεια επέστρεψε από την άδεια του στην Αθήνα. Εκεί η Ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη, αποφάσισε να βοηθήσει στον Μακεδονικό αγώνα. Έστειλε στην Θεσσαλονίκη για πρόξενο τον Λάμπρο Κορομηλά, ίδρυσε  εκ νέου το Μακεδονικό κομιτάτο στην Αθήνα με πρόεδρο τον δραστήριο Μανιάτη Δημήτριο Καλαποθάκη και ανεθεσε στον Παύλο Μελά την αρχηγεία των ενόπλων σωμάτων της Μακεδονίας. 
 
  Στις 17 Αυγούστου 1904 ξεκίνησε από την Αθήνα και έφτασε στην Λάρισα. Εκεί έφτιαξε δικό του ένοπλο σώμα από 35 στρατιώτες και πέρασε τα Ελληνικά σύνορα. 
 
  Σε μια επιχείρηση στο χωριό Νερέτι οι κομιτατζήδες βρίσκονταν σε ένα σπίτι. Οι στρατιώτες του Παύλου Μελά τους πολιόρκησαν, αλλά δεν κατάφεραν να τους νικήσουν. Οι στρατιώτες πρότειναν στον Παύλο να κάψουν το σπίτι. Εκείνος έμαθε ότι μέσα στο σπίτι βρίσκεται άμαχος πληθυσμός και διέταξε να μην το κάψουν, δείχνοντας μεγαλοψυχία. 
 
  Στη συνέχεια προχώρησαν στο χωριό Στρέμπενα (σημ. Ασπρόγεια). Εκεί οι στρατιώτες του έφεραν δεμένους τους κομιτατζήδες δολοφόνους του ήρωα Βαγγέλη Στρεμπενιώτη. Οι κομιτατζήδες βλέποντας τον Παύλο Μελά να τους κοιτάζει θυμωμένα φοβήθηκαν. Ο Παύλος τους μίλησε σκληρά, αλλά τους χάρισε την ζωή. Εκείνοι αμέσως μετάνιωσαν για τα εγκλήματα που είχαν κάνει και εντάχθηκαν στο ένοπλο σώμα του Παύλου Μελά. 
 
  Στις 13 Οκτωβρίου 1904 ο Παύλος Μελάς μαζί με τα παλικάρια του έφτασαν  στο χωριό Στάτιστα. Εκεί  βρήκαν καταφύγιο σε πέντε γνωστά τους σπίτια μοιρασμένοι. Όμως ο αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος πληροφορήθηκε την παρουσία του Μελά στα Στάτιστα και τον κατέδωσε στους Οθωμανούς. 
 
 Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο Οθωμανικός στρατός έφτασε στο χωριό και περικύκλωσε τα σπίτια, ψάχνοντας τον Παύλο Μελά. Ο Παύλος διέταξε μάχη. Η μάχη ήταν σκληρή, με τους Έλληνες στρατιώτες να πολεμούν γενναία. Όταν νύχτωσε ο Παύλος Μελάς διέταξε τους στρατιώτες του να φύγουν από τα σπίτια, ώστε οι Οθωμανοί να μην τους βάλουν φωτιά. 
 
  Ο Παύλος βγήκε πρώτος από το σπίτι και καθώς προχωρούσε σιγά σιγά κάποιος εχθρός τον είδε και τον πυροβόλησε στην μέση. Ο Παύλος κατάφερε με πολύ δυσκολία να φτάσει μέχρι το υπόγειο του σπιτιού και τα παλικάρια του τον μετέφεραν μέσα. Λίγο πριν πεθάνει μέσα στον μεγάλο του πόνο έδινε θάρρος στους στρατιώτες του και τους παρακινούσε να συνεχίσουν τον αγώνα τους για την ελευθερία της Μακεδονίας. 
 
  Αυτή ήταν η ένδοξη ζωή του μεγαλύτερου Έλληνα αγωνιστή του 20 ου αιώνα. Ενός ανθρώπου, ο οποίος θυσίασε την ζωή του για την ελευθερία της Μακεδονίας. Για το φιλότιμο του Παύλου και των άλλων ενδόξων  ηρώων της Μακεδονίας, ο Θεός επέτρεψε οχτώ χρόνια μετά να ξεκινήσουν οι Βαλκανικοί πόλεμοι και να ελευθερωθεί το μεγαλύτερο κομμάτι της Ελληνικής μας Μακεδονίας. 
 
  Τέλος η μνήμη του Παύλου Μελά θα παραμένει αιώνια και αναλλοίωτη, επειδή θυσιάστηκε για τα μεγάλα ιδανικά της πατρίδας μας.