Η εφημερίδα «Εμπρός» για τον θανάτου του Παύλου Μελά – 13 Οκτωβρίου 1905

«Ολόκληρον έτος κλείει σήμερον από της αποφράδος ημέρας, καθ’ ην ο Παύλος Μελάς έπεσεν εν Μακεδονία ηρωϊκώς βληθείς από τας τουρκικάς σφαίρας εις τον εντιμότερον των αγώνων όστις ενέπνευσε ποτέ ελληνικήν ψυχήν. Και η καρδία του Έθνους στρέφεται προς το όνομα αυτού, προς την γλυκείαν αυτού μορφήν με τον ευγνώμονα θαυμασμόν, όστις θα περιβάλη πάντας ως πλαίσιον τον πρωτομάρτυρα τούτον του Μακεδονικού αγώνος.
Έκτοτε και άλλοι ήρωες και μάρτυρες ως αυτός απήλθον όπως τον συναντήσουν. Το δε αθάνατον δένδρον, το οποίον επότισαν με το αίμα των εγιγαντώθη και υψούται ήδη υπερήφανον μέχρι του ουρανού διά να σκιάσῃ καλλίτερον υπό τους κλάδους του τους αγωνιστάς της Μακεδονίας. Ουδέποτε η Ελλάς από του Μαραθώνος και του 1821 υπήρξε πλειότερον ένδοξος από την στιγμήν αυτήν και ουδέποτε η ψυχή του Έθνους έλαβεν αληθεστέραν απόδειξιν της ισχύος της. Αι ορδαί των αγρίων δολοφόνων εκδιώκονται επτοημέναι και περίφοβοι και μεταξύ πεντήκοντα αιματηρών συναντήσεων, δεν υπήρξε μία καθ’ ην ελληνικόν σώμα ηττήθη. Άνδρες με γιγάντεια στέρνα και χαλυβδίνην ψυχήν εγείρουσιν εις πάσαν γωνίαν της πατρώας της τα ηρωϊκά τρόπαια των αρχαίων Μακεδονικών φαλάγγων.
Χαίρε μέτωπον υπερήφανον το οποίον δεν εσκίασε ταπεινός διαλογισμός. Οφθαλμοί ευγενείς εις τους οποίους έλαμπεν πάντοτε το πυρ της μεγάλης ιδέας! Χαίρε καρδία ήτις έπαλλε μόνον διά την πατρίδα! Ουδεμία αυταπάρνησις και ουδεμία θυσία θα δυνηθή ποτέ να μειώση την ιδικήν σου. Εάν ο Σιμωνίδης έζη ακόμη εις τας Αθήνας η δόξα σου δεν θα είχε να ζηλοτυπήση τίποτε εκ της δόξης του Λεωνίδου».
 
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ ΖΕΖΑ
[Στο ίδιο φύλλο δημοσιεύεται κείμενο του Σταμάτη Ράπτη – δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω περισσότερα στοιχεία για τον βίο αυτού του έξοχου Έλληνα, πέρα από το ότι ήταν γραμματέας του σώματος Κατσίγαρη και συγγραφέας του βιβλίου «Ιστορία του Μακεδονικού Αγώνος» που εκδόθηκε το 1910. Ιδού το κείμενο του Στ. Ράπτη το οποίο περιλαμβάνει και το τραγούδι του καπετάν Ζέζα]
«Τώπανε πως σκοτώθηκε μέσα στη Μακεδονία, πέρα εκεί πούναι κάτι ρουμάνια που βγάνουν απέραντους θρηνητικούς ήχους, πως σκοτώθηκε, είπανε, ο καπετάν Ζέζας. Οι Μακεδόνες δεν τώθελαν, όχι, ποτέ δεν θα το θελήσουν νὰ σκοτωθή ο Ζέζας των ο αιώνιος. Γιατί τι θα κάμουν οι μαύροι σκλαβωμένοι και κατατρεγμένοι, όταν χάσουν τον πόθον των και την ελπίδα των και την ψυχήν των και τον Ζέζαν, τον καπετάνον τον ωραίον, τον υπερήφανον, τον Έλληνα καπετάνον των; Έκαμαν ἕνα μοιρολόγι, που μοιάζει σαν τον ηρωϊκόν του θάνατον. Εκείνος ήτανε γραφτό να γίνῃ διὰ την ζωήν της φυλής μας και το μοιρολόγι διά την παλληκαριά, που αψηφά τον θάνατον.
Πόσον καλά το τραγούδησες, καλέ σύντροφε Κοσμόπουλε, επάνω εις τον Σμόλικα υπό τον γόον και τον οδυρμόν της καταιγίδος το τραγούδι του καπετάν Ζέζα ! Αλήθεια, σας το ορκίζομαι ότι αλήθεια, έκλαιγαν δάση και βουνά και λαγκάδια όταν το έλεγε. Και μου εφαίνετο – έχω ίσως και πλάνες – ότι έκλαιγε όλη η τριγύρω φύσις διότι ήτο δική μας, ήτο Ελλάδα πέραν έως πέραν υ καταχειμαζομένη χώρα. Και έλεγε ακουμβισμένος επάνω εις το τουφέκι του:
 
«Αητός εβγήκε κι έκατσε ψηλά στο κορφοβούνι.
Και με τα χιόνια πολεμά, με το βορηά μαλώνει.
– Χιόνια κι αν με πλακώσετε, βορηά κι αν με παγώνεις
Εγώ δεν πάω στα χειμαδιά, δεν πάω με τ’ αηδόνια
Θα κάτσω επάνω στα βουνά, ψηλά στα καταρράχια
Τι ακώ πολέμου αντάριασμα, αντάρτικο τουφέκι
Ο Ζέζας κάνει πόλεμο στης Στάτιστας τα σπίτια
Σαν το λιοντάρι πολεμά με το σπαθί στο χέρι
Πρώτο γιουρούσι πώκαμε στο τούρκικο τ’ ασκέρι
Μεσ’ τα πλατιά τα στήθια του βόλι πικρό τον βρίσκει.
Σαν το δεντρί γκρεμίστηκε, σα ριζιμιό λιθάρι.
Θα πάρω το κεφάλι του στα κοφτερά μου νύχια
Και θα το πἀω στον Όλυμπο τον κοσμοξακουσμένο
Πώχει τα κρύα τα νερὰ, τα κλέφτικα λημέρια
Και στην ψηλότερη κορφή, κορώνα θα το στήσω
Όσο ναρθή η άνοιξη, ναρθούν πάλι τ’ αηδόνια
Να τραγουδούν τα νειάτα του και την παλληκαριά του».
Αυτό τραγῳδούν όλοι οι Μακεδόνες από την ημέραν του σκοτωμού του
και θα το τραγῳδούν μέχρι της ημέρας της αναστάσεως
και μέχρι συντελείας του Ελληνισμού»