Οἱ Ἕλληνες τῆς Διασπορᾶς
Ἀπό τήν Μαρία-Εἰρήνη Αὐγουλᾶ,
(Ἐρευνήτρια, Ἰνστιτοῦτο Ἀθηνῶν
& Ἐπίκουρος Καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Central Queensland, Αὐστραλία).

Ἡ συγκεκριμένη μελέτη, μέσα ἀπό συνεντεύξεις ὁμογενῶν τῆς Μελβούρνης σέ βάθος τριῶν γενεῶν, ἀναζητᾶ τά πολιτισμικά στοιχεῖα πού συνδέουν τούς ἀνθρώπους αὐτούς μέ τήν Ἑλλάδα. Οἱ πυλῶνες πού ἐξετάζει εἶναι: ἡ διατήρηση τῆς γλώσσας, ἡ θρησκευτική ταυτότητα καί οἱ πεποιθήσεις γύρω ἀπό τήν ὑγεία. Καταλήγει στό συμπέρασμα πώς ἡ στάση τῶν διαφορετικῶν γενεῶν ἀπέναντι στίς πολιτισμικές σταθερές εἶναι διαφορετική καί ὑφίσταται μετασχηματισμούς. Γιά παράδειγμα οἱ διατροφικές συνήθειες μεταβάλλονται σέ σχέση μέ τήν καθιερωμένη ἑλληνική κουζίνα, ἡ ἀγάπη γιά τόν ἑλληνικό κῆπο δέν διατηρεῖται ἀμείωτη στήν δεύτερη καί τρίτη γενιά, ἡ γνώση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὑποχωρεῖ, ὁ δεσμός καί οἱ ἐπισκέψεις στήν πατρίδα γιά τούς νεώτερους γίνονται πιό ἐπιφανειακές (σέ ὁρισμένες περιπτώσεις). Αὐτό πού, ὅμως, παραμένει ἀμετάβλητο εἶναι τό ἐνδιαφέρον γιά τήν διατήρηση τῆς θρησκευτικῆς ταυτότητας καί τήν συμμετοχή στήν ὀρθόδοξη λατρευτική ζωή καί τά μυστήριά της, ὅπως εἶναι ἡ λειτουργία τῆς Κυριακῆς ἢ ἡ νηστεία. Αὐτό τό ὁποῖο ἐπισημαίνεται καί στήν μελέτη εἶναι ὅτι οἱ πρακτικές αὐτές εἶναι τό ἰσχυρότερο ἑνοποιητικό ἐθνοτικό στοιχεῖο τῶν οἰκογενειῶν τῆς ὁμογένειας καί εἶναι ἕνας ἀπό τούς σημαντικώτερους ρόλους πού ἐξυπηρετοῦν. Ὡστόσο, οἱ συνεντευξιαζόμενοι ἀναφέρουν ὅτι δέν τίς υἱοθετοῦν ἁπλᾶ ὡς τοποτηρητές κάποιας «ἀπώτερης» παράδοσης, ἀλλά ὡς συνειδητή ἐπιλογή ψυχοκοινωνικῆς ὑγείας, ἀναγνωρίζοντας τήν ἀξία τῆς ὀρθόδοξης πίστης στήν καθημερινότητά τους.
Ἐνδεικτικά ἀποσπάσματα τῆς μελέτης
Ἡ κεντρική θέση τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθόδοξης Θρησκείας
Ἀπό τίς διάφορες ἐρευνητικές μελέτες προέκυψαν τέσσερα βασικά στοιχεῖα πού μεταδίδονταν ἀπό γενιά σέ γενιά: ὁ πολιτισμός, ἡ ὀρθόδοξη θρησκεία, ἡ ἑλληνική κουζίνα καί ἡ ἑλληνική γλῶσσα. Αὐτό πού θέλω νά τονίσω εἶναι ὅτι, ἀπό ὅλα αὐτά, τό πιό σημαντικό ἦταν ἡ ὀρθόδοξη θρησκεία.
Ἡ θρησκεία ὡς δύναμη καί κοινότητα
Λόγια τῶν μεταναστῶν πού τό ἐξηγοῦν καλύτερα:
«Γιά μένα ἡ ἑλληνική θρησκεία εἶναι δύναμη, σύντροφος, στήριγμα. Ἔτσι μέ μεγάλωσαν οἱ γονεῖς μου καί εἶναι ἕνα ἀπό τά πολλά πράγματα πού ἔφερα ἀπό τήν Ἑλλάδα».
«Ὅταν ὁ ἱερέας μιλάει τήν Κυριακή στήν ἐκκλησία, μᾶς καθοδηγεῖ μέ τά λόγια του καί, γιά μένα, αὐτά τά λόγια μοῦ δίνουν εἰρήνη καί χαρά».
Σχετικά μέ αὐτό τό θέμα, ἕνας μετανάστης πρώτης γενιᾶς μοῦ εἶπε:
«Εἶναι πολύ σημαντικό γιά μένα καί τά παιδιά μου νά λαμβάνουμε συχνά τήν Θεία Κοινωνία».
Καί σχετικά μέ αὐτό τό θέμα, μετανάστες δεύτερης γενιᾶς μοῦ εἶπαν:
«Ἡ προσευχή μοῦ δίνει δύναμη καί τό νά ἔχεις ἕναν ἅγιο στόν ὁποῖο νά προσεύχεσαι σοῦ δίνει ἐπιπλέον δύναμη καί στήριξη».
«Συνήθως πηγαίνουμε στόν γιατρό, ἀλλά καί ἡ προσευχή βοηθάει – προσευχήθηκα γιά τήν γιαγιά μου ὅταν ἦταν ἄρρωστη».
Θρησκευτικές πρακτικές καί ἐνσωμάτωση τῆς ὑγείας
Αὐτές οἱ ἀφηγήσεις ἀποκαλύπτουν πῶς οἱ θρησκευτικές πρακτικές τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν θεωροῦνται ἁπλῶς πνευματικές ὑποχρεώσεις, ἀλλά ἀναπόσπαστα στοιχεῖα τῆς ὑγείας καί τῆς εὐημερίας. Ἡ προσευχή, ἡ συμμετοχή στήν λειτουργία καί τά μυστήρια, ὅπως ἡ Θεία Κοινωνία, περιγράφονται ὡς πηγές δύναμης, εἰρήνης καί θεραπείας πού συμπληρώνουν, ἀντί νά ἀντικαθιστοῦν, τήν βιοϊατρική περίθαλψη.
..Ἐνῷ ὑπῆρχε ὁμόφωνη συναίνεση ὅσον ἀφορᾶ τήν σημασία τῆς θρησκευτικῆς πίστης καί τήν ἀξία της γιά τούς ἴδιους σέ σχέση μέ τήν προσωπική ἀνθεκτικότητα καί τήν ἔνταξή τους στήν ἑλληνική κοινότητα, οἱ συμμετέχοντες ἐξέφρασαν μιά διχασμένη αἴσθηση ταυτότητας στούς ἄλλους τρεῖς τομεῖς. Ἀκολουθοῦν μερικά ἀποσπάσματα ἀπό ὅλες τίς γενιές πού τό ἀποσαφηνίζουν αὐτό.
«Στήν Ἑλλάδα, ὅπου μεγάλωσα, εἶχα τόν δικό μου κῆπο-αὐλή».
«Ὅταν μεγαλώναμε στήν Ἑλλάδα δέν εἴχαμε πολλά· τρώγαμε πολλά ὄσπρια καί σπάνια κρέας. Ἀλλά ἤμασταν πιό εὐτυχισμένοι καί πιό ὑγιεῖς ἀπό ὅ,τι τώρα πού ἔχουμε τά πάντα, τρῶμε κρέας σχεδόν κάθε μέρα καί δέν εἴμαστε καλά».
«Στήν Ἑλλάδα εἶχα ἕναν πολύ μεγάλο κῆπο μέ πολλά φρέσκα λαχανικά – ἔχω καί ἐδῶ κῆπο, βλέπετε, ὁ κῆπος μοῦ θυμίζει τήν Ἑλλάδα καί τό ἑλληνικό χῶμα».
«Ὅσο μπορῶ, μαγειρεύω ἑλληνικά φαγητά».
«Σέ αὐτήν τήν ἡλικία, αὐτό πού εἶναι καλό καί προτιμῶ εἶναι τά ὄσπρια – καί εἰδικά οἱ φακές, ἀλλά στά παιδιά δέν ἀρέσουν».
Αὐτές οἱ ἀφηγήσεις τῶν μεταναστῶν συμμετεχόντων ἀποκαλύπτουν μιά νοσταλγική λαχτάρα γιά τήν ἁπλότητα καί τά φαινομενικά ὀφέλη γιά τήν ὑγεία τοῦ παραδοσιακοῦ ἑλληνικοῦ τρόπου ζωῆς τους. Οἱ κῆποι ἀναδεικνύονται ὡς ἰδιαίτερα ἰσχυρά σύμβολα – φυσικοί χῶροι πού τούς συνδέουν μέ τήν πατρίδα, τίς παραδοσιακές διατροφικές συνήθειες καί τίς ἀναμνήσεις ἑνός πιό ὑγιοῦς παρελθόντος.
Πρώτη γενιά:
Κληροδοτούμενη σοφία καί παρατηρούμενη ἀλλαγή
«Ἡ μητέρα μου μοῦ ἔλεγε πάντα νά τρώω καλά – τά καλύτερα τρόφιμα, μοῦ ἔλεγε, εἶναι τά χόρτα καί τά ὄσπρια, καί νά τρώω πολύ λίγο κρέας, μοῦ ἔλεγε. Ἔτσι μεγάλωσα, μοῦ ἔλεγε». «Παλιά δέν ὑπῆρχαν τόσες πολλές ἀσθένειες – καί εἰδικά παιδικές, δέν ὑπῆρχαν τόσες πολλές ὅσο τώρα. Ἦταν τό φαγητό, παλιά τρώγαμε καλύτερα. Περισσότερο ἀπό τό σπίτι καί πολύ σπάνια ἀπό ἔξω».
«Θυμᾶμαι ὅτι, ὅταν ἤμουν μικρός, οἱ γονεῖς μου εἶχαν πάντα ἕναν κῆπο – θυμᾶμαι εἰδικά ὅτι ὁ πατέρας μου ἦταν πάντα ἐκεῖ. Οἱ γονεῖς μου μοῦ ἔλεγαν ὅτι τούς θύμιζε τό χωριό καί τήν Ἑλλάδα, ὅταν ἦταν παιδιά».
..Ἡ νηστεία (ἀποχή ἀπό ὁρισμένα τρόφιμα) ἦταν κάτι γιά τό ὁποῖο μιλοῦσαν ὅλες οἱ γενιές. Ὡστόσο, ἡ ἔννοια καί ἡ πρακτική τῆς νηστείας παρουσίαζαν τόσο συνέχεια ὅσο καί μετασχηματισμό ἀπό γενιά σέ γενιά. Κάποιος ἐξήγησε:
«Ἡ νηστεία εἶναι αὐτό πού κάνουμε στήν θρησκεία μας. Ἔχουμε τήν θρησκεία μέσα μας καί γεννιόμαστε μέ μία πατρίδα καί μία θρησκεία».
Ἕνας μετανάστης συμμετέχων εἶπε:
«Ἂν δέν νηστεύεις, δέν μπορεῖς νά κατανοήσεις τά θρησκευτικά γεγονότα».
Κάποιος ἄλλος εἶπε:
«Ζῶντας στήν Αὐστραλία, νηστεύουμε μόνο τήν ἑβδομάδα πρίν τό Πάσχα. Οἱ ἄνθρωποι στήν Ἑλλάδα ἐργάζονται λιγότερες ὧρες, ἔχουν ρεπό καί μποροῦν νά γιορτάσουν καλύτερα».
Αὐτή ἡ συμμετέχουσα ἔνιωθε ὅτι, ἂν βρισκόταν στήν Ἑλλάδα, θά νήστευε περισσότερο:
«Ἐκεῖ θά τό ἔνιωθες περισσότερο ὡς ἑορταστική θρησκευτική ἐκδήλωση, ἐπειδή, σέ θρησκευτικές περιόδους, ἀλλάζουν τά ὡράρια ἐργασίας τους ἀνάλογα μέ τόν ἑορτασμό καί τήν συμμετοχή στίς λειτουργίες τῆς ἐκκλησίας».
Αὐτό πού ἦταν ἐνδιαφέρον καί ἀξίζει νά σημειωθεῖ ἦταν ἡ διαπίστωση μιᾶς ἀλλαγῆς στήν συμβολική σημασία τῆς νηστείας στό αὐστραλιανό πλαίσιο:
«Προφανῶς εἶναι δύσκολο νά νηστεύω τις Τετάρτες καί τίς Παρασκευές, ἀλλά τουλάχιστον θά προσπαθοῦσα νά τρώω χορτοφαγική τροφή».
Ἕνας ἄλλος διευκρίνισε:
«Ἡ νηστεία εἶναι κυρίως θρησκευτική. Σέ προετοιμάζει ψυχικά, σέ καθαρίζει πρίν μπεῖς στίς εὐτυχισμένες μέρες, ἀλλά εἶναι καί πολύ ὑγιεινή. Γενικά νηστεύω, ἐκτός ἂν ὑπάρχει κάποια εἰδική περίσταση πού μπορεῖ νά καταναλώσω γαλακτοκομικά. Καί εἶναι μιά εὐκαιρία νά εἶσαι πραγματικά ὑγιής. Μοῦ ἀρέσει νά νηστεύω καί δέν εἶναι κακό».
Αὐτές οἱ μαρτυρίες δείχνουν πῶς οἱ πρακτικές νηστείας προσαρμόζονται στό αὐστραλιανό πλαίσιο, διατηρῶντας παράλληλα τήν θρησκευτική τους σημασία. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι οἱ νεώτερες γενιές ἀντιλαμβάνονται ὅλο καί περισσότερο τήν νηστεία μέ διττό τρόπο – τόσο ὡς θρησκευτική ὑποχρέωση ὅσο καί ὡς ἐπιλογή ὑγιεινοῦ τρόπου ζωῆς – ὑποδηλώνοντας μιά ὑβριδοποίηση τῆς παραδοσιακῆς θρησκευτικῆς πρακτικῆς καί τοῦ σύγχρονου λόγου γιά τήν εὐεξία.
..Ἡ γλῶσσα καί ἡ πολιτική τῆς ταυτότητας
Ἡ γλῶσσα διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στήν διαδικασία τῆς διατήρησης τῆς κουλτούρας καί ἀποτελεῖ ἐπίσης δείκτη ταυτότητας. Γιά τούς συμμετέχοντες τῆς παρούσας μελέτης, ἡ ἑλληνική γλῶσσα ἦταν ἕνας τρόπος μέ τόν ὁποῖο μποροῦσαν νά διατηρήσουν τήν πολιτισμική τους ταυτότητα, ἀκόμη καί ὅταν ἡ γλῶσσα δέν ἀποτελοῦσε τό κύριο μέσο ἐπικοινωνίας.
Κάτι πού εἶπε ἕνας συμμετέχων δεύτερης γενιᾶς ἀντανακλᾶ καλά αὐτό:
«Δέν θέλω νά χάσω κανένα μέρος τῆς ἑλληνικῆς μου ταυτότητας, ὅπως εἶπα, δέν θεωρῶ τόν ἑαυτό μου Αὐστραλό, δέν ἔχω αὐστραλιανό αἷμα, ὅπως ἕνας ἀφρικανικός ἐλέφαντας ἂν γεννηθεῖ στήν Αὐστραλία, τόν θεωροῦμε ἀκόμα Ἀφρικανό, ἔτσι εἴμαστε ἁπλᾶ [Ἕλληνες] πού γεννηθήκαμε κάπου ἀλλοῦ».
Αὐτή ἡ ἰσχυρή δήλωση ἀποκαλύπτει τόν οὐσιοκρατικό χαρακτῆρα τῆς ἐθνοτικῆς ταυτότητας γιά ὁρισμένους νέους τῆς διασπορᾶς. Ἡ μεταφορά τοῦ ἀφρικανικοῦ ἐλέφαντα ἀπεικονίζει τήν πεποίθηση γιά μιά ἀμετάβλητη ἐθνοτική ταυτότητα πού ὑπερβαίνει τόν τόπο γέννησης —μιά ἀντίληψη γιά τήν ταυτότητα πού βασίζεται στήν καταγωγή καί τήν κληρονομιά καί ὄχι στήν πολιτική ὑπηκοότητα. Αὐτή ἡ ὀπτική ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τίς πολυπολιτισμικές ἰδεολογίες πού δίνουν ἔμφαση στίς ὑβριδικές ταυτότητες καί ὑποδηλώνει τήν διατήρηση μιᾶς ἰσχυρῆς ἐθνοτικῆς ταύτισης ἀκόμη καί μεταξύ τῶν γενεῶν πού ἔχουν γεννηθεῖ στήν Αὐστραλία.
..Τελικές σκέψεις
Ἡ ἑλληνική διασπορά τῆς Μελβούρνης ἀποτελεῖ μιά ζωντανή, δυναμική κοινότητα πού διατηρεῖ ἰσχυρή ἐθνοτική ταυτότητα, προσαρμοζόμενη παράλληλα στόν αὐστραλιανό πολυπολιτισμικό χαρακτῆρα. Στό ἐπίκεντρο αὐτῆς τῆς ταυτότητας βρίσκεται ἡ Ἑλληνική Ὀρθόδοξη θρησκεία – πηγή νοήματος, κοινότητας, ἀνθεκτικότητας καί εὐεξίας πού ξεπερνᾶ τίς γενεαλογικές ἀλλαγές. Ἡ κατανόηση τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο κοινότητες τῆς διασπορᾶς, ὅπως οἱ Ἕλληνες, διαχειρίζονται τήν ταυτότητα, τό αἴσθημα τοῦ «ἀνήκειν» καί τήν εὐημερία, προσφέρει πληροφορίες ὄχι μόνο γιά τήν ἐπιστημονική ἔρευνα, ἀλλά καί γιά τήν οἰκοδόμηση πιό συμπεριληπτικῶν, ὑγιῶν καί πολιτισμικά εὐαίσθητων κοινωνιῶν.
Ὅπως τό ἐξέφρασε ὑπέροχα ἕνας μετανάστης πού συμμετεῖχε στήν συζήτηση: «Γιά μένα, ἡ ἑλληνική μας θρησκεία εἶναι δύναμη, σύντροφος, στήριγμα». Αὐτή ἡ ἁπλῆ δήλωση συνοψίζει τόν βαθύ ρόλο τῆς θρησκείας στήν ζωή τῆς διασπορᾶς – ὄχι ἁπλῶς ὡς δόγμα ἢ τελετουργία, ἀλλά ὡς βιωμένη ἐμπειρία πού προσφέρει δύναμη γιά τίς καθημερινές προκλήσεις, συντροφικότητα μέσα στήν κοινότητα καί στήριξη στίς ἀναπόφευκτες δυσκολίες τῆς ζωῆς. Στήν ἑλληνική διασπορά τῆς Μελβούρνης, ἡ θρησκεία παραμένει ὁ διαχρονικός δεσμός πού ἑνώνει τίς γενιές, γεφυρώνει τίς πατρίδες καί διατηρεῖ τήν εὐημερία πέρα ἀπό τόν χρόνο καί τόν χῶρο.
